Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on adverse possession of church property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three individuals against the Athens Court of Appeal's decision regarding the ownership of a church property. The appellants argued that they acquired ownership through adverse possession, while the Church of Greece contended that the property remained ecclesiastical domain. The court rejected the appeal because the lower court's reasoning was consistent, factual findings were clear, and the legal basis for denying adverse possession was sound.
Legislator headnote
AI generatedArt. 51 E.N.A.K.; Art. 281 A.K.: Adverse possession of ecclesiastical property requires strict compliance with statutory conditions, and a lower court's decision based on clear facts and consistent reasoning regarding the interruption of possession is not subject to reversal on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 815 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 815/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μπέτση.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σούζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8658/1993, 1598/1999 προδικαστικές, 5314/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3976/2002 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 301/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3954/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 4-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 22-3-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 3954/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και μόνο κατά τον τρίτο λόγο αυτής, και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πρ. πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/1.0.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915.
Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του αρθ. 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ' αυτά (Ολ.
ΑΠ 75/1987 ΑΠ 178/200). Εξάλλου από τις διατάξεις του ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 2 παρ. 1 Βασ. (50.14), νεαρ. 111 και νεαρ. 131 κεφ. 6, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 51 Ει&, Ν.ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι εκείνος που επί τεσσαρακονταετία νεμήθηκε με καλή πίστη ακίνητο που ανήκει κατά κυριότητα σε Ιερά Μονή γίνεται κύριος αυτού και μπορεί να το διεκδικήσει κατά παντός κατόχου και έχει κατά της Μονής ένσταση παραγραφής (ΑΠ 1041/1977).
Ακόμη επί των ακινήτων κτημάτων των Ιερών Μονών (και επί εκείνων του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. 22/4-16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων του Δημοσίου της Α/Α κλπ." τα εμπράγματα δικαιώματα αυτών δεν υπόκεινται σε καμμία στο μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη ουδεμία κέκτηται συνέπεια αν μέχρι της δημοσιεύσεως του δ/τος δεν συνεπληρώθη ο κατά τους ισχύοντας νόμους χρόνος παραγραφής.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου που ανήκει σε Ιερά Μονή και για την παραγραφή της εμπράγματης αξίωσης της Μονής επί ακινήτου αυτής απαιτείται τεσσαρακονταετής νομή που να έχει συμπληρωθεί όμως το βραδύτερο μέχρι 11.9.1915 (ΑΠ 1041/1977).
Τέλος, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 2102 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή "..." του Δήμου ...
στο ... Ο.Τ και συνορεύει βόρεια με την οδό ..., επί προσώπου 33 μέτρων, νότια και ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία, της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, αποτελεί δε τμήμα του κτήματος "...- ..." εμβαδού 9.500 στρεμμάτων που ορίζεται βόρεια με κληρονόμους ..., ..., και ..., νότια με ρέμα και πέραν αυτού με έκταση ...
κτήμα ... και ... , ανατολικά με έκταση Μονής ... και δυτικά με νεκροταφεία ..., οδό ... και ιδιοκτησία κληρονόμων ... και περιλαμβάνεται στη ρευστοποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, δυνάμει του από 25-1-1933 Π.Δ/τος ως δασική έκταση με αυξ. αριθμό ... . Το επίδικο κατείχε και νεμόταν, ως τμήμα του ως άνω μείζονος εκτάσεως κτήματος, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, δια των οργάνων της, από της Παλιγγενεσίας και εντεύθεν μέχρι το έτος 1930, χωρίς να διαταραχθεί από κανένα και απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις οικείες διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.Ρ δικαίου.
Ειδικότερα, η ανωτέρω Ιερά Μονή άσκησε κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα επί του μείζονος ως άνω κτήματος, μέσα στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο, τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις. Συγκεκριμένα εκμίσθωνε το μείζονος εκτάσεως κτήματα σε τρίτους για χορτονομή, ρητινοκαλλιέργεια και συλλογή.
Επίσης εφύλασσε αυτό δια των οργάνων-φυλάκων της, το καταμετρούσε και πωλούσε τμήματά του σε τρίτους. Τις πράξεις αυτές η Ιερά Μονή ασκούσε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και δη: με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής επί του ως άνω ακινήτου δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν δικαίωμα άλλου επ' αυτού.
