Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the lower court's main reason already rejected the claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the lower court violated procedural rules and failed to properly assess the validity of the distribution relationship, but the Court found these arguments irrelevant. The Court ruled that the lower court's primary reasoning, which rejected the claim based on the nature of the distribution relationship, was sufficient and self-contained, rendering the appellant's additional legal complaints superfluous.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 18, 580 para. 4, 581 no. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible as superfluous when the challenged judgment's main reasoning already decisively rejects the claim, making subsequent legal arguments regarding procedural violations or factual assessment unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 814 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 814/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Δήμα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 1/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 1/6/2006 κύρια αγωγή, ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29/5/2005 αγωγή νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5421/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5791/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 26/10/2014 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 823/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5791/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2260/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 αρ. 2 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.
Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 2274/2009, ΑΠ 201/2009, ΑΠ 1663/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 5421/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως αόριστη η από 09-01-2006 (αριθ.
κατ. 6564/371/2006) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, μεταξύ άλλων και ως προς το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως της από τη διάταξη του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 προβλεπόμενης αποζημιώσεως πελατείας. Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της ως άνω αποφάσεως την από 12-11-2009 (αριθ. καταθ. 10723/2009) έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 5791/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Η τελευταία αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 823/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά παραδοχή του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της από 26-10-2014 (αριθ. καταθ. 868/2014) αιτήσεως αναιρέσεως της και νυν αναιρεσείουσας, καθόσον κρίθηκε ορισμένη η ένδικη αγωγή της, (μόνο) κατά το προδιαληφθέν κεφάλαιο αυτής και, εντεύθεν, εσφαλμένη η περί του αντιθέτου σχετική κρίση του Εφετείου.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αναιρετικώς ενδιαφέροντος μέρους της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση από 9-1-2006 (αυξ. αριθ. καταθ. 6564/371/2006) κύρια αγωγή, κατά το μέρος που μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με όσα προελέχθησαν και τα διαλαμβανόμενα στην, υπό στοιχείο I, νομική σκέψη της παρούσας, ήτοι μόνον όσον αφορά το κεφάλαιο περί αποζημίωσης πελατείας, για το οποίο ενάγεται μόνον η εφεσίβλητη-εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ...
Α.Ε", είναι πλήρως ορισμένη και περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις προαναφερόμενες, στις υπό στοιχεία II, III και IV, νομικές σκέψεις, διατάξεις των άρθρων 361, 340, 345, 346, 724, 725 του ΑΚ, 8 και 9 του Π.Δ. 219/ 1991, 70 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της γίνεται αναφορά, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, όλων των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία, κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου (και δη από τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις), πηγάζει το επίδικο δικαίωμα και συγκεκριμένα γίνεται σαφής αναφορά της συνδρομής όλων των προαναφερόμενων ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αξίωση της ενάγουσας- αντιπροσώπου για αποζημίωση πελατείας, ήτοι τόσο της εισφοράς νέων σταθερών πελατών, από την δραστηριότητα της ενάγουσας, στο δίκτυο της εναγόμενης, αλλά και της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες της τελευταίας, με αποτέλεσμα την αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων της και την γενικότερη διεύρυνση του κύκλου των εργασιών της, όσο και της διατήρησης από την εντολέα - αντιπροσωπευόμενη - εναγόμενη των, εν λόγω, ουσιαστικών ωφελειών, που προκύπτουν από τους πελάτες αυτούς, μετά τη λύση της σύμβασης, καθώς και των, κατ' έτος, προμηθειών κατά την τελευταία πενταετία, με ακριβή προσδιορισμό του μέσου ετήσιου όρου των εισπραχθεισών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από την αντιπρόσωπο -ενάγουσα αμοιβών (βλ.
αναλυτικό προσδιορισμό αυτών στις σελίδες 29-33 της αγωγής), με την περαιτέρω επίκληση ότι η αιτούμενη να αναγνωριστεί, ως οφειλόμενη, αποζημίωση πελατείας είναι δίκαιη. Για την πληρότητα, δε, του δικογράφου της αγωγής, δεν είναι αναγκαίος ούτε ο ονομαστικός προσδιορισμός των νέων πελατών, των οποίων οι υποθέσεις προωθήθηκαν σημαντικά, ούτε το ακριβές ποσό των ωφελημάτων, που διατήρησε η αντιπροσωπευόμενη-εναγόμενη, μετά τη λύση της σύμβασης, από τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα της αντιπροσώπου - ενάγουσας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην, υπό στοιχείο V, προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν γίνεται αναφορά, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία, κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου (και δη από τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις), πηγάζει το επίδικο δικαίωμα και δη η αξίωση της ενάγουσας-αντιπροσώπου για αποζημίωση πελατείας και κατόπιν τούτου την απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, αναφορικά με το κονδύλιο αυτό, έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την εσφαλμένη, κατά νόμο, απόρριψη της αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτό, ελέγχεται βάσιμος και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, εφόσον, έγινε δεκτός ο ανωτέρω λόγος της έφεσης, ο οποίος και μόνον ερευνάται από το δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με όσα προελέχθησαν και τα διαλαμβανόμενα στην, υπό στοιχείο I, νομική σκέψη της παρούσας, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, όσον αφορά την εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ...
Α.Ε" και κατόπιν τούτου να εξαφανιστεί, εν μέρει, η εκκαλουμένη απόφαση, όσον αφορά την από 9-1-2006 (αυξ. αριθ. καταθ. 6564/371/2006) κύρια αγωγή, ως προς την διάδικο αυτή (... ... Α.Ε) και δη μόνον: α] κατά το μέρος, που η αγωγή απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατά το σχετικό κεφάλαιο περί αποζημίωσης πελατείας, για το οποίο ενάγεται η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ...
Α.Ε"...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο συμμορφώθηκε, πλήρως, προς την ως άνω αναιρετική απόφαση. Τούτο διότι, επανεκδίκασε την έφεση, ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο της 5791/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με το οποίο είχε κριθεί αόριστη η ένδικη αγωγή, κατά το αίτημά της περί επιδικάσεως στην ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα, της ' fa προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 αποζημίωσης πελατείας και περαιτέρω, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, ως προς το κεφάλαιο της αυτό, στο σύνολο του (από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής), όπως τούτο είχε κριθεί με την αναιρετική απόφαση, και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε, κατά τούτο, την εκκαλουμένη, έκρινε αυτό νόμιμο και, εν τέλει, το απέρριψε, στο σύνολο του, ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 18 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι: "...έπρεπε να κρίνει το αίτημα της αποζημίωσης πελατείας παραδεκτό και νόμιμο, για μεν τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας για το ποσό των 54.929,91 ευρώ και για τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής βιομηχανικών και καταναλωτικών απορρυπαντικών για το ποσό των 285.842,54 ευρώ και στη συνέχεια να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητά τους διακριτά για κάθε μία από τις συμβάσεις...", πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, σημειουμένου ότι ουδεμία επίδραση ασκεί στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης η παράλειψη του Εφετείου να κρίνει χωριστά το ορισμένο της ένδικης αγωγικής αξίωσης, περί επιδικάσεως αποζημιώσεως πελατείας για το ποσό των 54.929,91 ευρώ από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και χωριστά για το ποσό των 285.842,54 ευρώ, από σύμβαση αποκλειστικής διανομής βιομηχανικών και καταναλωτικών απορρυπαντικών, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, δέχθηκε ως ορισμένη τη σχετική αγωγική αξίωση (επιδικάσεως αποζημίωσης πελατείας), κρίνοντας την ένδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, όπως αυτή διαμορφώθηκε, στο σύνολο της, από την έναρξη μέχρι τη λήξη της.
II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/03), ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 780/2014, ΑΠ 1586/08). Για την ευδοκίμηση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 1881/07). Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην περίπτωση κατά την οποία, από το διατακτικό προκύπτει η απόρριψη της αίτησης στο σύνολο της (ΑΠ 780/2014, ΑΠ 528/09).
Με τον υπό τα στοιχείο Β.1.α λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι, η προσβαλλομένη απόφαση άφησε αίτηση αδίκαστη και ειδικότερα ότι δεν ερεύνησε το αγωγικό αίτημα να της επιδικασθεί το ποσό των 54.929,91 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που λειτούργησε μεταξύ αυτής και της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, από τον Απρίλιο του 2003 μέχρι τη λύση της, στις 30-06-2005.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος, εν προκειμένω, μέρους της προσβαλλομένης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ιδίως από τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό της παραδοχές ότι: α) "...
