Supreme Court dismisses appeal in commercial agency dispute, rejecting client fee claim due to distributor's unilateral termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the commercial agency's claim for client fees. The court found that the distributor terminated the exclusive agreement unilaterally due to internal reasons rather than the agent's fault, and sales had actually declined since 2009. Consequently, the statutory conditions for client fee compensation were not met, and the request for a preliminary ruling was deemed unnecessary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9, 178, 919 of the Civil Code; Article 3β of Presidential Decree 219/1991: Client fees are not payable when the exclusive distributor terminates the contract unilaterally for reasons attributable solely to the distributor, as the agent did not cause the loss of clientele.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 814 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 814/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Ν. & Σια Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 10/11/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "COCA COLA 3E ΕΛΛΑΔΟΣ ABEE" (πρώην "ΕΛΧΥΜ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΥΜΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ, ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΧΥΜ Α.Ε."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χατζηϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4294/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3086/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/1/2019 αίτησή της και τους από 20/1/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αρθμ.3086/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την υπ' αρθμ.4294/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την αξίωση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας από τη μη καταβολή εύλογης αμοιβής, κατά τη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 281, 288 ΑΚ, 5 παρ. 2 ΠΔ 219/1991, 18α Ν 146/1914, 178, 919 ΑΚ, ως προς την αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και ως προς την αξίωση αποζημιώσεως πελατείας και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας,όπως είχε απορριφθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 20-1-2020 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναιρέσεως λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών των λόγων.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα, έτσι ώστε τα περιστατικά αυτά να μην προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, με αποτέλεσμα, εξαιτίας των ελλείψεων αυτών της αποφάσεως, να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του πορίσματος της εκτιμήσεως αυτής, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1647/2018). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό τηςπροσβαλλόμενηςαποφάσεως (ΑΠ 2048/2013).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ( ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 798/2010).
Οι λόγοι όμως αυτοί από τους αριθμούς 1, 8 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη (λόγω αοριστίας ή από άλλο δικονομικό κώλυμα) ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές, δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών. Εξάλλου το ίδιο απαράδεκτο συντρέχει και στην περίπτωση προβολής πλημμελειών από τον αριθμό 19, διότι με τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο ελέγχονται οι ελλείψεις που ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος όσον αφορά τη συνδρομή των γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μη μπορεί να διαγνωσθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΑΠ 2048/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο,δεύτερο,τρίτο,τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρθμ. 1, 19, 8, 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα ότι το Εφετείο 1) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3β του ΠΔ 219/1991 με ψευδή ερμηνεία, δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια και όχι από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την απαίτηση αποζημιώσεως πελατείας, αξιώνοντας λιγότερα από όσα απαιτεί το πραγματικό της εν λόγω διατάξεως, ενώ κατά την αληθή ερμηνεία της διατάξεως ο εμπορικός αντιπρόσωπος- διανομέας διατηρεί την απαίτησή του για αποζημίωση πελατείας, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατήγγειλε τη σύμβαση, όταν η λύση της δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθενείας του, καθώς και με κακή υπαγωγή των δεχθέντων απ'αυτή πραγματικών περιστατικών στην ανωτέρω διάταξη, αφού, ενώ δέχθηκε ότι η πραγματική αιτία της καταγγελίας ήταν η επικείμενη συνταξιοδότηση του διαχειριστή της αναιρεσείουσας Ν.
