Legislator Case Law & Legislation
815/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of evidence regarding property ownership claims.

Case Number 815/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision on property ownership. The appellant argued that the court improperly relied on an out-of-court confession and failed to consider specific evidence, but the court found these grounds inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045, 974, 1051, 559 of the Civil Code and Articles 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113, 1884 of the Civil Code; Article 242 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, sub-paragraph g of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of out-of-court confessions is inadmissible unless the opposing party proposed such confession during the substantive trial.

Keywords

AI generated
property ownership acquisition out-of-court confession admissibility of appeal substantive trial procedure legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 1051 of the Civil Code
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, sub-paragraph g of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 815 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 815/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ορφανίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σαλαβράκο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/1998 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας λόγω αρμοδιότητας, 238/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και 289/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-6-2008 αίτησή του και με τους από 16-10-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 4-11-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά μεν το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής (Ολ.ΑΠ 485/1982).

Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1147 ΑΚ, ο επικαρπωτής ασκεί ίδια μεν νομή έναντι μόνον των τρίτων με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή), η οποία ως περιεχόμενο έχει ειδικές και κατ` ιδίαν χρησιμότητες του πράγματος, έναντι δε του ψιλού κυρίου και για το σύνολο των εξουσιών επάνω στο πράγμα ασκεί νομή μόνο στο όνομα του τελευταίου.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 του ίδιου Κώδικα, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση μερικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος, μπορεί να ασκήσει εναντίον του προσβολέα την αρνητική αγωγή, ζητώντας την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο παππούς των διαδίκων ΑΑ, που αποβίωσε στις 15-1-1951, με την από 15-12-1940 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 8/1952 πρακτικό του Πρωτοδικείου Χαλκίδας και κηρύχθηκε κυρία με την 173/1960 απόφαση του ίδιου Πρωτοδικείου, κατέλειπε την ψιλή κυριότητα όλης της ακίνητης περιουσίας του, αδιαιρέτως και κατ' ίσα μέρη, στα τέκνα του ΓΓ, (πατέρα των διαδίκων), ΔΔ και ΕΕ, τη δε επικαρπία, εφόρου ζωής, στη σύζυγό του ΒΒ.

Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων περιλαμβανόταν και ένα οικόπεδο, εκτάσεως 3.500 τ.μ. περίπου, μαζί με τα υπάρχοντα σ' αυτό κτίσματα (κυλινδρόμυλο, αποθήκη κ.λ.π.), ευρισκόμενο εντός της πόλης ... και στην ενορία του ιερού ναού Κοίμησης της Θεοτόκου, το οποίο συνόρευε από τις δύο πλευρές με δημοτικό δρόμο και από τις άλλες δύο με ιδιοκτησίες των ..., ..., ...

και ... . Μετά του θάνατο του ΑΑ τα ως άνω τέκνα του προέβησαν σε άτυπη διανομή του κληρονομιαίου τούτου ακινήτου, πλην του κυλινδρόμυλου, με βάση την οποία περιήλθαν στον πατέρα των διαδίκων ΓΓ τρία διακεκριμένα τμήματα αυτού, που αποτελούν αυτοτελή οικόπεδα, και ειδικότερα α) το οικόπεδο, εμβαδού 267 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικίας β) το οικόπεδο, εμβαδού 410 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν με οικόπεδα που έλαβαν από τη διανομή οι αδελφοί του ΕΕ και ΔΔ, με το πιο κάτω υπό στοιχ.γ αναφερόμενο και με δημοτικό δρόμο και γ) το οικόπεδο, εμβαδού 300 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν με το πιο πάνω υπό στοιχ.β, με κυλινδρόμυλο, με οικόπεδο που έλαβε από τη διανομή ο αδελφός του ΔΔ και με δημοτικό δρόμο.

Από τα τρία αυτά οικόπεδα ο πατέρας των διαδίκων, ΓΓ, μεταβίβασε κατά κυριότητα το πρώτο (υπό στοιχ.α), με το .../1959 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιστιαίας Νικολάου Παναγιωτόπουλου, στη θυγατέρα του και αδελφή των διαδίκων ΣΤ, ενώ τα άλλα δύο οικόπεδα υποσχέθηκε να τα δωρήσει σ' αυτούς και δη το μεν υπό στοιχ.β στον εναγόμενο, το δε υπό στοιχείο γ στην ενάγουσα.

