Legislator Case Law & Legislation
815/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first instance but allows appeal against second instance on agency law grounds.

Case Number 815/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the first-instance judgment because the second-instance court had already rejected the claim on the merits, rendering the first-instance decision legally absorbed. However, the Court allowed the appeal against the second-instance judgment concerning the agency fee calculation, finding the lower court violated civil code provisions on joint debt and partial performance. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for a new trial on the specific issue of how the fee should be divided among the defendants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1 KPolD; Art. 703 para. 1 AC; Art. 480 AC; Art. 481 AC: When an appeal is formally accepted but rejected on the merits, only the second-instance decision is subject to cassation; regarding agency fees, if the contract does not specify joint liability, the fee is divided equally among multiple defendants in case of doubt.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility agency fee calculation joint and several liability proportionate division of debt remittal to second instance merits absorption principle civil code interpretation

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 KPolD
Art. 703 para. 1 AC
Art. 480 AC
Art. 481 AC
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 580 para. 3 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 40/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 815 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 815/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) .... και 2) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Ίβρο.

Του αναιρεσιβλήτου: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5644/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1806/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η έφεση γίνει δεκτή τυπικά και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ.ΑΠ 40/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο αυτό δέχτηκε τυπικά την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ.1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.

Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας.

Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της συμβάσεως με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του. Εξάλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη (υποδείξεως ή μεσολαβήσεως) και της πραγματώσεως της συμβάσεως πρέπει να υπάρχει σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα.

Η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό που κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση όμως αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί, ή μη, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: 0 ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων στη ..... Περί τα τέλη του έτους 2001 ήλθε σε επαφή με την πρώτη αναιρεσείουσα, σύζυγο του δευτέρου αναιρεσείοντος, με σκοπό την αγορά από τους τελευταίους μιας μεζονέτας, στην περιοχή "....." .

Ο αναιρεσίβλητος της υπέδειξε αρκετά ακίνητα στην προαναφερόμενη περιοχή και η πρώτη αναιρεσείουσα έδειξε ενδιαφέρον για ακίνητα κατασκευής του εργολάβου ..... Το Μάρτιο του έτους 2002 επισκέφθηκε τον αναιρεσίβλητο στο γραφείο του στην ..... ο δεύτερος αναιρεσείων, ο οποίος ενεργώντας για τον εαυτό του ατομικά, αλλά και για λογαριασμό και κατ' εντολή της πρώτης αναιρεσείουσας συζύγου του, υπέγραψε την από 7 Μαρτίου 2002 Εντολή Υπόδειξης - Ανάθεσης, με την οποία συμφώνησε να καταβάλει ως μεσιτική αμοιβή ποσοστό 2%, πλέον Φ.Π.Α 18% επί της πραγματικής αξίας πωλήσεως ακινήτου κατασκευής του ανωτέρω εργολάβου, το οποίο θα επέλεγε.

Το γεγονός ότι η αμοιβή του αναιρεσίβλητου συμφωνήθηκε επί της πραγματικής αξίας του ακινήτου, που θα αγόραζαν με τη μεσολάβησή του οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ρητά από το προαναφερόμενο έγγραφο. Ακόμη, από το ίδιο έγγραφο προκύπτει ότι η επιλογή του ακινήτου θα γινόταν, μόνο, μεταξύ αυτών που θα κατασκεύαζε ο εργολάβος ......

Τελικά οι αναιρεσείοντες σύζυγοι, με τη μεσολάβηση του αναιρεσίβλητου, κατέληξαν σε ένα ακίνητο, που κατασκεύασε ο εργολάβος ..... Έτσι στις 20 Μαΐου 2002, με σύμβαση πωλήσεως που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. ....οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου .... και μεταγράφηκε νόμιμα, οι αναιρεσείοντες αγόρασαν, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από την οικοπεδούχο .....

και από την εργολήπτρια εταιρία με την επωνυμία "......", την υπό στοιχ..... κατοικία, συνολικής εκτάσεως 188,42 τ.μ., από το κτιριακό συγκρότημα κατοικιών Β, που ανεγειρόταν σε οικόπεδο επί της οδού ....., στην οποία ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση, ως παρακολούθημα, η με αριθμό ... θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου. Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου προσδιορίσθηκε από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία στο ποσό των 133.800,76 ευρώ.

Αποδείχτηκε όμως ότι, λόγω της θέσης στην οποία βρίσκεται το παραπάνω ακίνητο, της κατασκευής και της εκτάσεώς του, η πραγματική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 352.164,36 ευρώ. Οι αναιρεσείοντες, κατά την υπογραφή του προαναφερόμενου οριστικού συμβολαίου, δεν ειδοποίησαν τον αναιρεσίβλητο, και για το λόγο αυτό δεν αναγράφεται στο συμβόλαιο ότι η πώληση και η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε με την μεσολάβησή του.

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι η αμοιβή που οφείλουν οι αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο για τη μεσολάβησή του στην κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 8.311,08 ευρώ, και απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ενόψει του ότι τα περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν μπορούσαν αντικειμενικά να θεωρηθούν ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος της σύναψης της σύμβασης, δηλαδή αυτά ήταν ικανά κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν το αποτέλεσμα αυτό και η αιτιολογία του ως προς το ζήτημα αυτό είναι πλήρης.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19, πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της από 17-3-2002 Εντολής-Υπόδειξης-Ανάθεσης, αφού έκρινε ότι η σύμβαση αυτή περιείχε εντολή για υπόδειξη συγκεκριμένης ευκαιρίας, παρότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για απλή ή αφηρημένη ευκαιρία, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως στηριζόμενος σε μη συντρέχουσα προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, που περιέχονται στην προαναφερόμενη σύμβαση, και δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι κατά συνέπεια, δεν είχαν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση.

Επειδή, κατά το άρθρο 481 ΑΚ, οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ' αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 480 ΑΚ σε περίπτωση αμφιβολίας η ενοχή δεν είναι εις ολόκληρον.

Αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι εφόσον πρόκειται περί διαιρετής παροχής και από τη δικαιοπραξία ή την ιδιαίτερη μεταξύ των μερών σύμβαση ή το νόμο δεν συνάγεται ενοχή εις ολόκληρον ή διαίρεση αυτής κατ' άνισα μέρη, η παροχή διαιρείται σε ίσα μέρη.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι το ποσό των 8.311,08 ευρώ, που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος ως αμοιβή για τη μεσολάβησή του στην κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως, οφείλουν να του καταβάλουν οι αναιρεσείοντες εις ολόκληρον ο καθένας, χωρίς να δεχτεί ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία μεταξύ τους, παρότι από τη συγκεκριμένη σύμβαση ή το νόμο δεν προβλέπεται ενοχή εις ολόκληρον.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο της αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2005 αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 5644/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Αναιρεί την 1806/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