Συνεπώς και μετά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003, η εναγόμενη εταιρία εξακολουθούσε να προμηθεύει η ίδια τους άνω πελάτες της στη περιοχή της νήσου Κρήτης, ήτοι τις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, όπως super market και δεν παραχώρησε το δικαίωμα αυτό στην ενάγουσα...", β) "...Επομένως, την μεταξύ των διαδίκων εμπορική σχέση, ουδεμία αποκλειστικότητα διήπε, αφού, αφενός μεν η εναγόμενη παραγωγός εταιρία είχε τη δυνατότητα να προμηθεύσει απευθείας τα προϊόντα της στις μεγάλες αλυσίδες συνεταιρισμών και super market στη γεωγραφική περιφέρεια, στην οποία δραστηριοποιούνταν η ενάγουσα, αφετέρου δε η τελευταία μπορούσε να διαθέτει και προϊόντα άλλων εταιριών, είτε παρόμοια και ανταγωνιστικά με τα προϊόντα της εναγόμενης, είτε όχι......
γ) "...οι συμβατικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε η ενάγουσα με την επίδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, ήταν αυτές της απλής διανομής των προϊόντων της εναγομένης στη γεωγραφική περιοχή της δραστηριότητάς της, που δεν προσδίδουν στην, εν λόγω, σύμβαση, ομοιότητα, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας...".
Και, δ) "...Επομένως, δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών, αναφορικά με το δικαίωμα της ενάγουσας να αξιώσει την καταβολή αποζημίωσης πελατείας, μετά τη λήξη της επίδικης σύμβασης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 9 του Π.Δ 219/1991, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι, εν προκειμένω, συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση της, εν λόγω, αποζημίωσης...".
Σε συνδυασμό με το απορριπτικό, για το σύνολο της ένδικης αγωγικής αξίωσης, διατακτικό της, το οποίο έχει ως εξής: "...ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 12-11-2009 (αυξ. αριθ. κατ. 10723/2009) έφεση, κατά της υπ' αριθμ. 5421/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 5421/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα μόνον όσον αφορά την από 9-1-2006 (αυξ.
αριθ. καταθ. 6564/371/2006) κύρια αγωγή και μόνον ως προς την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... ... Α.Ε." και δη μόνο: α] κατά το μέρος, που, μ' αυτήν, απορρίφθηκε η από 9-1-2006 (αυξ. αριθ. καταθ. 6564/371/2006) κύρια αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημίωσης πελατείας, για το οποίο ενάγεται και μόνον η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ...
Α.Ε."....ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της...", προκύπτει, σαφώς, ότι το Εφετείο δεν σιώπησε, αλλά, αντίθετα, ερεύνησε το ένδικο αγωγικό αίτημα και, αφού δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, από την έναρξη αυτής, το έτος 1994, μέχρι τη λύση της, στις 30η-6-2005, είναι σύμβαση απλής διανομής, μη συνεφέλκουσα, ως εκ τούτου, την επ' αυτής εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, το απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, στο σύνολο του, με σχετική διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του.
Σημειουμένου ότι, ενόψει της απορριπτικής αυτής διάταξης του ένδικου αγωγικού κεφαλαίου, στο σύνολο του, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης η παράλειψη του Εφετείου να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλομένη ειδική απορριπτική αιτιολογία και σχετική διάταξη στο διατακτικό της ως προς το ποσό των 54.929,91 ευρώ, αφού το αίτημα αυτό, που, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, αφορά την αξίωση της αναιρεσείουσας να της επιδικασθεί αποζημίωση πελατείας (και) από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, συμπεριλαμβάνεται στο (εν όλω) απορριφθέν, με το διατακτικό της προσβαλλομένης, αγωγικό κεφάλαιο.
III. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 46/2012, ΑΠ 104/2012).
Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013).
Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενη σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995.
Στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιττροσωττευομένου, ενώ στα πλαίσια της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τόσο οι διατάξεις του προμνημονευθέντος ΠΔ, εφόσον εναρμονίζονται προς τη φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αυτής συμβατικής μορφής, όσον και εκείνες περί εντολής του ΑΚ (ΑΠ 812/1991), υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ.
ΟλΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενο του, δ) εάν το πελατολόγιο του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέα και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω ΠΔ "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/13).
Στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως, δέχτηκε, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της αναιρεσιβαλλομένης, τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα και νυν εκκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" συνεστήθη νόμιμα με το υπ' αρ. ...55/10-2-1992 συμβολαιογραφικό έγγραφο του Συμβολαιογράφου, Ε.
Ε., το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης, με αύξοντα αριθμό 11/19-2-1992 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Η εναγόμενη και νυν εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ... Α.Ε" ιδρύθηκε το έτος 1992 και έκτοτε δραστηριοποιείται στον κλάδο της βιομηχανικής παραγωγής και εμπορίας απορρυπαντικών, υγρών καθαρισμού, σαπώνων και λοιπών συναφών προϊόντων οικιακής και επαγγελματικής χρήσης, έχοντας κατοχυρώσει για τα προϊόντα παραγωγής της τα σήματα …, …, …., …, …, … …, …και …, τα οποία, με την πάροδο του χρόνου, απέκτησαν σημαντικό μερίδιο στις σχετικές αγορές καταναλωτικών αγαθών και προϊόντων επαγγελματικής χρήσης.
Η, εν λόγω, εταιρία από την ίδρυσή της, κατά περίπτωση, είτε διέθετε τα ανωτέρω προϊόντα της στους λιανοπωλητές απευθείας, χρησιμοποιώντας δικούς της υπαλλήλους, ως πωλητές είτε συνεργαζόταν με τοπικούς ανεξάρτητους χονδρέμπορους είτε διατηρούσε σε ορισμένες μεγάλες γεωγραφικές περιφέρειες (όπως ….
και ...) υποκαταστήματα, μέσω των οποίων διεξαγόταν η διακίνηση των προϊόντων στην αντίστοιχη περιφέρεια, είτε, τέλος, ακολουθούσε ένα μεικτό σύστημα, που συνδύαζε τις ανωτέρω εναλλακτικές επιλογές, ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περιοχής. Κατά το έτος 1994 ξεκίνησε με την ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", εμπορική συνεργασία, καταρτίζοντας μ' αυτήν σχετική σύμβαση, η οποία αρχικά ήταν ορισμένου χρόνου, όμως, στη συνέχεια κατέστη αορίστου χρόνου, με ειδικότερες μεταξύ τους ανανεούμενες, κατ' έτος, συμβάσεις. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα, ως ανεξάρτητη επιχείρηση χονδρικού εμπορίου, αρχικά έγινε διανομέας των βιομηχανικών προϊόντων της εναγόμενης, ήτοι των προϊόντων εκείνων, που, λόγω συσκευασίας, ποιότητας και λοιπών χαρακτηριστικών, δεν προορίζονται για καταναλωτές (νοικοκυριά), αλλά για χρήστες επαγγελματικών προϊόντων, όπως ξενοδοχεία, νοσοκομεία, πλυντήρια ιματισμού, πλυντήρια αυτοκινήτων, ενώ, μετά το έτος 1999, άρχισε να διανέμει και καταναλωτικά προϊόντα της άνω παραγωγού.
Η περιοχή δραστηριότητας της ενάγουσας για την διανομή των προϊόντων της εναγόμενης (απορρυπαντικών, υγρών καθαρισμού, σαπώνων και λοιπών συναφών ειδών οικιακής χρήσης, με τα σήματα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ...), αρχικά συμφωνήθηκε να καλύπτει τον νομό Ηρακλείου Κρήτης, όμως, μετά το έτος 2001 επεκτάθηκε σε ολόκληρη την νήσο Κρήτη.
Η ενάγουσα διέθετε τα προϊόντα της εναγόμενης στην ανωτέρω γεωγραφική περιοχή, έναντι προμήθειας, επί της αξίας των τιμολογίων πώλησης των προϊόντων. Η διανομή των, εν λόγω, προϊόντων της εναγόμενης αποτελούσε το 70% του κύκλου εργασιών της ενάγουσας, ενώ η τελευταία διένειμε στην γεωγραφική περιοχή δραστηριότητάς της και προϊόντα άλλων παραγωγών, όπως της εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΕΒΕ", που δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και εμπορίας των χαρτικών και απορρυπαντικών με το σήμα "...", καθώς και της εταιρίας "... Α.Ε.Β.Ε", που δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και εμπορίας προϊόντων, όπως κεριά, μαγειρικά σκεύη, διακοσμητικά και γενικά οικιακά είδη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, από τις αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2004, η εναγόμενη εταιρία, παραγωγός προϊόντων απορρυπαντικών, υγρών καθαρισμού, σαπώνων και λοιπών συναφών ειδών οικιακής χρήσης, με τα σήματα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
και ..., κατάρτισε συμφωνία συνεργασίας με εταιρίες του Ομίλου "...", για την ολοκλήρωση των οποίων απέμεναν μόνον οι σχετικές εγκριτικές αποφάσεις των αρμοδίων κρατικών οργάνων και συγκεκριμένα της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Η εναγόμενη προέβη στην, εν λόγω, συνεργασία, μετά από προηγούμενη εκτίμηση των συνθηκών αγοράς και, αφού στάθμισε τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές, που υπήρχαν για το μέλλον της εταιρίας της, προκειμένου έτσι να καταφέρει να επιβιώσει σε ένα εξαιρετικό ανταγωνιστικό περιβάλλον και σε μια αγορά που σταδιακά συρρικνωνόταν σε βάρος των επώνυμων προϊόντων, όπως αυτών της παραγωγής της και υπέρ προϊόντων, που διακινούσαν εκπτωτικές αλυσίδες άλλων καταστημάτων.