Δ., δεν υπήγαγε σωστά την παραδοχή αυτή στην ως άνω διάταξη, με συνέπεια να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, 2) διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, γιατί, ενώ δέχεται ότι η πραγματική αιτία της καταγγελίας και λύσεως της συμβάσεως είναι η επικείμενη λόγω ορίου ηλικίας συνταξιοδότηση του διαχειριστή της αναιρεσείουσας, δεν αναφέρει για την πληρότητα της αιτιολογίας τον ειδικό λόγο που συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση, ώστε η ηλικία και η επικείμενη συνταξιοδότηση του διαχειριστή και πραγματικού ιδιοκτήτη της που ταυτίζεται κατά τη βούληση των μερών και κατά τη λειτουργία της συμβάσεως με το νομικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας, αφού χωρίς αυτόν δεν μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί η σύμβαση, να μην αρκεί να πληρώσει το πραγματικό της ως άνω διατάξεως, 3) παρά το νόμο έλαβε υπόψη την από το άρθρο 9 παρ. 3β ΠΔ 219/1991 ένσταση ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, διότι ο λόγος της καταγγελίας της λόγω ηλικίας επικείμενης συνταξιοδοτήσεως του διαχειριστή της δεν εφαρμόζεται στην αναιρεσείουσα ως νομικό πρόσωπο, καθόσον η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση, 4) παραβίασε τη διάταξη του παραπάνω άρθρου, κρίνοντας ότι έχει εφαρμογή μόνο επί νομικών προσώπων, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω και στην αναιρεσείουσα που είναι νομικό πρόσωπο και δη ομόρρυθμη εταιρεία με δύο εταίρους, από τους οποίους ο ένας είναι διαχειριστής και πραγματικός ιδιοκτήτης της, 5) δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η επικουρική αιτία της καταγγελίας της συμβάσεως είχε ως δικαιολογητικό λόγο την ηλικία του διαχειριστή της, ο οποίος βγαίνει στη σύνταξη, 6) παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη με το να απαιτήσει για την εφαρμογή της τη συνταξιοδότηση, ενώ από την αδιάστικτη διατύπωσή της αρκεί μόνη η ηλικία και 7) δεν έλαβε υπόψη α) το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας του διαχειριστή της αναιρεσείουσας,από το οποίο αποδεικνύεται ότι τον Νοέμβριο του 2011 ήταν ηλικίας 60 ετών, β) την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στις πρωτόδικες και στις εφετειακές προτάσεις της ότι ο διαχειριστής της αναιρεσείουσας είχε την ηλικία και τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως και γ) την 13/02115/2012 απόφαση του ΤΕΒΕ περί χορηγήσεως συντάξεως στον διαχειριστή της αναιρεσείουσας.
Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αξίωση αποζημιώσεως πελατείας κατά την επικουρική της θεμελίωση στην καταγγελία της συμβάσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως του διαχειριστή της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι οι δικαιολογητικοί λόγοι της καταγγελίας που προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 3β ΠΔ 219/1991, συνεπεία των οποίων ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή αποκλειστικός διανομέας διατηρεί την απαίτησή του για αποζημίωση, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατήγγειλε τη σύμβαση, όταν η λύση της δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθενείας του, έχουν εφαρμογή μόνον αναφορικά με φυσικά πρόσωπα, αφού αυτά μπορούν να ασθενήσουν, να καταστούν ηλικιωμένα ή να πάσχουν από σωματική αδυναμία, η διάταξη δε αυτή δεν εφαρμόζεται όταν ο αντιπρόσωπος ή διανομέας είναι νομικό πρόσωπο, όπως εν προκειμένω είναι η αναιρεσείουσα(ομόρρυθμη εταιρεία).
Επομένως, οι πρώτος, τρίτος,τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω υπ' αρθμ. 1), 3), 4), 5), 6) πλημμέλειες είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δεν εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3β ΠΔ 219/1991 και επιπλέον η διάταξη αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα σύμφωνα με τις παραδοχές του.
Οι δε δεύτερος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω υπ' αρθμ. 2) και 7) πλημμέλειες είναι απαράδεκτοι, διότι δεν ιδρύονται στην προκείμενη περίπτωση,αφού το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγική αξίωση αποζημιώσεως πελατείας, τη στηριζόμενη στην καταγγελία της συμβάσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως του διαχειριστή της αναιρεσείουσας και δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της απαιτήσεως αυτής.
Περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 1 ΠΔ 219/1991, με κακή υπαγωγή στο πραγματικό αυτής των δεχθέντων πραγματικών περιστατικών, γιατί, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα εισέφερε 10 επιπλέον πελάτες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το Εφετείο, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, όπως εν προκειμένω, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση. Επίσης, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών,σχετικά με τα ζητήματα αν η αναιρεσείουσα εισέφερε νέους πελάτες και αν προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αφορά στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και στην αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω, με τους τρεις πρόσθετους λόγους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 3β ΠΔ 219/1991, την οποία ψευδώς ερμήνευσε και κακώς υπήγαγε σ'αυτή τα δεχθέντα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, διότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε στην προκείμενη περίπτωση από την αναιρεσείουσα-αποκλειστική διανομέα με δική της πρωτοβουλία και από λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια και όχι από υπαιτιότητα της αντιπροσωπευομένης αναιρεσίβλητης, ούτε από περιστάσεις που θα μπορούσαν να καταλογισθούν στην τελευταία,ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά την ως άνω διάταξη θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε από περιστάσεις καταλογιστέες στην αναιρεσίβλητη,από δικαιολογημένη αφορμή και από συμπεριφορά της τελευταίας που εμπίπτει στη δική της σφαίρα επιρροής.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, επί του ως άνω ζητήματος, δέχθηκε τα ακόλουθα : <<... απέμενε στην ενάγουσα ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, διότι τα καθαρά ποσά που κέρδιζε ετησίως, μετά την αφαίρεση των λειτουργικών της εξόδων, ήτοι 22.743,38 ευρώ για το 2007, 28.920,69 ευρώ για το 2008, 21.166,51 ευρώ για το 2009, 24.076,9 ευρώ για το 2010 και 11.444,27 για το 2011, ήταν συμβατά με το είδος και τις συνθήκες εργασίας της, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν επιβαρυνόταν με το κόστος των επιστραφέντων εμπορευμάτων...κατά το χρονικό διάστημα 2007-2011 το καθαρό περιθώριο κέρδους της ενάγουσας ανήλθε κατά μέσο όρο σε 6,9%, ποσοστό το οποίο η ίδια η ενάγουσα θεωρεί ως εύλογο επιχειρηματικό κέρδος...Η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως έγινε από την ενάγουσα με δική της πρωτοβουλία, η οποία δεν ωθήθηκε στη λύση της λόγω κάποιας υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, ούτε λόγω της μονομερούς επιβολής όρων από την τελευταία, μεταξύ των οποίων και ο όρος περί αμοιβής της εναγούσης με βάση ποσοστό επί του τζίρου.Αντίθετα, αποδεικνύεται κυρίως από το γεγονός ότι η ενάγουσα επέλεξε την τακτική καταγγελία της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής με εξάμηνη προειδοποίηση και λήξη αυτής την 30-11-2011, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αμέσως μετά την καταγγελία, οι ομόρρυθμοι εταίροι της ενάγουσας Ν.
Δ. και Γ. Ψ. αποφάσισαν με το από 18-12-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα, τη λύση της εταιρείας, ότι η πραγματική αιτία της καταγγελίας ήταν η επικείμενη συνταξιοδότηση του διαχειριστή της ενάγουσας, Ν. Δ., η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έλαβε χώρα από την 1-3-2012 και η οποία αναφέρεται ως επικουρική αιτία της καταγγελίας...
Κατά τη λήξη της συνεργασίας το πελατολόγιο είχε αυξηθεί σε 98...απ'αυτούς μπορεί να αποδοθεί στην ενάγουσα η εισφορά των επιπλέον 10 πελατών. 'Ομως δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της επίδικης συμβάσεως, προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης με τους υπάρχοντες πελάτες που εξυπηρετούσε,διότι όχι μόνο δεν αυξήθηκε το ύψος των εισπράξεων που πραγματοποιούσε η ενάγουσα, αλλά αντίθετα από το 2009 και μετά παρουσίασε σημαντική πτώση το ύψος των πωλήσεων.
Ανεξαρτήτως όμως του γεγονότος αυτού, η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, κατ'εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 3β του ΠΔ 219/1991, διότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε στην προκείμενη περίπτωση από την ενάγουσα-αποκλειστική διανομέα με δική της πρωτοβουλία και από λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια (επιθυμία των εταίρων της για λύση της ενάγουσας εταιρείας λόγω συνταξιοδοτήσεως του διαχειριστή της) και όχι από υπαιτιότητα της αντιπροσωπευομένης εναγομένης, ούτε από περιστάσεις που θα μπορούσαν να καταλογισθούν στην τελευταία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, με συνέπεια να μην δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτής.>>.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο,δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3β ΠΔ 219/1991, καθόσον τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε. Επομένως, οι παραπάνω πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Τέλος τo αίτημα που διατυπώθηκε στο πλαίσιο των δύο πρώτων πρόσθετων λόγων για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, σχετικά με την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 18 περ. β της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 9 παρ. 3β ΠΔ 219/1991, αλυσιτελώς προβάλλεται στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον στο πλαίσιο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, πρόσωπα που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο αποκλειστικός διανομέας) δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της παραπάνω Οδηγίας για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή αυτής στα λοιπά πρόσωπα, μέσω της νομολογίας του ΔΕΕ (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 1784/2014).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα , λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2019 αίτηση και τους από 20-1-2020 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αρθμ. 3086/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)