Από το έτος 1930 συνέχισε να το νέμεται, με τις ίδιες πράξεις, το επίδικο, ως τμήμα του ως άνω μείζονος εκτάσεως κτήματος, ο συστηθείς με το Ν. 4684/1950 ΟΔΕΠ, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου δια των νομίμων εκπροσώπων του, ως διαχειριστής, της εκποιητέας περιουσίας της ως άνω Ιεράς Μονής, μέχρι και το έτος 1969, ενώ μετά ταύτα τις ανωτέρω πράξεις διενεργούσε επί του ανωτέρω κτήματος ως διαχειριστής της εκποιητέας περιουσίας της ως άνω Ιεράς Μονής ο διαδεχθείς του ΟΔΕΠ, δυνάμει του Ν.Δ 126/1969, ΟΔΔΕΠ από το έτος 1969 μέχρι το έτος 1977, οπότε με το άρθρο 46 §5 του Ν. 590/1977 απέκτησε την παλιά επωνυμία του (ΟΔΕΠ), αυτός από το έτος 1977 μέχρι το έτος 1988 και από το έτος αυτό το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία ΈΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", το οποίο από το έτος αυτό διοικεί και διαχειρίζεται, σύμφωνα με το Ν. 1811/1988, την εκποιητέα αστική και απομένουσα στην άνω Ιερά Μονή (που με την κυρωθείσα με τον ως άνω νόμο σύμβαση παραχώρησε μέρος της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας της στο Δημόσιο) αγροτολιβαδική και δασική περιουσία της.
Το Εφετείο δέχθηκε ακόμη ότι "ο εναγόμενος Χ2 με τις προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα πρωτοδίκως και επαναλαμβάνει με την αντέφεσή του ισχυρίζεται ότι το επίδικο νέμονται και κατέχουν συνεχώς και αδιαλείπτως, τουλάχιστον από το 1870, ο πατέρας του ΑΑ και ο ίδιος από το έτος 1946 που πέθανε ο πρώτος, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας πράξεις νομής και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ο ισχυρισμός του αυτός, που αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας δεν αποδείχτηκε και πρέπει να απορριφθεί, αφού από κανένα αποδεικτικό μέρος (έγγραφα, μάρτυρες) δεν αποδείχτηκε ότι ο πατέρας του εναγομένου διενήργησε πράξεις νομής επί του επιδίκου κατά το επικαλούμενο χρονικό διάστημα (1870-1946), ενώ πλήρως αποδείχτηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι επ' αυτού άσκησαν πράξεις νομής με τα ανωτέρω προσόντα επί του επιδίκου (και του υπολοίπου κτήματος) η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη από της Παλιγγενεσίας τουλάχιστον μέχρι του 1930 και στη συνέχεια για λογαριασμό της ως διοικητής και διαχειριστής της ρευστοποιητέας περιουσίας της ο ΟΔΕΠ.
Ειδικότερα σημειώνεται ότι εφόσον ο πατέρας του εναγομένου δεν είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915 δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, που ανήκε στην άνω Ιερά Μονή με έκτακτη χρησικτησία, αφού τα ακίνητα των Ιερών Μονών προστατεύονται όπως τα ακίνητα του Δημοσίου ...".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ , αφού όπως δέχθηκε, η μεν Ι. Μονή Πετράκη είχε καταστεί κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ήδη προ της 11-9-1915 ο δε δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915.
Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο τμήμα του, της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια , ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη των άρθρων 1045 επ. ΑΚ, με το να απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας του αρχικού εναγομένου - δικαιοπαρόχου τους, την οποία αυτός στήριζε στην έκτακτη χρησικτησία, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο τμήμα του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την απορριφθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων) και πιο συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, ενώ αρχικά δέχθηκε ότι "ο πατέρας του εναγομένου το έτος 1938 κατέλαβε αυθαιρέτως το επίδικο μαζί με άλλη συνεχόμενη έκταση και κατασκεύασε επ' αυτού ορνιθώνα και σταύλο.