Ειδικότερα, δυνάμει του από 7-10-2004 συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που λειτουργούσε ως Off Shore εταιρία της εναγόμενης, με έδρα τον …., στην οποία η τελευταία είχε μεταβιβάσει τα άνω σήματα, που έφεραν τα σημαντικότερα προϊόντα της (..., ..., ..., ..., ...I, ..., ..., ...
και ...) και φερόταν, ως-κάτοχος τους και αφετέρου των εταιριών του Ομίλου "...", η πρώτη μεταβίβασε στις τελευταίες τα δικαιώματά της, επί των σημάτων αυτών. Συγκεκριμένα τα, εν λόγω, σήματα, τα οποία είχαν κατοχυρωθεί νομικά και αναπτυχθεί εμπορικά από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ... Α.Ε", είχαν μεταβιβαστεί από την τελευταία προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", που, όπως προαναφέρθηκε, λειτουργούσε ως Off Shore εταιρία της με έδρα τον …, δυνάμει προγενέστερης σχετικής σύμβασης, που καταρτίστηκε στις 29-9-2004.
Η εναγόμενη εταιρία, ωστόσο, εξακολουθούσε να τα χρησιμοποιεί, δυνάμει σχετικής σύμβασης παραχώρησης της άδειας χρήσης τους, που υπεγράφη κατά την ίδια, ως άνω, ημερομηνία, ήτοι στις 29-9-2004 και έληξε με τη μεταβίβαση των σημάτων αυτών στις εταιρίες του πολυεθνικού Ομίλου "...". Η τελευταία μεταβίβαση, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε χώρα, δυνάμει της από 7-10-2004 σύμβασης, που συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ...", θυγατρική της οποίας είναι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
S.A", η οποία έχει ως σκοπό την εποπτεία και το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των θυγατρικών εταιριών του ομίλου στην Ευρώπη, μέλος των οποίων αποτελεί και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε". Στη σύμβαση αυτή, η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ... Α.Ε" συμβλήθηκε ως, εκ τρίτου αδειούχος χρήσης, των μεταβιβασθέντων σημάτων.
Η, ως άνω, από 7-10-2004 συμφωνία, η οποία υπόκειτο, εκ του νόμου, σε προηγούμενο έλεγχο νομιμότητας, ως προκαλούσα συγκέντρωση επιχειρήσεων και η οποία υπαγόταν, εξ αυτού του λόγου, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4ε του ν. 703/1977 αναστολή πραγματοποίησης, μέχρι την έγκριση της από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, γνωστοποιήθηκε στην τελευταία Επιτροπή στις 15-10- 2004, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4β' του ν. 703/ 1977 (υπ αριθμ.
…74 γνωστοποίηση). Επ' αυτής, εκδόθηκε η από 22-4-2005, υπ' αριθμ. 279/IV/2005 (ΦΕΚ 586/Β/03.05.2005), απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία η τελευταία αποφάνθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος απαγόρευσης της, ως άνω, από 15- 10-2004 γνωστοποιηθείσης συγκέντρωσης επιχειρήσεων. Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 3-5-2005 (ΦΕΚ 586/Β/3-5-2005), οπότε πληρώθηκε η αίρεση για την υλοποίηση της.
Επίσης, δυνάμει έτερου, με την ίδια ημερομηνία, από 7-10-2001 συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, ως παραγωγού/πωλήτριας και αφετέρου εταιρίας του Ομίλου "..." και δη της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... S.A", ως αγοράστριας, καταρτίστηκε σύμβαση συνεργασίας/προμήθειας, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη ανέλαβε να παρασκευάζει, για λογαριασμό και κατ' αποκλειστικότητα της αντισυμβαλλομένης της και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, τα προϊόντα που φέρουν τα ανωτέρω σήματα, τα οποία απέκτησε η μητρική εταιρία αυτής και δη η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ...", βάσει της προαναφερόμενης συμφωνίας της με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...".
Τα προϊόντα αυτά, τα οποία θα έφεραν εφεξής τα, εν λόγω, σήματα, θα διέθετε στην ελληνική αγορά η θυγατρική εταιρία του άνω Ομίλου στην Ελλάδα (... S.A). Η τελευταία αυτή σύμβαση, ετέθη υπόψη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, προκειμένου να ελεγχθεί το σύννομο αυτής, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού.
Συγκεκριμένα, τα συμβαλλόμενα σε αυτήν μέρη υπέβαλαν την υπ αριθμ. …13/19-10-2004 γνωστοποίηση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, ζητώντας την έκδοση απόφασης περί εξαίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 703/1977, άλλως, την έκδοση απόφασης περί αρνητικής πιστοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παράγραφος 1 του ν. 703/1977.
Επί της δεύτερης αυτής γνωστοποίησης, η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξέδωσε την από 7-7-2005, υπ' αριθμ. 285/IV/2005 (ΦΕΚ 1041/Β/22.07.2005) απόφαση, με την οποία ενέκρινε την, ως άνω, σύμβαση προμήθειας, ως μη αντικείμενη στις διατάξεις του ν. 703/1977. Επί των, ως άνω, αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού ασκήθηκαν προσφυγές, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 717/2006 και 1185/2006, αντίστοιχα, αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (καθώς και η υπ' αρ. 550/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που διόρθωσε την τελευταία απόφαση), με τις οποίες απορρίφθηκαν.
Ήδη η νομιμότητα αμφοτέρων των ανωτέρω αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού έχει κριθεί αμετάκλητα, με τις υπ' αρ. 4472/2013 και 4473/2013 αντίστοιχες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδόθηκαν επί των αιτήσεων αναιρέσεως, που άσκησε η ενάγουσα, κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου, το οποίο απέρριψε τις άνω προσφυγές της επί των αποφάσεων αυτών (Επιτροπής Ανταγωνισμού).
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, ενόψει της εξέλιξης αυτής, ήτοι της μεταβίβασης των σημάτων της εναγόμενης εταιρίας προς τις εταιρίες του πολυεθνικού Ομίλου "...", η τελευταία είχε ήδη ενημερώσει άμεσα όλους τους διανομείς της στην Ελληνική Επικράτεια και συγκεκριμένα, στις 7-10-2004, απηύθυνε επιστολές προς όλους τους εμπορικούς συνεργάτες της, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, με τις οποίες τους καθιστούσε ενήμερους, τόσο για την υπογραφή των, ως άνω, συμφωνιών με τις εταιρίες του πολυεθνικού Ομίλου, όσο και για το βασικό περιεχόμενο των συμφωνιών αυτών και τα αποτελέσματά τους.
Ειδικότερα, στην από 7-10-2004 επιστολή, την οποία απηύθυνε προς την ενάγουσα, αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι οι συμφωνίες με τις εταιρίες του Ομίλου "..." προέβλεπαν την αγορά ενός αριθμού εμπορικών σημάτων για την καταναλωτική αγορά και συγκεκριμένα των σημάτων ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...i, ... και .... Στην επιστολή επισημαινόταν, ότι η διανομή των προϊόντων με τα, εν λόγω, εμπορικά σήματα στην Ελλάδα, θα πραγματοποιείτο στο μέλλον από την ελληνική θυγατρική του πολυεθνικού Ομίλου εταιρία.
Αναφερόταν, επίσης, ότι η ίδια η εναγόμενη εταιρία, λειτουργώντας υπό το ίδιο ιδιοκτησιακό καθεστώς, θα επεξέτεινε την παραγωγική της δραστηριότητα, αναλαμβάνοντας, για λογαριασμό του Ομίλου "...", την παραγωγή των προϊόντων με τα, ως άνω, εμπορικά σήματα, καθώς και την παραγωγή άλλων προϊόντων, που έφεραν σήματα του Ομίλου "...".
Της γνωστοποιήθηκε, τέλος, ότι το μόνο που απέμενε για την ολοκλήρωση των συμφωνιών, ήταν η παροχή των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία εγκρίσεων των αρμόδιων διοικητικών οργάνων και δη της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Οι εμπορικοί συνεργάτες της εναγόμενης, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, ενημερώθηκαν, επίσης, με την ίδια επιστολή, ότι η εναγόμενη θα εξακολουθούσε να παραμένει υπεύθυνη για την επιχειρηματική και εμπορική δραστηριότητα, αναφορικά με τα, εν λόγω, εμπορικά σήματα, μόνο για την χρονική περίοδο μέχρι την έγκριση των συμφωνιών από τα όργανα αυτά.