Μάλιστα, ήδη από το έτος 1964 είχε παραχωρήσει την κατοχή του υπό στοιχ. β οικοπέδου στον εναγόμενο, ο οποίος αμέσως ανήγειρε επ' αυτού διώροφη οικοδομή, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../1964 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Εύβοιας. Ενόψει αυτών, μετά το θάνατο του ΓΓ κατά το έτος 1974, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήτοι η σύζυγός του ΖΖ και τα τέκνα του ΣΤ, Ψ (ενάγουσα) και Χ ( εναγόμενος) διένειμαν μεταξύ τους ατύπως τα με στοιχ.

β και γ κληρονομιαία ακίνητα ( το υπό στοιχ.α είχε μεταβιβασθεί στην εξ αυτών ΣΤ), και βάσει της διανομής αυτής περιήλθε το υπό στοιχ. β οικόπεδο στον εναγόμενο και το υπό στοιχ. γ οικόπεδο στην ενάγουσα. Έκτοτε η ενάγουσα είχε στη συνεχή νομή της το οικόπεδο αυτό (με στοιχ. γ), εμβαδού 300 τ.μ. περίπου, το οποίο είναι και το επίδικο ακίνητο.

Τα γεγονότα αυτά αποδέχθηκαν, πέντε έτη πρίν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, όλοι οι κληρονόμοι του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων ΑΑ, καθώς και οι ανωτέρω κληρονόμοι του πατέρα των διαδίκων ΓΓ, (σύζυγος και τέκνα αυτού), με την από 12-9-1992 υπεύθυνη δήλωσή τους, στην οποία αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: "Υπεύθυνη δήλωση.

Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι 1) ΔΔ, 2) ΖΖ, 3) Χ, 4) ΣΤ, 5) Ψ, 6) ΗΗ, 7) ΘΘ, 8) ΚΚ και 9) ΛΛ, δια της παρούσης δηλώνουμε και βεβαιώνουμε: Ότι από 30ετίας και πλέον ετών, μεταξύ των κληρονόμων του κατά το έτος 1951 αποβιώσαντος ΑΑ, ήτοι ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, έλαβε χώρα προσωρινή διανομή οικοπέδου, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ..., έχει έκταση 3.500 τ.μ.

περίπου και συνορεύει γύρω-γύρω με δημοτικό δρόμο, με κυλινδρόμυλο, που έχει μείνει εκτός διανομής, με δημοτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες ... . Από την πιο πάνω διανομή έλαβε: Α. Ο ΕΕ 1) ένα οικόπεδο, προς το ανατολικό μέρος του όλου, που έχει έκταση 465,50 τ.μ. και συνορεύει με οικοπεδικό τμήμα που έλαβε ο ΓΓ, ήδη ιδιοκτησίας Χ, με έτερο που έλαβε ο ΔΔ, με δρόμο και με ..., ..., κ.λ.π. 2) οικόπεδο προς το δυτικό μέρος, που έχει έκταση 557 τ.μ.

περίπου και συνορεύει με κυλινδρόμυλο (αδιανέμητο), με δρόμο, με ιδιοκτησία ΣΤ και ΔΔ και με οικόπεδο που έλαβε ο ΓΓ, ήδη ιδιοκτησίας Ψ (ενάγουσας). Β. Ο ΓΓ (πατέρας των διαδίκων) έλαβε: 1) οικόπεδο προς το νότιο τμήμα του όλου πιο πάνω οικοπέδου, που έχει έκταση 410 τ.μ. περίπου και συνορεύει με οικόπεδο που πήρε από τη διανομή ο ΕΕ, με έτερο οικόπεδο που πήρε ο ίδιος, με οικόπεδο που έλαβε ο ΔΔ και με δρόμο.

Το οικόπεδο είναι ήδη σήμερα ιδιοκτησίας του Χ (εναγομένου). 2) οικόπεδο,που βρίσκεται ανατολικά του κυλινδρόμυλου, έχει έκταση 300 τ.μ. και συνορεύει με το αμέσως παραπάνω περιγραφόμενο, με κυλινδρόμυλο, με οικόπεδο ΔΔ και δρόμο. Το οικόπεδο είναι σήμερα ιδιοκτησίας της Ψ (ενάγουσας). Γ. Ο ΔΔ έλαβε: 1) οικόπεδο, εκτάσεως 267 τ.μ.

