Supreme Court allows appeal against labor contract termination, ruling on indefinite vs fixed-term contract definitions under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the plaintiff's labor dispute. The plaintiff argued that successive fixed-term contracts violated the law by failing to convert into an indefinite-term contract, while the defendant contended the contracts were justified by specific public service needs. The Court found the lower court erred in applying the law regarding the automatic conversion of fixed-term contracts and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920: A fixed-term employment contract is deemed renewed for an indefinite term if the employee continues work without the employer's objection after expiration, unless the duration is objectively justified by the nature of the work or law to prevent abuse.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 815 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 815/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΤΕ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σούμπαση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 722/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίστηκε υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 2 παρ.2 του αναμορφωμένου ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990), κατά την οποία ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης, αυτή δε η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από την εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) ως έκτακτο προσωπικό και ανατέθηκαν σ' αυτήν καθήκοντα του Κλάδου Διοικητικού- Εκμεταλλεύσεως για το χρονικό διάστημα από 18-9-2002 έως και 12-7-2004, εντός του οποίου καταρτίστηκαν συνολικά (3) έγγραφες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η πρώτη με διάρκεια οκτάμηνη (18-9-2002 έως 12-5-2003), η δεύτερη με διάρκεια επίσης οκτάμηνη (13-5-2003 έως 12-1-2004) και η τρίτη με διάρκεια εξάμηνη (13-1-2004 έως και 12-7-2004).
Με την πρώτη σύμβαση εργασίας, στους όρους της οποίας, πλην του πρώτου που αναφέρεται στη διάρκεια αυτής, παραπέμπουν και οι άλλες δύο, συμφωνήθηκε αμοιβαίως μεταξύ των διαδίκων, εκτός των άλλων, ότι 1) η ενάγουσα προσλαμβάνεται ως έκτακτο προσωπικό του Κλάδου Διοικητικού - Εκμεταλλεύσεως με συνεχή και πλήρη απασχόληση και 2) μόλις λήξει ο χρόνος της σύμβασης θα λήγει και αυτή αυτοδικαίως χωρίς καμιά προειδοποίηση ή αποζημίωση.
Στις 12-7-2004, δηλαδή με τη λήξη και της τελευταίας (τρίτης) ανανεωτικής σύμβασης λύθηκε αυτοδικαίως η από18-9-2002 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας, η οποία, καίτοι ανανεώθηκε διαδοχικά δυο φορές, δεν κατέστη ποτέ αόριστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 § 3 του ν.1212/1920. Οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για πρόσληψη έκτακτου προσωπικού επιβάλλονται υποχρεωτικώς από τον ΓΚΠ/ΟΤΕ που έχει ισχύ (κανονιστική) ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 § 2 του Γενικού Κανονισμού) και ως εκ τούτου ο χρονικός περιορισμός των συμβάσεων ή των περισσότερων αλληλοσυναπτόμενων συμβάσεων εργασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της αόριστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, ανεξαρτήτως αν ο εργαζόμενος χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί μόνιμες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του ΟΤΕ, διότι στην περίπτωση που η ορισμένη διάρκεια εργασίας επιτάσσεται από το νόμο (άρθρο 2 § 2 του ισχύ νόμου έχοντος ΓΚΠ/ΟΤΕ), σημασία έχει όχι το είδος της παρεχόμενης εργασίας αλλά το έκτακτο και απρόβλεπτο αυτής.
Με βάση τον ως άνω ΓΚΠ της εναγομένης η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας των εκτάκτων απαγορεύεται να μετατραπεί σε σύμβαση αόριστου χρόνου. Αντίθετη εκδοχή θα δημιουργούσε στον Οργανισμό ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού που δεν προβλέπεται από τον ΓΚΠ, πέραν του ότι έτσι θα καταστρατηγούνταν και θα νοθεύονταν τα συνήθως αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό για την πρόσληψη του μόνιμου προσωπικού.
Και συνεχίζει το Εφετείο ότι η παραδοχή της εκκαλουμένης ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας, οι οποίες εξακολουθούσαν να ισχύουν και κατά την 2-4-2003 (οπότε και ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο με το π.δ. 81/2003 η οδηγία 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999) και οι διαδοχικές ανανεώσεις αυτών δεν δικαιολογούνταν έκτοτε από λόγους αντικειμενικούς και ότι δεν είναι εφαρμοστέα ως αντικείμενη στην πιο πάνω κοινοτική οδηγία η περίπτωση του άρθρου 5 του π.δ. 81/2003, είναι (η παραδοχή της εκκαλουμένης) εσφαλμένη, διότι 1) εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 § 3 του ν. 1212/1920 που ήταν ανεφάρμοστη στην ένδικη διαφορά και 2) θεώρησε ως μη εφαρμοστέα στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις την πράγματι εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 2 § 2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, η οποία σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόμη ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 5 του π.δ. 81/2003, συμπορεύεται απολύτως και προς το σκοπό της ρήτρας 5 της Κοινοτικής Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης και όχι η ανεξαίρετη απαγόρευση της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου και της διαδοχικής τους χρήσης στον ιδιωτικό τομέα.
Διότι σε αποτροπή της κατάχρησης αποβλέπει η διάταξη του άρθρου 2 § 2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, θέτοντας φραγμό στη δημιουργία μόνιμου προσωπικού του Οργανισμού από το εκτάκτως προσλαμβανόμενο με σύμβαση ορισμένου χρόνου για κάλυψη αντίστοιχων υπηρεσιακών αναγκών έστω και διαρκών. Κατά πάσα όμως περίπτωση οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου της ενάγουσας ως ενεργές κατά την έναρξη της ισχύος του π.δ. 81/2003 (2-4-2003) υπόκεινται στη ρύθμιση του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, αν θεωρηθούν ότι συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 8 Α § 1 του π.δ. 81/2003 και, επομένως, και εξ αυτού του λόγου δεν συνιστούν σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, αφού η συνολική χρονική τους διάρκεια είναι μικρότερη των 24 μηνών.
Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο και υπό τις ως άνω παραδοχές, παραβίασε ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ,να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 64/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