Κατόπιν, δε, της έγκρισης των άνω συμφωνιών από τα αρμόδια διοικητικά όργανα και δη από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, κατά τα προαναφερόμενα, η εναγόμενη ενημέρωσε και πάλι όλους τους διανομείς της στην Ελληνική Επικράτεια, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα, με την από 10-5-2005 επιστολή, την οποία τους απηύθυνε, ότι η, εν λόγω, έγκριση πράγματι έλαβε χώρα και συγχρόνως τους ενημέρωσε ότι η ίδια θα παρέμενε υπεύθυνη για την επιχειρηματική και εμπορική δραστηριότητα των μεταβιβασθέντων εμπορικών σημάτων, μέχρι την 30η-6-2005, οπότε τα τελευταία θα ενσωματώνονταν στο χαρτοφυλάκιο των εταιριών του Ομίλου "...".
Μετά την, ως άνω, έγγραφη ενημέρωση των εμπορικών της συνεργατών, η εναγόμενη εταιρία, έχοντας προβεί προηγουμένως σε σχετικές συνεννοήσεις με την ελληνική θυγατρική εταιρία του Ομίλου "...", κάλεσε όλους τους εμπορικούς συνεργάτες της να έλθουν σε επαφή με το αρμόδιο τμήμα της, εν λόγω, εταιρίας, προκειμένου να συζητήσουν τη συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας με εκείνη.
Όλοι οι εμπορικοί συνεργάτες της εναγόμενης, ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή και κατέληξαν σε συμφωνία για τη συνέχιση της συνεργασίας τους με την άνω θυγατρική εταιρία του Ομίλου "...", εκτός από την ενάγουσα και την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", η οποία ήταν ο διανομέας της στη περιοχή της ..., που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη.
Η ενάγουσα, δηλαδή, αντίθετα με όσα έπραξαν οι λοιποί διανομείς της εναγόμενης, αποφάσισε από μόνη της να μην συνεχίσει την εμπορική της συνεργασία με την θυγατρική εταιρία του Ομίλου "..." στην Ελλάδα, διανέμοντας τα ίδια προϊόντα, υπό τα ανωτέρω σήματα, στην γεωγραφική περιοχή της δραστηριότητάς της, καθόσον θεώρησε ότι η, εν λόγω, συνεργασία δεν ήταν συμφέρουσα για την προοπτική της εταιρίας της, όπως τούτο βεβαιώνει και ο μάρτυρας της τελευταίας, Α.
Κ., ο οποίος, ως εκ της ιδιότητας του υπαλλήλου της (πωλητή), έχει άμεση γνώση και αντίληψη των περιστατικών αυτών (βλ. σελίδα 35 της εισηγητικής έκθεσης). Μάλιστα, αντιλαμβανόμενη, μετά την γνωστοποίηση της από 7-10-2004 επιστολής, ότι η συνεργασία της με την εναγόμενη προμηθεύτρια εταιρία, δεν επρόκειτο να ανανεωθεί, για το επόμενο έτος, προέβη στην αγορά μεμονωμένων ποσοτήτων των άνω προϊόντων, δηλαδή μόνον όσων απαιτούνταν, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ήδη αναληφθείσες παραγγελίες, επιδιώκοντας να διαθέσει και τα εμπορεύματα, τα οποία ήδη υπήρχαν στις αποθήκες της (αποθέματα).
Μετά την λήξη, δε, της συνεργασίας της με την εναγομένη, την 30η- 6-2005, συνέχισε την εμπορική της δραστηριότητα, διανέμοντας τα προϊόντα της εταιρίας "... ΑΕΒΕ", με την οποία ήδη συνεργαζόταν, όπως προαναφέρθηκε, καθώς και άλλων παραγωγών. Περαιτέρω, από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", στο πλαίσιο της εμπορικής συνεργασίας της με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ... Α.Ε", η οποία διήρκησε, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 1994 μέχρι την 30η-6-2005, οπότε τα εμπορικά σήματα της τελευταίας ενσωματώθηκαν στο χαρτοφυλάκιο των εταιριών του Ομίλου "...", κατόπιν της προηγηθείσης μεταβίβασής τους σ' αυτές, πωλούσε στο όνομά της και για λογαριασμό της τα προϊόντα της (εναγόμενης), ήτοι απορρυπαντικά ρούχων, πιάτων και σκευών, υγρά καθαρισμού, σαπούνια και συναφή είδη οικιακής χρήσης, τα οποία διατίθενται στην ελληνική αγορά με τα σήματα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...i, ...
και .... Η διανομή των, εν λόγω, προϊόντων της εναγόμενης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αποτελούσε το 70% του κύκλου εργασιών της ενάγουσας, γεγονός το οποίο, άλλωστε, αναφέρει και η ίδια στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής της και βεβαιώνει και ο ανωτέρω μάρτυράς της (βλ. σελίδες 14 και 22 της εισηγητικής έκθεσης). Παράλληλα, όμως, με τα προϊόντα της εναγόμενης διένειμε, εν γνώσει, της τελευταίας και προϊόντα άλλων παραγωγών (όπως απολυμαντικά, χαρτικά), ανταγωνιστικά προς τα δικά της και δη της εταιρίας "...
ΑΕΒΕ", που δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και εμπορίας των χαρτικών και απορρυπαντικών - "...", με την οποία συνέχισε να συνεργάζεται και μετά την 30η-6-2005, οπότε έληξε η συνεργασία της με την εναγόμενη, ενώ διακινούσε και προϊόντα της εταιρίας "... ΑΕΒΕ", η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και εμπορίας προϊόντων, όπως κεριά, μαγειρικά σκεύη, διακοσμητικά και γενικά οικιακά είδη.
Η ενάγουσα δεν δεσμευόταν από την εναγόμενη για την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων της τελευταίας και, από την αρχή της μεταξύ τους καταρτισθείσας επίδικης σύμβασης, είχε την δυνατότητα να εξυπηρετεί και άλλους προμηθευτές και μάλιστα ανταγωνιστικών προϊόντων. Η συνεργασία της ενάγουσας με τις ανωτέρω εταιρίες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η οποία βεβαιώνεται και από τους ενόρκως βεβαιούντες, Π.
Γ., Θ. Ν. και Κ. Π., αποδεικνύεται αβίαστα και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, Α. Κ. (βλ. σελίδα 30 εισηγητικής έκθεσης). Εξάλλου και η εναγόμενη είχε διατηρήσει το δικαίωμα να δραστηριοποιείται και εκείνη στην εδαφική περιοχή διανομής της ενάγουσας, διανέμοντας τα προϊόντα της απευθείας, χωρίς την διαμεσολάβηση της τελευταίας και μάλιστα σε τρίτους ανταγωνιστές αυτής, όπως κυρίως σε μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, όπως super market (..., ..., ...), χρησιμοποιώντας για τον λόγο αυτό δικούς της υπαλλήλους, ως πωλητές.
Συγκεκριμένα, στην περιοχή της νήσου Κρήτης πωλητές της ήταν, ο Κ. Π. και ο Ε. Β.. Η εναγόμενη - παραγωγός εταιρία, συνεπώς, ουδέποτε παραχώρησε στην ενάγουσα - διανομέα το αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης των εμπορευμάτων της στην άνω γεωγραφική περιοχή, αλλά αντίθετα στην ίδια περιοχή, είχε την δυνατότητα να διαθέτει και η ίδια απευθείας τα προϊόντα της.
Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, στην περιοχή αυτή υπήρχαν οι δικοί της πωλητές και συγκεκριμένα ο Ε. Β. μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 και ο Κ. Π. μέχρι τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003, οι οποίοι εξυπηρετούσαν άλλους πελάτες, εκτός απ' αυτούς που εξυπηρετούσε η ενάγουσα διανομέας. Στη συνέχεια, δε, ήτοι μετά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003, οπότε λύθηκε η συνεργασία της εναγόμενης με τον πωλητή, Κ.
Π., η ενάγουσα ενεργούσε, ως λήπτης παραγγελιών για την αγορά των προϊόντων της εναγόμενης εταιρίας από μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων (κυρίως super market), τις οποίες (παραγγελίες) διαβίβαζε στην τελευταία και αυτή, με τη σειρά της, εκτελούσε τις παραγγελίες και τιμολογούσε απευθείας τους ως άνω πελάτες. Συγκεκριμένα, η λήψη των, εν λόγω, παραγγελιών γινόταν από την ενάγουσα για λογαριασμό της εναγόμενης, η οποία εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια στο όνομά της.
Οι, εν λόγω, παραγγελίες δίδονταν από συγκεκριμένους πελάτες της εναγόμενης εταιρίας, ήτοι από μέλη ομίλων συνεταιρισμών, με τους οποίους η τελευταία είχε ήδη συνάψει συμφωνία για προμήθεια των προϊόντων της και όχι από πελάτες, για την ανεύρεση των οποίων είχε μεσολαβήσει η ενάγουσα. Οι συμβάσεις που συνάπτονταν, συνεπώς, στο πλαίσιο των, εν λόγω, παραγγελιών, δεν ήταν αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης της ενάγουσας.
Η τελευταία, απλά υλοποιούσε τη λήψη και διαβίβαση προς την εναγόμενη των σχετικών παραγγελιών, τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, εκτελούσε απευθείας η ίδια η εναγόμενη.