Στη συνέχεια άνοιξε πηγάδι και καλλιέργησε το επίδικο με δημητριακά. Μετά το, θάνατο του ΑΑ το έτος 1946 συνέχισαν αρχικά να κατέχουν την ως άνω έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, τα τέκνα του ΒΒ, ΓΓ και ο εναγόμενος, οι οποίοι το καλλιέργησαν με δημητριακά μέχρι το τέλος του έτους 1946, οπότε τα δύο πρώτα τέκνα αποχώρησαν από την κατοχή της ως άνω μείζονος εκτάσεως της Ιεράς Μονής, μέσα στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, ο δε εναγόμενος ανέλαβε μόνος του την κατοχή της, στην οποία συνέχισε την καλλιέργεια της με δημητριακά" στη συνέχεια το Εφετείο αντιφατικά δέχεται ότι "από το έτος 1930 συνέχισε να το νέμεται, με τις ίδιες πράξεις το επίδικο, ως τμήμα του ως άνω μείζονος εκτάσεως κτήματος, ο συστηθείς με το Ν. 4684/1950 ΟΔΕΠ, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου δια των νομίμων εκπροσώπων του, ως διαχειριστής της εκποιητέας περιουσίας της ως άνω Ιεράς Μονής, μέχρι και το έτος 1969, ενώ μετά ταύτα τις ανωτέρω πράξεις διενεργούσε επί του ανωτέρω κτήματος ως διαχειριστής της εκποιητέας περιουσίας της ως άνω Ιεράς Μονής ο διαδεχθείς τον ΟΔΕΠ, δυνάμει του Ν.Δ 126/1969, ΟΔΔΕΠ από το έτος 1969 μέχρι το έτος 1977, οπότε με το άρθρο 46 §5 του Ν. 590/1977 απέκτησε την παλιά επωνυμία του (ΟΔΕΠ), αυτός από το έτος 1977 μέχρι το έτος 1988 και από το έτος αυτό το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ...". Όμως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι η αιτίαση αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού προαπαιτούμενη προϋπόθεση για την παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι να είχε αποκτήσει ο αρχικός δικαιοπάροχος τους κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία έως τις 11.9.1915, γεγονός το οποίο δεν δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνέβη και ως προς το οποίο, εξάλλου, δεν προσβάλλεται αυτή με τον παραπάνω λόγο.
II. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος του απονέμει, διαφοροποιώντας αυτό (ως προς την αποδεικτική δύναμη) των λοιπών αποδεικτικών μέσων, κατά τρόπο που συνεπάγεται τη δέσμευση της δικαστικής κρίσης, σε σχέση με το απ' αυτό αποδεικνυόμενο περιστατικό (ΑΠ 189/2006 ΑΠ 562/19851).
Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 545/1993). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και με επίκληση του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι από τις αναφερόμενες σαυτή αιτήσεις του εναγομένου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων προς τους ΟΔΕΠ και ΟΔΔΕΠ, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία απόκτησης απ' αυτόν οριστικού τίτλου για το επίδικο, προκύπτει εξώδικη ομολογία σε σχέση με την κυριότητα της Μονής επί του επιδίκου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, η κρίση του Εφετείου ότι από τα έγγραφα αυτά συνάγεται ομολογία για το πιο πάνω γεγονός δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 7/2002, 8/2001).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ.,η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της.
διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης.
Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 502/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση και αναφορικά με την προβληθείσα από τον εναγόμενο - δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής (άρθρο 281-.ΑΚ), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί των πραγμάτων τα ακόλουθα:" Ο πατέρας του εναγομένου το έτος 1938 κατέλαβε αυθαιρέτως το επίδικο μαζί με άλλη συνεχόμενη έκταση και κατασκεύασε επ' αυτού ορνιθώνα και σταύλο.
Στη συνέχεια άνοιξε πηγάδι και καλλιέργησε το επίδικο με δημητριακά. Μετά το θάνατο του ΑΑ το έτος 1946 συνέχισαν αρχικά να κατέχουν την ως άνω έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, τα τέκνα του ΒΒ, ΓΓ και ο εναγόμενος, οι οποίοι το καλλιεργούσαν με δημητριακά μέχρι το τέλος του έτους 1946, οπότε τα δύο πρώτα τέκνα αποχώρησαν από την κατοχή της ως άνω μείζονος εκτάσεως της Ιεράς Μονής, μέσα στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, ο δε εναγόμενος ανέλαβε μόνος του την κατοχή της, στην οποία συνέχισε την καλλιέργεια της με δημητριακά.