προς το βόρειο μέρος του όλου οικοπέδου και συνορεύει με δημοτικό δρόμο, με έτερο οικόπεδο που έλαβε ο ίδιος, με οικόπεδο που έλαβε ο ΕΕ και με ιδιοκτησία ΣΤ (αδελφής των διαδίκων), 2) οικόπεδο επίσης προς το βόρειο μέρος του όλου, εκτάσεως περίπου 310 τ.μ. και συνορεύει με δημοτικό δρόμο, με ..., με οικόπεδο ΓΓ, ήδη ιδιοκτησίας Χ (εναγομένου), με οικόπεδο που έλαβε ο ΓΓ, ήδη ιδιοκτησίας Ψ (ενάγουσας).

Άπαντες οι ανωτέρω υπογράφοντες συμφωνούν ότι αυτοί και οι καθολικοί διάδοχοί τους θα προσέρχονται ενώπιον Συμβολαιογράφου για να υπογράψουν, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι, όταν τους ζητηθεί. ... 12 Σεπτεμβρίου 1992. ΟΙ ΔΗΛΟΥΝΤΕΣ (ακολουθούν οι υπογραφές τους)". Στη δήλωση αυτή δεν περιλαμβάνεται ο κυλινδρόμυλος, που έμεινε εκτός της διανομής, καθώς και το πιο πάνω υπό στοιχ.α οικόπεδο, το οποίο, με το προαναφερόμενο προικοσύμφωνο, είχε ήδη μεταβιβαστεί στην αδελφή των διαδίκων ΣΤ.

Αναφορικά με την ίδια δήλωση ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι ένα από τα σχέδια περί της διανομής και ότι αυτό συντάχθηκε με τη συμφωνία, η μεν ενάγουσα να του μεταβιβάσει το μερίδιό της στον κυλινδρόμυλο, εκείνος δε, η αδελφή τους ΣΤ και η μητέρα τους ΖΖ να της μεταβιβάσουν το μερίδιό τους επί του επιδίκου, με στοιχ.γ, οικοπέδου, συμφωνία που, κατά τον εναγόμενο, δεν τηρήθηκε από την ενάγουσα.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, πέραν του ότι την παραπάνω δήλωση υπογράφουν και άλλα πρόσωπα, άσχετα με την επικαλούμενη συμφωνία, ο εναγόμενος δεν προσκομίζει κανένα άλλο σχέδιο διανομής, στο δε παραπάνω δεν περιέχεται τέτοια ουσιώδους σημασία συμφωνία. Άλλωστε, μετά την πιο πάνω δήλωση επακολούθησε από μέρος του εναγομένου η σύνταξη τριών συμβολαίων σε σχέση με το περιελθόν σ' αυτόν με στοιχ.β κληρονομιαίο οικόπεδο (υπ' αριθμ. .../11-2-1994, .../23-2-1995 και .../3-8-1995 των συμβολαιογράφων Ιστιαίας Κωνσταντινιάς Καλλιανέζου και Ζωής Νικ.

Τασιούλα-Αρβανίτη), στα οποία, κατά ταύτιση με την εν λόγω δήλωση, αναγράφεται ότι το οικόπεδο τούτο "το έχει στη συνεχή και ανενόχλητη νομή και κατοχή του, διανοία αποκλειστικού κυρίου, με καλή πίστη, τριάντα χρόνια και πλέον". Έτσι η ενάγουσα από το έτος 1974, που έγινε η προαναφερόμενη άτυπη διανομή, και σε κάθε περίπτωση από τον κατά το έτος 1975 θάνατο της επικαρπώτριας του επιδίκου γιαγιάς της ΒΒ νέμεται αποκλειστικά το επίδικο, με στοιχ.γ, οικόπεδο συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και των προορισμό του, με τη θέληση να το εξουσιάζει ως κυρία, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα.