Συνεπώς και μετά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2003, η εναγόμενη εταιρία εξακολουθούσε να προμηθεύει η ίδια τους άνω πελάτες της στη περιοχή της νήσου Κρήτης, ήτοι τις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, όπως super market και δεν παραχώρησε το δικαίωμα αυτό στην ενάγουσα, έτσι ώστε η τελευταία να καταστεί αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων της στη περιοχή της νήσου Κρήτης, όπως αβάσιμα αυτή (ενάγουσα) υποστηρίζει.
Επομένως, την μεταξύ των διαδίκων εμπορική σχέση, ουδεμία αποκλειστικότητα διήπε, αφού, αφενός μεν η εναγόμενη παραγωγός εταιρία είχε τη δυνατότητα να προμηθεύει απευθείας τα προϊόντα της στις μεγάλες αλυσίδες συνεταιρισμών και super market στη γεωγραφική περιφέρεια, στην οποία δραστηριοποιούνταν η ενάγουσα, αφετέρου δε η τελευταία μπορούσε να διαθέτει και προϊόντα άλλων εταιριών, είτε παρόμοια και ανταγωνιστικά με τα προϊόντα της εναγόμενης, είτε όχι.
Εξάλλου, από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα διανομέας είχε αναλάβει συμβατική υποχρέωση, κατά τη σύναψη και λειτουργία της επίδικης σύμβασης, να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις, διαθέτοντας πελάτες του δικτύου της αποκλειστικά και μόνο συμβατικά προϊόντα της εναγόμενης, ούτε ότι η τελευταία είχε το δικαίωμα, κατά τους όρους της σύμβασης, να ασκεί έλεγχο και εποπτεία των εργασιών της ενάγουσας και να δίδει οδηγίες, ως προς τον τρόπο ανάπτυξης της εμπορικής της δραστηριότητας στην περιοχή της νήσου Κρήτης, όπου η τελευταία είχε αναπτύξει το δίκτυο διανομής και μεταπώλησης των συμβατικών προϊόντων.
Η ενάγουσα διανομέας, κατ' επιλογή της, πωλούσε τα προϊόντα στην ίδια τιμή, με αυτήν που τα αγόραζε από την εναγόμενη και από την αξία των προϊόντων αυτών, η τελευταία της επέστρεφε κάποιο ποσοστό, ωσάν έκπτωση, ήτοι, κατά μέσο όρο, ποσοστό 10% περίπου, επί του τζίρου, ανάλογα με το ύψος των πωλήσεων, χωρίς ωστόσο, να υποχρεούται, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, να πραγματοποιεί τζίρο, συγκεκριμένου ύψους, κάθε έτος.
Δεν αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι η ενάγουσα διανομέας δεσμευόταν συμβατικά να ακολουθεί τις οδηγίες και υποδείξεις της παραγωγού, ως προς το ύψος της τιμής πώλησης των διανεμομένων προϊόντων, ούτε ότι υπόκειτο στον έλεγχο της, ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και αναλόγως των αγορών αυτών και ότι γενικά βρισκόταν σε ασθενή θέση έναντι αυτής.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η καταξίωση και η προβολή των προϊόντων της εναγόμενης, υπό τα ανωτέρω σήματα, στις προτιμήσεις των καταναλωτών πανελλαδικά, οφειλόταν αποκλειστικά σε ενέργειες της ίδιας, η οποία είχε επωμισθεί το κόστος για τη προώθηση και τις διαφημίσεις στον τύπο και τη τηλεόραση των διανεμομένων προϊόντων της.
Επιπλέον, η τελευταία παρείχε στην ενάγουσα - διανομέα διάφορα προωθητικά πακέτα, τις λεγόμενες "κιβωτιακές προσφορές". Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των προωθητικών της ενεργειών για την πώληση των προϊόντων της, έδιδε στους εμπορικούς συνεργάτες της, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα, ποσοτικές εκπτώσεις με τη μορφή δωρεάν προϊόντων, προκειμένου να τα διαθέτουν, ως προσφορά στους τελικούς καταναλωτές.
Με τα δωρεάν αυτά προϊόντα οι διανομείς, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, είχαν την δυνατότητα να διενεργούν προσφορές με μειωμένες τιμές ή με επιπλέον ποσότητες προϊόντων. Το κόστος της, εν λόγω, προωθητικής ενέργειας, καλύπτονταν αποκλειστικά από την εναγόμενη- προμηθεύτρια εταιρία και επομένως, χάριν των δικών της ενεργειών, τα προϊόντα της καθίσταντο γνωστά και ελκυστικά στην αγορά.
Αντιθέτως, δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι η ενάγουσα, εκτός του ότι κάποιες φορές τοποθετούσε τα προϊόντα της εναγόμενης σε ξεχωριστό εμφανές σημείο στο κατάστημά της, προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες, αποτελεσματικές για την προώθηση και αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων της εναγόμενης, ούτε, όμως, ότι είχε αναλάβει και ανάλογη συμβατική δέσμευση.
Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είχε αναλάβει συμβατική δέσμευση, προκειμένου να παρέχει στην εναγόμενη τακτική και πλήρη ενημέρωση της κατάστασης των πελατών, με τους οποίους συναλλασσόταν ούτε ότι πράγματι λάμβανε χώρα τέτοια ενημέρωση, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, ώστε η τελευταία προμηθεύτρια να τελεί σε πλήρη γνώση του πελατολογίου διανομής και να της δίδεται έτσι η δυνατότητα να το αξιοποιήσει μετά τη λύση της σύμβασης.
Ούτε, άλλωστε, αποδεικνύεται ότι είχε αναλάβει τη συμβατική υποχρέωση να της παραδώσει τον κατάλογο πελατών, μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης, έτσι ώστε, μετά τη λήξη της συνεργασίας τους, όλοι οι πελάτες αυτοί να εισρεύσουν στο δίκτυο πωλήσεων της εναγόμενης παραγωγού. Στο σημείο αυτό, δε, αξίζει να σημειωθεί ότι, ανεξάρτητα από το ανωτέρω περιγραφόμενο συμβατικό πλαίσιο της επίδικης εμπορικής συνεργασίας, το οποίο ασκεί καθοριστικό ρόλο για τον νομικό χαρακτηρισμό της και τις απορρέουσες απ' αυτήν έννομες συνέπειες, εν προκειμένω, πλήρως αποδεικνύεται ότι, μετά την 30η-6- 2005, οπότε και τα μεταβιβασθέντα σήματα, που έφεραν τα προϊόντα της εναγόμενης, ενσωματώθηκαν στο χαρτοφυλάκιο των εταιριών του Ομίλου "...", η εναγόμενη δεν είχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε εμπορική εκμετάλλευσή τους, αφού την εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων αυτών είχαν, πλέον, οι εταιρίες του άνω πολυεθνικού Ομίλου και, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε καμία δυνατότητα να περιέλθουν οι πελάτες, που αγόραζαν τα προϊόντα αυτά, στο πελατολόγιο της (εναγόμενης).
Επομένως, η τελευταία ήταν αδύνατο να προσπορίζει οποιαδήποτε οφέλη από πελάτες, τους οποίους η ενάγουσα τυχόν εισέφερε στο δίκτυο πώλησης των προϊόντων της, μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, συνεπώς, ήτοι ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι αληθής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι εισέφερε νέους πελάτες στο δίκτυο αγοράς των προϊόντων της εναγόμενης, μετά τη λύση της σύμβασης, την 30η-6-2005, οι πελάτες αυτοί ήταν αδύνατον να εισρεύσουν στο πελατολόγιο της τελευταίας, αφού η, εν λόγω, εταιρία είχε μεταβιβάσει το δικαίωμα πώλησης των προϊόντων, υπό τα ανωτέρω σήματα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...i, ...
και ..., στις εταιρίες του ομίλου "...", οι οποίες και μόνο, πλέον είχαν το δικαίωμα εκμετάλλευσης των άνω σημάτων. Άλλωστε, μετά τη λήξη της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, την 30η-6-2005, η ενάγουσα διανομέας δεν παρέδωσε τον κατάλογο των πελατών της στην, μέχρι τότε προμηθεύτρια, εναγόμενη εταιρία, αφού δεν δεσμευόταν με τέτοιο συμβατικό όρο, ούτε η τελευταία ζήτησε να της παραδοθεί το, εν λόγω, πελατολόγιο, αφού δεν είχε συμβατικό προς τούτο δικαίωμα, γεγονός το οποίο πλήρως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του ιδίου, ως άνω, μάρτυρα της (ενάγουσας), ο οποίος, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, σχετικά με την παράδοση του πελατολογίου μετά τη λύση της σύμβασης, απαντά αρνητικά (βλ.
σελίδα 29 της εισηγητικής έκθεσης), ούτε, βέβαια, από οποιοδήποτε στοιχείο προκύπτει ότι παρέδωσε τον κατάλογο αυτό στις εταιρίες του ομίλου "...", οι οποίες, πλέον, είχαν το δικαίωμα πώλησης των προϊόντων με τα σήματα αυτά, καθόσον, επίσης δεν δεσμευόταν με ανάλογο συμβατικό όρο. Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αβίαστα συνάγεται, συνεπώς, ότι η ενάγουσα διανομέας δεν απώλεσε τους άνω πελάτες, ήτοι τόσο αυτούς, που τυχόν η ίδια εισέφερε στο δίκτυο πωλήσεων της εναγόμενης προμηθεύτριας εταιρίας, όσο και αυτούς που προϋπήρχαν και η εναγόμενη της είχε παραχωρήσει, λόγω του χαρακτήρα της σύμβασης, που είχε καταρτίσει μ' αυτήν και των κανόνων, από τους οποίους διήπετο στην εμπορική τους συνεργασία και των, εξ αυτών, συμβατικών της δεσμεύσεων, αφού δεν προέκυψε ότι ανέλαβε τις προαναφερόμενες δεσμεύσεις, αλλά ότι τούτο ήταν αποτέλεσμα δικής της επιλογής της, δηλαδή αποκλειστικά και μόνον της απόφασής της να μην συνεχίσει την συνεργασία της με τις εταιρίες του ομίλου "...", οπότε και θα είχε τη δυνατότητα, αφενός να πωλεί τα ίδια προϊόντα, υπό τα ανωτέρω σήματα, στη γεωγραφική περιοχή της δραστηριότητάς της, έστω και με διαφορετικούς όρους, αφετέρου να μην απωλέσει τους άνω πελάτες, οι οποίοι επιθυμούσαν την αγορά των συγκεκριμένων προϊόντων.
Δεν προέκυψε, δηλαδή, ότι η ενάγουσα διανομέας απώλεσε τους ανωτέρω πελάτες και τα οικονομικά οφέλη από την πώληση των προϊόντων της εναγόμενης, συνεπεία της επέλευσης των αποτελεσμάτων συμβατικών όρων της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, αφού τέτοιοι όροι δεν είχαν συνομολογηθεί, οι οποίοι, κατά τη λήξη της σύμβασης, έδιδαν τη δυνατότητα στην εναγόμενη προμηθεύτρια εταιρία, υφαρπαγής των πελατών της ενάγουσας διανομέα και προσπόρισης οικονομικών ωφελειών από τους πελάτες αυτούς, όπως η ίδια (ενάγουσα) παντελώς αβάσιμα υποστηρίζει.
Τα όσα, δε, αντίθετα αναφέρουν οι ενόρκως βεβαιούντες, Κ. Τ. και Ε. Κ., περί των συμβατικών δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η ενάγουσα διανομέας με την επίδικη σύμβαση και του νομικού χαρακτήρα αυτής, δεν κρίνονται βάσιμα και πειστικά, έτσι ώστε να ανατρέψουν την παραπάνω κρίση, καθόσον αναιρούνται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το Δικαστήριο εκτίμησε και αξιολόγησε, προκειμένου να σχηματίσει την, εν λόγω, κρίση.
Από όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι, στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα ανέλαβε συμβατικές υποχρεώσεις, που την καθιστούσαν αποκλειστικό διανομέα, αποτελούσα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγόμενης παραγωγού, εφόσον:
α) δεν αποδείχθηκε ότι την επίδικη συνεργασία διήπε σχέση αποκλειστικότητας, αλλά ούτε και αποδείχθηκε ανάληψη υποχρέωσης μη ανταγωνισμού, αφού στο πλαίσιο της συμβατικής εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων, όπως αυτή ίσχυε από το έτος 1994, η ενάγουσα πωλούσε, στο όνομα της και για λογαριασμό της, τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης (απορρυπαντικά, υγρά καθαρισμού, σαπούνια και λοιπά συναφή είδη οικιακής και επαγγελματικής χρήσης) σε λιανοπωλητές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις της νήσου Κρήτης, ενώ παράλληλα, εν γνώσει της τελευταίας, διένειμε και ανταγωνιστικά προϊόντα άλλων παραγωγών (απορρυπαντικά, απολυμαντικά, χαρτικά), μη έχοντας αναλάβει συμβατική υποχρέωση, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις και η εναγόμενη, όμως, παραγωγός είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα να διαθέτει η ίδια, απευθείας, τα προϊόντα της σε τρίτους, ανταγωνιστές της ενάγουσας διανομέα, στην γεωγραφική περιοχή δραστηριότητας αυτής, β) η καταξίωση και η προβολή των προϊόντων της εναγόμενης οφειλόταν αποκλειστικά σε ενέργειες της τελευταίας, η οποία είχε επωμιστεί το κόστος για την προώθηση και τις διαφημίσεις των, εν λόγω, προϊόντων πανελλαδικά, με διαφημίσεις στον τύπο και την τηλεόραση και παρέχοντας διάφορα προωθητικά πακέτα αυτών, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες ικανές, για την προώθηση των, εν λόγω, προϊόντων, ούτε άλλωστε, ότι η τελευταία είχε αναλάβει ανάλογη συμβατική δέσμευση, γ) η ενάγουσα, ενεργώντας ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας (χονδρέμπορος), δεν δεσμευόταν συμβατικά να ακολουθεί τις οδηγίες και υποδείξεις της παραγωγού, ως προς το ύψος της τιμής πώλησης των διανεμομένων προϊόντων, ούτε υπόκειτο στον έλεγχο της, ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και αναλόγως των αγορών αυτών και γενικά δεν αποδείχθηκε ότι βρισκόταν σε ασθενή θέση έναντι αυτής και δ) δεν αποδείχτηκε συμβατική δέσμευση της ενάγουσας διανομέα, προκειμένου να παρέχει στην εναγόμενη προμηθεύτρια τακτική και πλήρη ενημέρωση για την κατάσταση των πελατών, με τους οποίους συναλλασσόταν, ούτε ότι της παρείχε τέτοια ενημέρωση, κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, ώστε η τελευταία να τελεί σε πλήρη γνώση του πελατολογίου και να έχει έτσι τη δυνατότητα να το αξιοποιήσει μετά τη λύση της σύμβασης, αλλά ούτε και αποδείχθηκε συμβατική δέσμευση αυτής να της παραδώσει τον, εν λόγω, κατάλογο, κατά τη λύση της επίδικης σύμβασης, έτσι ώστε, μετά τη λήξη της εμπορικής τους συνεργασίας, να περιέλθουν όλοι οι πελάτες σ' αυτήν (εναγόμενη-παραγωγό).
Όμως, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προηγηθείσα, υπό στοιχείο II, νομική σκέψη, οι προαναφερόμενες συμβατικές υποχρεώσεις, οι οποίες, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκαν στο σύνολο τους, δηλαδή, δεν αποδείχθηκε ούτε η ύπαρξη κάποιας ή κάποιων απ' αυτές, έτσι ώστε, η ιδιαίτερη ένταση των τελευταίων να καλύπτει την έλλειψη των λοιπών, σύμφωνα με την ίδια, ως άνω, νομική σκέψη, καθιστούν τον διανομέα αποκλειστικό, αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού και η συνδρομή τους προσδίδει στη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, ομοιότητα, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, που επιβάλλει και επ' αυτής την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 περί τακτικής καταγγελίας και αποζημίωσης πελατείας.
Αντίθετα, οι συμβατικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε η ενάγουσα με την επίδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, ήταν αυτές της απλής διανομής των προϊόντων της εναγόμενης στη γεωγραφική περιοχή της δραστηριότητάς της, που δεν προσδίδουν στην, εν λόγω, σύμβαση, ομοιότητα, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, έτσι ώστε να τυγχάνει και επ' αυτής, η ανάλογη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του Π.Δ. 219/1991.
Ενόψει των ανωτέρω, η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων δεν αποτελεί, όπως αβάσιμα χαρακτηρίζεται από την ενάγουσα, σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά σύμβαση απλής διανομής, η οποία δεν υπόκειται στην ειδική ρύθμιση των διατάξεων των Π.Δ. 219/1991 "Περί εμπορικών αντιπροσώπων", σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ίδια, ως άνω, υπό στοιχείο II, μείζονα νομική σκέψη.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του Π.Δ. 219/1991, που εφαρμόζονται επί εμπορικής αντιπροσωπείας. Επομένως, δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών, αναφορικά με το δικαίωμα της ενάγουσας να αξιώσει την καταβολή αποζημίωσης πελατείας, μετά τη λήξη της επίδικης σύμβασης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 9 του Π.Δ 219/1991, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι, εν προκειμένω, συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση της, εν λόγω, αποζημίωσης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις, υπό στοιχεία II, III και IV, προηγηθείσες νομικές σκέψεις.
Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αγωγή ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμη...
Συνεπώς, η υπό κρίση από 9-1-2006 (αυξ. αριθ. καταθ. 6564/371/2006) κύρια αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό, κατά το οποίο και μόνον μεταβιβάστηκε και ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο, μέσα στα όρια, που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.". Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του, με επάρκεια, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, ως σύμβασης απλής διανομής, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 και ορθώς δεν τις εφάρμοσε, στην προκειμένη περίπτωση.