Μέχρι το έτος 1954 ο εναγόμενος και τα λοιπά ως άνω πρόσωπα δεν είχαν εκδηλώσει πρόθεση προσβολής του δικαιώματος της κυριότητας του επιδίκου. Το έτος όμως αυτό (1954) εξεδήλωσαν το πρώτον πρόθεση αντιποιήσεως της νομής του ενάγοντος με τον ισχυρισμό ότι αυτοί τυγχάνουν συννομείς του επιδίκου (καθώς και ετέρου ακινήτου), κατά τη συζήτηση της από 24-6-1954 αίτησης λήψεως ασφαλιστικών μέτρων του ΟΔΕΠ, η οποία ασκήθηκε απ' αυτόν, μόλις διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος και οι αδελφοί του επιχειρούν να οικειοποιηθούν το επίδικο ακίνητο.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 138/1954 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποίαδέχτηκε ότι οι τότε καθ'ών κατείχαν και ενέμοντο από πολλών ετών έκταση 3 1/2 στρεμμάτων επί της οποίας ανήγειραν και οίκημα για βουστάσιο και αναγνώρισε αυτούς προσωρινά συννομείς του εν λόγω εδαφικού τμήματος.
Μετά ταύτα οι ως άνω διοικούντες και διαχειριζόμενοι την εκποιητέα περιουσία της άνω Ιεράς Μονής, συνέχισαν να επιβλέπουν την ανωτέρω επίδικη έκταση, καθώς και την υπόλοιπη έκταση, χωρίς να ασκήσουν κάποιο άλλο ένδικο μέσο μέχρι του έτους 1989 για την διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου. Το έτος αυτό (1989) το ενάγον με την από 5-3-1989 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του επιδίκου ακινήτου.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 408/1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία την απέρριψε, με την αιτιολογία της ελλείψεως κατεπείγοντος, αφού, όπως δέχτηκε η άνω απόφαση, ο καθού και ήδη εφεσίβλητος κατείχε το επίδικο από τριακονταετίας και πλέον. Νωρίτερα αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος εφύτευσε στο επίδικο 20 δέντρα περίπου - κερασιές και συκιές, κατεδάφισε τον ορνιθώνα και κατασκεύασε ισόγεια οικία, αποτελούμενη από δύο κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, επιφανείας 84 τ.μ.
όπου κατοικούσε με την οικογένεια του. Το έτος 1981 η οικία αυτή υπέστη σοβαρές ζημίες από πυρκαϊά και ο εναγόμενος, ως πυροπαθής, αφού έλαβε την ... άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο Αγίας Παρασκευής, προέβη σε επισκευή αυτής (οικίας). Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος γνωρίζοντας καλώς ότι δεν είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, αλλά ούτε μπορούσε να γίνει κύριος με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας υπέβαλε στους διοικούντες και διαχειριζόμενους, κατά τα άνω, την περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, ήτοι στον ΟΔΕΠ τις από 23-3-1965, 1-2-1966 και 8-9-1977 αιτήσεις, και στον ΟΔΔΕΠ τις από 1-7-1972 και 5-3-1973 όμοιες (αιτήσεις).
Με τις αιτήσεις αυτές, από τις οποίες η πρώτη, τρίτη και τετάρτη υπέβαλε μαζί με τους άνω δύο αδελφούς του και τη δεύτερη και την πέμπτη υπέβαλε μόνος του, ο εναγόμενος εζήτησε τη μεταβίβαση της σ' αυτές (αιτήσεις) αναφερόμενης εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 3606/1956, αντί ευλόγου τιμήματος.
Πλην, όμως για μη προκύψαντα από τις αποδείξεις λόγο, η με τις άνω αιτήσεις ζητηθείσα μεταβίβαση δεν έγινε. Οι εν λόγω πάντως αιτήσεις συνεχίζει το Εφετείο, "ενέχουν-εξώδικη ομολογία του εναγομένου - εφεσίβλητου για την κυριότητα της ανωτέρω Ιεράς Μονής επί του επιδίκου ακινήτου και κατ' επέκταση ότι αυτός δεν έχει καταστεί κύριος αυτού (επιδίκου) με οποιονδήποτε τρόπο.
Συνεπώς από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, που το απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα ανωτέρω. Αντίθετα δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, την οποία άλλωστε δεν μπορούσε κατά νόμον να αποκτήσει λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του επιδίκου.