Ειδικότερα αυτή, ενόψει του ότι είναι κάτοικος ..., ενώ το επίδικο βρίσκεται στην ..., το επέβλεπε, επισκεπτόμενη αυτό σε τακτά χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία επισκεπτόταν και τη μητέρα της που διέμενε στο διπλανό ακίνητο του εναγομένου. Ακόμη ο τελευταίος κατά το έτος 1990, περιφράσσοντας το δικό του ακίνητο, περιέφραξε, με τη συναίνεση και με δαπάνες της ενάγουσας, και το δικό της όμορο ακίνητο (επίδικο) από τη δυτική του πλευρά, έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία.

Η ενέργεια αυτή του εναγομένου, που έγινε με τη συγκατάθεση της ενάγουσας, είναι σύμφωνη με όσα ο ίδιος βεβαίωσε μετά παρέλευση διετίας στην προδιαληφθείσα υπεύθυνη δήλωση, ότι δηλαδή το επίδικο "είναι ιδιοκτησίας της ενάγουσας Ψ". Επομένως η ενάγουσα, μετά πάροδο εικοσαετούς συνεχούς νομής της επί του επιδίκου ακινήτου, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, γεγονός που είχε ήδη αναγνωρισθεί από όλους τους παραπάνω κληρονόμους στην προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την υπ' αριθμ. .../1986 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Παναγιώτας- Γιολάντας Δημητρίου- Νικολάου, αφού η γενόμενη με αυτήν αποδοχή κληρονομίας, την οποία υπογράφει και ο εναγόμενος, αφορά το αρχικό μείζον ακίνητο των τριών περίπου στρεμμάτων, επακολούθησε δε αυτής η μνησθείσα υπεύθυνη δήλωση, αλλ' ούτε και από τη μεταγενέστερη της ένδικης από 14-10-1999 αγωγή της ενάγουσας, από το δικόγραφο της οποίας αυτή παραιτήθηκε στις 5-10-2000.

Παρόλα αυτά, ο εναγόμενος στις αρχές Ιουλίου του 1996, αμφισβητώντας για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητας και νομής της ενάγουσας επί του επιδίκου οικοπέδου, προέβη παράνομα και αυθαίρετα στην κατασκευή εντός αυτού πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα, διαστάσεων 3Χ4 μέτρα, και τοποθέτησε επ' αυτής ράμπα ανέλκυσης αυτοκινήτων.

Με την πράξη του αυτή ο εναγόμενος διαταράσσει, χωρίς δικαίωμα, την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου, αφού έτσι την παρεμποδίζει να ασκεί πάνω σ' αυτό την εξουσία της ως κυρίας. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, καθώς και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αρνητική αγωγή του άρθρου 1108 ΑΚ.

Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974,1045, 1108, 1142 και 1113 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, η οποία αποτελούσε και τη βάση της αγωγής της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ.

που αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη, με βάση την άτυπη διανομή των δύο κοινών ακινήτων της κληρονομίας του πατέρα των διαδίκων ΓΓ, η οποία έγινε το έτος 1974 μεταξύ όλων των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, παρέλαβε από το έτος αυτό στην αποκλειστική νομή της το επίδικο οικόπεδο, εμβαδού 300 τ.μ, και έκτοτε το νεμήθηκε επί μία τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1996, που ο αναιρεσείων εναγόμενος για πρώτη φορά αμφισβήτησε και διατάραξε, με τις προδιαληφθείσες ενέργειές του, την κυριότητα και νομή της αναιρεσίβλητης, και συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής όλες οι απαιτούμενες από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Εξάλλου αντίφαση προς την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη άρχισε να ασκεί με διάνοια κυρίου τη νομή επί του επιδίκου το έτος 1974, που έγινε η άτυπη διανομή των ακινήτων της κληρονομίας του πατέρα της μεταξύ όλων των κληρονόμων αυτού, δεν υπάρχει από την περαιτέρω παραδοχή ότι η επικαρπώτρια του επιδίκου, γιαγιά της αναιρεσίβλητης, ΒΒ αποβίωσε το έτος 1975, αφού η τυχόν άσκηση από την τελευταία νομής στο επίδικο μπορούσε να γίνει μόνο στο όνομα του ψιλού κυρίου και αληθούς νομέα αυτού.

Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, μέρος πρώτο, και τρίτος, μέρος πρώτο, λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο ίδιος τρίτος, μέρος πρώτο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς τις προβαλλόμενες με αυτόν, από το ίδιο άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ, γιατί δέχθηκε, ότι στην αναιρεσίβλητη περιήλθε από το έτος 1974 η αποκλειστική νομή του επιδίκου ακινήτου με άτυπη διανομή των δύο κληρονομιαίων ακινήτων του πατέρα των διαδίκων ΓΓ, μεταξύ όλων των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, ενώ τέτοια διανομή δεν έλαβε χώρα, διότι α) το με στοιχείο β κληρονομιαίο οικόπεδο δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διανομής κατά το έτος 1974, αφού ήδη από το έτος 1964 είχε μεταβιβασθεί σ' αυτόν ατύπως, λόγω δωρεάς, από τον πατέρα του και β) στην άτυπη αυτή διανομή δεν έλαβαν μέρος όλοι οι κληρονόμοι του ΓΓ, αφού με αυτήν δεν περιήλθαν μερίδια επί των ανωτέρω ακινήτων στις από τους συγκληρονόμους, μητέρα και αδελφή των διαδίκων, ΖΖ και ΣΤ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή της αναιρεσίβλητης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε, με επάλληλη αιτιολογία, ότι η αναιρεσίβλητη άρχισε να νέμεται αποκλειστικά το επίδικο ακίνητο από το θάνατο της επικαρπώτριας γιαγιάς της ΒΒ κατά το έτος 1975, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν περιεχόταν στην αγωγή.

Όπως, όμως, προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, σ' αυτήν εκτίθεται ότι η ενάγουσα νέμεται το επίδικο ακίνητο από το έτος 1974, κατά το οποίο περιήλθε σ' αυτήν η αποκλειστική νομή του επιδίκου με άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του πατέρα της, δηλαδή αναφέρεται στην αγωγή χρόνος έναρξης της χρησικτησίας της αναιρεσίβλητης προγενέστερος του έτους 1975, γεγονός το οποίο με την κύρια αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης, δέχθηκε και το Εφετείο.

Επομένως ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και αλυσιτελής. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά , τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αρ.8 εδ.β' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προταθέντα, προς αντίκρουση της αγωγής, ισχυρισμό του, ότι " το με στοιχείο β κληρονομιαίο οικόπεδο μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν ατύπως, λόγω δωρεάς, κατά το έτος 1964, έκτοτε δε το νέμεται και το κατέχει αυτός αποκλειστικά ως δικό του", και έτσι το ακίνητο αυτό δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της επικαλούμενης από την αναιρεσίβλητη άτυπης διανομής, κατά το έτος 1974, των κληρονομιαίων ακινήτων.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της επικαλούμενης από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα, ως στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής της, περιέλευσης σ' αυτήν της αποκλειστικής νομής του επιδίκου με τη γενόμενη κατά το έτος 1974 άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, και συνεπώς δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα.

Επομένως ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το άρθρο 559 αριθ.11 α' του ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα " την από 12-9-2002 υπεύθυνη δήλωση, η οποία, ως περιέχουσα εξώδικη ομολογία του ιδίου (εναγομένου) περί αναγνωρίσεως ιδιοκτησίας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, αποτελεί μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την ουσιαστική κρίση του περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη από τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι τους μάρτυρες, τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε μνεία περί ομολογίας του αναιρεσείοντος, συναγόμενης από την παραπάνω υπεύθυνη δήλωση.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ'του ΚΠολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεση στην περίπτωση της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο εξώδικης ομολογίας, πρέπει να έχει προταθεί αυτή από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να γίνεται επίκληση αυτής της προτάσεως με το αναιρετήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ ΚΠολΔ, ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιεχόταν στο δικόγραφο της από 14-10-1999, μεταγενέστερης της ένδικης, αγωγής της για το ότι αυτή τυγχάνει συγκυρία και συννομέας του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, και όχι αποκλειστική κυρία αυτού.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου την πιο πάνω εξώδικη ομολογία, σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός δεν επικαλέστηκε την ανωτέρω εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2008 αίτηση του Χ και τους από 15-10-2009 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 289/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