Ειδικότερα, κρίνοντας το σύνολο της ένδικης συμβατικής σχέσης (από την έναρξή της, το έτος 1994 μέχρι τη λύση της, στις 30-06-2005) και αποδίδοντας τη δέουσα βαρύτητα στις αναληφθείσες από κάθε μέρος υποχρεώσεις, σε συνδυασμό με τις επιφυλαχθείσες, εκατέρωθεν, ευχέρειες και ελευθεριότητες, δέχτηκε ότι: α) στα πλαίσια της συμβατικής εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων, όπως αυτή ίσχυε από το έτος 1994 η αναιρεσείουσα πουλούσε στο όνομά της και για λογαριασμό της τα προϊόντα της αναιρεσίβλητης (απορρυπαντικά, υγρά καθαρισμού, σαπούνια και λοιπά συναφή προϊόντα οικιακής και επαγγελματικής χρήσης) σε λιανοπωλητές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις της νήσου Κρήτης, ενώ παραλλήλως, εν γνώσει της τελευταίας, διένειμε και ανταγωνιστικά προϊόντα πολλών ακόμη παραγωγών (απορρυπαντικά, απολυμαντικά, χαρτικά κλπ), μη αποδειχθείσας συμβατικής της υποχρέωσης να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις, β) η καταξίωση και η προβολή των προϊόντων της αναιρεσίβλητης οφειλόταν σε ενέργειες της ίδιας, που είχε επωμιστεί το κόστος για την προώθηση και τις διαφημίσεις των προϊόντων στον τύπο και την τηλεόραση και παρείχε διάφορα προωθητικά πακέτα, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες για την προώθηση των προϊόντων της αναιρεσίβλητης, γ) δεν αποδείχτηκε συμβατική δέσμευση της αναιρεσείουσας να παρέχει στην αναιρεσίβλητη τακτική και πλήρη ενημέρωση για την κατάσταση των πελατών με τους οποίους συναλλάσσεται, ώστε η προμηθεύτρια να τελεί σε πλήρη γνώση του πελατολογίου και να το αξιοποιεί μετά τη λύση της σύμβασης, με καταληκτικό αποδεικτικό πόρισμα ότι η συνδέουσα τις διαδίκους ένδικη σχέση ήταν αυτή της απλής διανομής.
Τα ανωτέρω περιστατικά αρκούσαν για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, της αναιρεσιβαλλομένης, περί μη εφαρμογής, στην ένδικη σύμβαση, των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 και, συνακολούθως, του διατακτικού αυτής, περί απορρίψεως ως ουσιαστικά αβάσιμης της, ερειδομένης στις εν λόγω διατάξεις, ένδικης αγωγικής αξιώσης της αναιρεσείουσας να της επιδικασθεί αποζημίωση πελατείας.
Η κρίση αυτή δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί: 1) από την κατά το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης πλεοναστική παραδοχή ότι και η παραγωγός αναιρεσίβλητη είχε κρατήσει και ασκούσε το δικαίωμα να δραστηριοποιείται στην εδαφική περιοχή διανομής της αναιρεσείουσας, διανέμοντας τα προϊόντα της μέσω πωλητή της, ιδίως, σε μεγάλες αλυσίδες super market, η οποία (παραδοχή) δεν ήταν απαραίτητη για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθόσον αρκούσαν οι λοιπές παραδοχές, 2) από την παραδοχή ότι διένειμε προϊόντα και άλλων παραγωγών μη ανταγωνιστικών εκείνων της αναιρεσίβλητης, εφόσον συγχρόνως δέχθηκε ότι αυτή διένειμε απορρυπαντικά και απολυμαντικά άλλων παραγωγών, όπως της εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕΒΕ", τα οποία απορρυπαντικά και απολυμαντικά κατά το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής και τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ήταν ανταγωνιστικά προς τα βιομηχανικής παραγωγής και εμπορίας προϊόντα της αναιρεσίβλητης, μη απαιτουμένης, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, της ειδικής αναφοράς των χαρακτηριστικών, του σκοπού, του προορισμού χρήσης και της τιμής των προϊόντων αυτών, 3) από τις παραδοχές, σχετικά με το ότι χάριν των ενεργειών της αναιρεσίβλητης, που είχε επωμιστεί το κόστος προώθησης και τις διαφημίσεις και παρείχε "κιβωτιακές προσφορές", τα προϊόντα της κατέστησαν γνωστά και ελκυστικά στην αγορά, χωρίς ν1 αποδειχτούν συγκεκριμένες ενέργειες της αναιρεσείουσας για την προώθηση τους, καθόσον πρόκειται για επιχειρήματα του δικαστηρίου προς συναγωγή της κρίσης του, αναφορικά με τη συμβολή της αναιρεσείουσας στην επέκταση της πελατείας της πρώτης αναιρεσίβλητης και, 4) από τις παραδοχές ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, από τότε που μεταβίβασε τα σήματα των προϊόντων της στις εταιρείες του ομίλου "...
Α. Ε.", δεν μπορούσε να προβαίνει σε εκμετάλλευση του πελατολογίου της αναιρεσείουσας, ούτε αποδείχτηκε ότι η τελευταία το μεταβίβασε στην αγοράστρια, καθόσον όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο της απόφασης, πρόκειται για επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες αλυσιτελώς πλήττονται από την αναιρεσείουσα, διότι για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος αρκούσε η μη πληττόμενη λυσιτελώς αιτιολογία περί ανυπαρξίας συμβατικής δέσμευσης της αναιρεσείουσας να παρέχει στην πρώτη αναιρεσίβλητη τακτική και πλήρη ενημέρωση για την κατάσταση των πελατών με τους οποίους συναλλάσσεται.
Επομένως, με τα όσα ως άνω δέχθηκε το Εφετείο, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 288, 713, 718 ΑΚ, 4,6 παρ. 1, 8, 9 και 10 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου. Κατ' ακολουθίαν, οι περί του αντιθέτου, υπό τα στοιχεία:
Β2α, Β2β, (αα), (ββ), Β3, Γ1, Γ2β, Γ3α, (αα), (ββ), (γγ), (δδ), Γ3β, Γ4, Γ5α, β, γ, δ, Γ6α και Γ8, λόγοι της αιτήσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ( ΟλΑΠ 25/2003, 3/97) και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί ή τα περιστατικά που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 1851/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον υπό στοιχείο Γ 2α λόγο της αίτησης, αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθ. 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι έλαβε υπόψη του τον, μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη, εναγομένη, παραγωγός είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα να διαθέτει η ίδια, απευθείας, τα προϊόντα της σε τρίτους ανταγωνιστές της (αναιρεσείουσας, ενάγουσας), στη γεωγραφική περιοχή της δραστηριότητάς της. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, πέραν του ότι τα ως άνω περιστατικά, τα οποία επικαλείται, επιχειρούσα τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα, ανάγονται σε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο της απόφασης, συγκροτούν επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλομένης, οι οποίες αλυσιτελώς πλήττονται, διότι για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος αυτής αρκούσε η μη πληττόμενη λυσιτελώς αιτιολογία της ότι αυτή (αναιρεσείουσα) διένειμε απορρυπαντικά και απολυμαντικά άλλων παραγωγών, ανταγωνιστικών προς αυτά της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης και ότι δεν αποδείχθηκε υποχρέωσή της να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις.
V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων, με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 804/2015). Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (ΑΠ 804/2015).
Με τον υπό στοιχείο Γ 7α λόγο προβάλλεται, από την αναιρεσείουσα, η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι υπάρχει αμφιβολία αν το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσης του, αναφορικά με την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε την από του έτους 1999 έγγραφη συμφωνία διανομής των βιομηχανικών απορρυπαντικών, που προσκομίσθηκε με τις από 09-12-2015 εφετειακές προτάσεις της.
Από τη διαλαμβανόμενη, όμως, στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης βεβαίωση ότι, για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσης της, στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε "...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν αποκλειστικά και μόνο με τις έγγραφες προτάσεις τους, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ουδέν πέραν τούτων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής και ιδίως τις παραδοχές της ότι: "...Κατά το έτος 1994 ξεκίνησε με την ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", εμπορική συνεργασία, καταρτίζοντας μ1 αυτήν σχετική σύμβαση, η οποία αρχικά ήταν ορισμένου χρόνου, όμως, στη συνέχεια κατέστη αορίστου χρόνου, με ειδικότερες μεταξύ τους ανανεούμενες, κατ' έτος, συμβάσεις. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα, ως ανεξάρτητη επιχείρηση χονδρικού εμπορίου, αρχικά έγινε διανομέας των βιομηχανικών προϊόντων της εναγόμενης, ήτοι των προϊόντων εκείνων, που, λόγω συσκευασίας, ποιότητας και λοιπών χαρακτηριστικών, δεν προορίζονται για καταναλωτές (νοικοκυριά), αλλά για χρήστες επαγγελματικών προϊόντων, όπως ξενοδοχεία, νοσοκομεία, πλυντήρια ιματισμού, πλυντήρια αυτοκινήτων, ενώ, μετά το έτος 1999, άρχισε να διανέμει και καταναλωτικά προϊόντα της άνω παραγωγού....", ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, αλλ' αντιθέτως καθίσταται βέβαιο, ότι και το ως άνω έγγραφο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο αναφέρεται η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και, ως εκ τούτου, ο προαναφερθείς λόγος είναι αβάσιμος.