Ο εναγόμενος εξάλλου προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι τοδικαίωμα που ασκεί το ενάγον με την αγωγή του υπερβαίνειπροφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, ταχρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός τουδικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.), δεδομένου ότι: 1)άσκησαν πράξεις νομής, τόσο αυτός όσο και ο πατέραςτου, καθώς και οι ως άνω αδελφοί του από του έτους 1938 μέχρι την άσκηση της αγωγής (25-11-1992), και δη:
με καλλιέργεια του επιδίκου, κατασκευή των ως άνω κτισμάτων, φύτευση δένδρων, άνοιγμα φρέατος, κατασκευή οικίας, επισκευή αυτής, 2) προέβησαν σε αξιοποίηση του ακινήτου, λαμβανομένου υπόψη ότι η κατά το χρόνο κατασκευής αξία της οικίας ήταν δεκαπλάσια της αξίας του επιδίκου ως οικοπέδου. 3) οι ως άνω πράξεις έγιναν από τους ανωτέρω παρουσία των οργάνων του ενάγοντος και την προ αυτού αναφερθέντων και διαχειριζομένων την περιουσία της ως άνω Ιεράς Μονής, που επέβλεπαν το ως άνω κτήμα της, χωρίς τα όργανα αυτά και οι διαχειριζόμενοι την περιουσία της Ιεράς Μονής να αντιδράσουν, να ενοχλήσουν τον εφεσίβλητο - εναγόμενο ή τον πατέρα του ή να εναντιωθούν στις άνω ενέργειες του και 4) ευλόγως δημιουργήθηκε σ' αυτόν (εναγόμενο) η πεποίθηση ότι το ενάγον δεν θα ασκούσε το επί του επιδίκου δικαίωμα κυριότητας της Ιεράς Μονής και δεν θα διεκδικούσε το επίδικο και επομένως η με την αγωγή μεταγενέστερη άσκηση του άνω δικαιώματος, τείνουσα σε ανατροπή της υπό τις άνω συνθήκες δημιουργηθείσης και επί μακρό χρονικό διάστημα διατηρηθείσης καταστάσεως, η οποία θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον εναγόμενο, ο οποίος θα υποχρεωθεί να αποδώσει το επίδικο, που το κατέχει με τον πατέρα του, πάνω από 50 χρόνια, το καλλιεργεί, το αξιοποίησε και διαμένει στην ως άνω οικία, αντίκειται προφανώς στη καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Όμως η ένσταση αυτή, καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν, αφού τα ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος, δεδομένου ότι ειδικότερον αποδείχθηκε: 1) ότι αμέσως με το που εκδηλώθηκε η πρόθεση του εναγομένου (και των λοιπών ως άνω προσώπων) να προσβάλλει το δικαίωμα της κυριότητας της Ιεράς Μονής επί του επιδίκου αντέδρασαν δια της υποβολής των ως άνω αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων υπό των κατά νόμο διαχειριστών της περιουσίας της, 2) ότι ο εναγόμενος γνωρίζοντας ότι τα δικαιώματα της Ιεράς Μονής επί του επιδίκου ήταν κατά νόμο απαράγραπτα και αναγνωρίζοντας αυτά υπέβαλε τις προαναφερθείσες πέντε (5) αιτήσεις, ζητώντας να μεταβιβαστεί στον ίδιο ή κυριότητα του, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 3606/1956.
Συνεπώς, ενόψει των περιστατικών αυτών αποδείχτηκε ότι δεν δημιουργήθηκε η πεποίθηση στον εναγόμενο ότι δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμα της η ως άνω Ιερά Μονή δια του ενάγοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", αφού, όπως προαναφέρθηκε, αμέσως μόλις διαπίστωσαν τα όργανα, που κατά τα ανωτέρω ήταν διαχειριστές της περιουσίας της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πεντέλης ότι ο εναγόμενος προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας και νομής του επιδίκου ακινήτου άσκησαν τις ανωτέρω αιτήσεις και ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και δη κατά τα έτη 1954 και 1989.
Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από 1965 μέχρι το έτος 1977 οι ανωτέρω διαχειριζόμενοι την επίδικη περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πεντέλης απέρριψαν τις ως άνω αιτήσεις του εναγομένου για μεταβίβαση σ' αυτόν της κυριότητας του επιδίκου έναντι ευλόγου τιμήματος, εκδηλώσαντες σαφώς προς τον εναγόμενο, και με το τρόπο αυτό, ότι δεν αδιαφορούν και δεν αδρανούν για την άσκηση των δικαιωμάτων τους επί του επιδίκου ακινήτου, τα οποία (δικαιώματα) ο εναγόμενος άλλωστε με τάς εν λόγω αιτήσεις αναγνώριζε, κατά τα ανωτέρω.
Τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται, παρά την ανοχή την οποία επέδειξαν τα όργανα του ΟΔΕΠ κατά το χρονικό διάστημα από 1938-1954, κατά τα ανωτέρω, η οποία επαρκώς δικαιολογείται, ενόψει της εμπόλεμης κατάστασης, που βρισκόταν η χώρα από 1940-1944 και του πολυετούς στη συνέχεια εμφυλίου πολέμου". Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (3954/2005), αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος Νομικού Προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως διοικητή και διαχειριστή κατά νόμο της περιουσίας της πιο πάνω Ι.
Μονής, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει, κατά παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ που πρόβαλλαν οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι, την ένδικη διεκδικητική αγωγή του κατ' αυτών, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση 5314/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (είχε προηγηθεί, ύστερα από αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, η αναίρεση της προηγούμενης, 3976/2002 απόφασης του Εφετείου, που είχε επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, με την 301/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ) και στη συνέχει, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την παραπάνω ένστασή τους (281 ΑΚ), δέχθηκε την αγωγή αυτή, αναγνώρισε την Ιερά Μονή κυρία του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να το αποδώσουν σ' αυτό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη της πιο πάνω ένστασης, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία σωστά εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο ως άνω πραγματικά περιστατικά πράγματι η άσκηση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της κυριότητας του και απόδοση σ' αυτό του επιδίκου ακινήτου, δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ..Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου, ότι με το που εκδηλώθηκε το έτος 1954 η πρόθεση του εναγομένου (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων) να προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας της Ι. Μονής η αναιρεσίβλητη αντέδρασε αμέσως δια της υποβολής των δύο αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη των αιτήσεων υποβλήθηκε το έτος 1989, δηλαδή μετά την πάροδο 34 ετών από την πρώτη, αφού η πριν από την άσκηση της αγωγής υποβολή των δύο πιο πάνω αιτήσεων, παρά τη μεταξύ τους χρονική απόσταση, που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κατά ένα μέρος από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των οργανισμών αυτών και την εκτεταμένη ευθύνη τους της εποπτείας της διάσπαρτης εκκλησιαστικής περιουσίας σε όλη τη χώρα, μαρτυρεί την εμμονή τους στην άσκηση των δικαιωμάτων της Ι.
Μονής (βλ. την ανωτέρω 301/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου). Επίσης δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου ότι ο πατέρας του εναγομένου το έτος 1938 κατέλαβε αυθαιρέτως το επίδικο, κατασκεύασε ορνιθώνα, σταύλο, άνοιξε πηγάδι, το καλλιεργούσε με δημητριακά μέχρι το 1946 και μετά το θάνατο του συνέχισε να το καλλιεργεί ο εναγόμενος, με το γεγονός που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή μέχρι το 1954 οι ανωτέρω δεν είχαν εκδηλώσει πρόθεση προσβολής της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα δικαιώματα της Ι.
Μονής ήταν κατά το νόμο απαράγραπτα. Για τον ίδιο αμέσως παραπάνω λόγο δεν είναι αντιφατική και η παραδοχή του Εφετείου ότι πριν το έτος 1989 ο εναγόμενος φύτευσε δένδρα, κατασκεύασε ισόγεια οικία 84 τμ, στην οποία κατοικούσε με την οικογένεια του, το έτος 1981 η οικία αυτή υπέστη σοβαρές ζημιές από πυρκαϊά και ο εναγόμενος έλαβε την ...
άδεια της Πολεοδομίας ως πυροπαθής και επισκεύασε την οικία, με το γεγονός ότι παρά τα ως άνω η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι κατά το πιο πάνω διάστημα το επίδικο ακίνητο νεμόταν ο ΟΔΔΕΠ για λογαριασμό της Ι. Μονής. Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2006 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 3954/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