VI. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 § 2 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 524 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, εν προκειμένω, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με την παρ. 1 του άρθρου δευτέρου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρο 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.
Γενικεύθηκε έτσι στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών από τις ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 88/2016, ΑΠ 1103/2011, ΑΠ 725/2006, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 747/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο ΣΤ, από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμό ...02/14-12-2015 ένορκη βεβαίωση του Κ. Π., καθ' υπέρβαση του ανώτατου αριθμού των επιτρεπτών ενόρκων βεβαιώσεων, που οποίες μπορούσε να επικαλεσθεί και προσκομίσει η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το κρίσιμο, για τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...από τις νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα- ενάγουσα: α] υπ' αρ. …54/ 31-10-2006 ένορκη βεβαίωση του Κ. Τ., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου, Ν.
Γ., κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες (άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' σε συνδυασμό με άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ) της αντιδίκου της (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αρ. …61Ε/26-10-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Έ.) και β] υπ' αρ.
…20/17-12-2015 ένορκη βεβαίωση του Ε. Κ., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου, Ν. Γ., κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες (άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' σε συνδυασμό με άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ) της αντ/δίκου της (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αρ. …89/14-12-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε.
Έ.), η οποία λαμβάνεται υπόψη, καθόσον προσκομίζεται με την προσθήκη αντίκρουση επί των εγγράφων προτάσεών της, για την αντίκρουση, όμως, ένορκης βεβαίωσης της αντιδίκου της (ήτοι της υπ' αρ. ...02/14-12-2015 ένορκης βεβαίωσης του Κ. Π.), Δ] από τις νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη-εναγόμενη:
α] υπ' αρ. …43/30-10-2006 ένορκη βεβαίωση του Π. Γ., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου, Μ. Α., κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες της αντιδίκου της (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αρ. …68/25-10-2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Κρήτης, Ε.
Π.), β] υπ' αρ. …42/30-10-2006 ένορκη βεβαίωση του Θ. Ν., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μ. Α., κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες της αντιδίκου της (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αρ. …68/25-10-2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ε.
Π.) και γ] υπ' αρ. ...02/14-12-2015 ένορκη βεβαίωση του Κ. Π., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου, Κ. Σ., κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες της αντιδίκου της (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αρ. ...5Γ/9-12-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.
Μ.) [άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' σε συνδυασμό με άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ] και Ε] χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη- εναγόμενη οι υπ' αρ. …914/30-10-2006 και ….74/11-4-2006 ένορκες βεβαιώσεις του Σ. Θ., που δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Π. Κ., τις οποίες επικουρικά επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία,εφόσον η επίκληση και προσκόμιση τους υπερβαίνει τον, οριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.
γ' και δ' του ΚΠολΔ, αριθμό των τριών (3) επιτρεπόμενων για κάθε διάδικο ενόρκων βεβαιώσεων και, ως εκ τούτου, αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, που δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, αποδεικνύονται τα ακόλουθα...".
Από τις παραπάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τρεις ένορκες βεβαιώσεις της ήδη αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμούς: 1) …43/30- 10-2006, 2) …42/30-10-2006, των Π. Γ. και Θ. Ν., αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μ. Α. και, 3) ...02/14-12-2015 του Κ. Π., ενώπιον της Συμβολαιογράφου, Κ.
Σ., κατά τη σειρά της επίκλησής τους, από αυτή και, επομένως, δεν υπερέβη τον, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, ανώτατο αριθμό ενόρκων βεβαιώσεων, τις οποίες μπορούσε να λάβει υπόψη του, από εκείνες που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, στη συγκεκριμένη δίκη. Σημειωτέον ότι, η διαληφθείσα στην αναιρεσιβαλλομένη κρίση του Εφετείου, περί επικουρικής επίκλησης, εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, των υπ' αρ.
…914/30-10-2006 και …574/11-4-2006 ενόρκων βεβαιώσεων του Σ. Θ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Π. Κ., (που δεν έλαβε υπόψη του), έναντι αυτής του Κ. Π. (που έλαβε υπόψη του, ως τρίτη, τον αριθμό, κατά σειρά επίκλησης), ως αναγόμενη στα πράγματα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 88/2016, ΑΠ 747/2008). Επομένως, ο προαναφερθείς, περί του αντιθέτου, αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος.
VII. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα προβάλλει τους αναιρετικούς λόγους: 1) υπό στοιχείο Γ7β, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την, περιεχομένη στις πρωτόδικες και εφετειακές προτάσεις της αναιρεσίβλητης, εναγομένης, ομολογία της ότι, σε σχέση με τα καταναλωτικά απορρυπαντικά, αυτή γνώριζε όλους τους πελάτες της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, που, κατά 90%, ήταν ενταγμένοι σε ενώσεις επιχειρήσεων, συνεταιρισμών, την οποία (ομολογία) η τελευταία είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού. 2) Υπό στοιχείο Δ, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο μέμφεται το Εφετείο ότι, με το να απορρίψει, κατ' ουσίαν, το κονδύλιο της αποζημιώσεως πελατείας, λόγω λύσεως της συμβάσεως διανομής χωρίς υπαιτιότητα της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, αλλά με υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, ενάγουσας, αντί, να κρίνει αντιθέτως και να δεχθεί τη βασιμότητά του, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου (διαλαβούσα ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες), τις διατάξεις των άρθρων 167 ΑΚ, 8 παρ. 3, 4 και 9 παρ. 1, 3α, β ΠΔ 219/1991.
Και, 3) υπό στοιχείο Ε, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το πρώτο σκέλος του οποίου καταλογίζει στο Εφετείο εσφαλμένη εφαρμογή, της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, συντελεσθείσα, αφενός, με την παραδοχή ότι μετά τη μεταβίβαση, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, εναγομένης, σε τρίτη επιχείρηση, των εμπορικών σημάτων των συμβατικών προϊόντων, αυτή δεν μπορούσε να προσπορισθεί ωφέλεια, από πελατεία, τυχόν, εισφερθείσα από την ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα και την, εντεύθεν, απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης αγωγικής αξίωσης, αντί της παραδοχής της ως ουσιαστικά βάσιμης.
Και, αφετέρου, με την παραδοχή ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίδιας, ως άνω διατάξεως, αποτελεί η μη απαιτούμενη, κατά τη γραμματική της διατύπωση, παράδοση του καταλόγου πελατών, από τον εμπορικό αντιπρόσωπο είτε στον αντιπροσωπευόμενο είτε στον τρίτο. Με δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 Σ, 288, 361 ΑΚ, 9 ΠΔ 219/1991, 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007, συνισταμένη στο ότι για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, περί μη περιέλευσης της πελατείας της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας και, εντεύθεν, μη προσπορισμού των εξ αυτής ωφελειών στην ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη, διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της γνώσης και της δυνατότητας εκμετάλλευσης, εκ μέρους της τελευταίας, της πελατείας της πρώτης.
Και, με το υπό στοιχείο 3 σκέλος αυτού, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παράλειψή του να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη ωφελήθηκε από την πελατεία της (αναιρεσείουσας), με το συνυπολογισμό αυτής (πελατείας) στο τίμημα που εισέπραξε από την πώληση σε τρίτη εταιρεία των εμπορικών σημάτων των διανεμομένων προϊόντων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις, παρατιθέμενες στην παρ. Ill της παρούσας αποφάσεως, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το απορριπτικό, της ένδικης αγωγής, διατακτικό της, στηρίζεται, αυτοτελώς και επαρκώς, στην, ανεπιτυχώς πληττόμενη, κύρια αιτιολογία της, ότι η έννομη σχέση, που συνέδεε τις διαδίκους, ήταν αυτή της απλής διανομής και, επομένως, η ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα, ως απλή διανομέας των προϊόντων της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, δεν θεμελιώνει αγώγιμη αξίωση να της επιδικασθεί η κατ' άρθρο 9 ΠΔ 219/1991, αποζημίωση πελατείας. Επομένως, οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, ως αλυσιτελείς. Τούτο δε διότι, όλες οι αιτιάσεις, που περιέχονται σ' αυτούς, αφορούν πλεοναστικές, (απορριπτικές της ένδικης αξίωσης), αιτιολογίες, της αναιρεσιβαλλομένης, που έχουν διαληφθεί σ' αυτήν, υπό την, εκδοχή ότι θεμελιώνεται αγώγιμη αξίωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση πελατείας, κατ' άρθρο 9 ΠΔ 219/1991, που, όμως, αποκλείσθηκε, με την προαναφερθείσα κύρια αιτιολογία της.
VIII. Επομένως, αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2260/2016 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/09/2017 αίτηση, για αναίρεση της 2260/2016, τελεσίδικης, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