Supreme Court dismisses appeal on one ground but allows another regarding expropriation compensation valuation discrepancies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal regarding the first ground but allowed the second ground concerning valuation discrepancies. The State argued that independent appraisers' values were significantly lower than the final compensation unit price set by the lower court. The court found the first argument baseless but ruled the second argument valid, ordering the case remitted for further trial on the valuation issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal on one ground while allowing it on another, remitting the case for further trial if the allowed ground concerns a factual or valuation dispute requiring new assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 814 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 814/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών (πρώην Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων), που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ..., 2. Θ. χας Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., 3. Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., 4. Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 5. Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 6. Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 7. Μ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ..., 8. Μ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ..., 9. Μ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ..., 10. Μ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ..., 11. Σ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ..., 12.
Σ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ..., 13. Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ..., 14. Β. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 15. Β. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ..., 16. Β. Ι. του Ε., κατοίκου ... (25%), 17. Β. Ι. του Π., κατοίκου ... (25%), 18. Β. Δ. του Π., κατοίκου ... (25%), 19. Β. Ν. του Π., κατοίκου ... (25%), 20. Β. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 21. Β. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 22. Β. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ..., 23. Κ.
Α. του Φ., κατοίκου ..., 24. Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 25. Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ..., 26. Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 27. Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ..., 28. Κ. Α. του Φ., κατοίκου ..., ..., 29. Β. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ..., 30. Β. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ..., 31. Γ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 32. Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ..., 33. Β. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ..., 34.
Σ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ..., 35. Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ..., 36. Σ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ..., 37. Σ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ..., 38. Π. Α. του Σ., κατοίκου ..., ..., 39. Σ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ..., 40. Σ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ... (50%), 41. Σ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ... (50%), 42. Σ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ..., 43. Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ..., 44. Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ..., 45.
Π. Α. του Σ., κατοίκου ..., ... (16,66%), 46. Σ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ... (16,66%), 47. Σ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ... (16,66%), 48. Σ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ... (16,66%), 49. Σ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ... (16,66%), 50. Σ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ... (16,66%), 51. Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ..., 52. Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ..., 53. Κ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ..., 54. Μ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ... (50%), 55.
Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ... (50%), 56. Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 57. Π. Β. του Ε., κατοίκου ..., ..., 58. Ν. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ..., 59. Ρ. Π. του Β., κατοίκου ..., ..., 60. Ρ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ..., 61. Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ..., 62. Γ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ..., 63. Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ..., 64. Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., ..., 65. Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., ..., 66.
Ν. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 67. Γ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ..., 68. Τ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., ..., 70. Τ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., ..., 71. Τ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ..., 72. Τ. Α. του Η., κατοίκου ..., 74. Τ. Μ. του Η., κατοίκου ... (37,50%), 75. Τ. Χ. του Η., κατοίκου ... (37,50%), 76. Τ. Α. του Η., κατοίκου ... (25%), 77. Τ. Μ. του Η., κατοίκου ... (37,50%), 78. Τ. Χ. του Η., κατοίκου ... (37,50%), 79.
Τ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 80. Τ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 81. Κ. - Τ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ..., 82. Τ. Μ. του Ε., ..., 83. Ξ. Σ. του Η., κατοίκου ..., ..., 84. Σ. Ε. του Π., κατοίκου ..., ... (75%), 85. Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., ... (25%), 86. Τ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 87. ..., ..., 88. Δ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 89. ... ΑΕ, που ..., ..., 90. ... ΑΕ, που ..., ..., 91. Π. Ε., κατοίκου ..., ..., 92. Β.
Δ. του Π., κατοίκου ..., 93. Β. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 94. Β. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ..., 95. Κ. Α. του Φ., κατοίκου ..., 96. Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 97. Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ..., 98. Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ..., 99. Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ..., 100. Κ. Α. του Φ., κατοίκου ..., ..., 101. Β. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ... και 102. Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2013 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 198/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με τις από 27-8-2013, 29-8-2013 αιτήσεις και 5-12-2013 (αρ. εκθ. καταθ. ...2014) αιτήσεις - παρεμβάσεις ορισμένων εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις των ήδη 34ου, 89ης-90ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 169/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το απαιτούμενο αυτό έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται).
Τούτο συμβαίνει, όταν απορρίπτονται, ολικά ή μερικά, οι αιτήσεις του ή γίνονται, ολικά ή μερικά, δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.
Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την πληττόμενη απόφαση (άρθρ. 68 και 556 ΚΠολΔ) και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 294/2015, ΑΠ 1619/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον στρέφει την υπό κρίση, από 4-1-2016, αίτηση αναίρεσης και κατά της "...
ΑΕ", 89ης και 90ης των αναιρεσιβλήτων. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μ.
Τ. που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της σχετικής, από 9-12-2013, αίτησής του ως προς τη διάδικο αυτή, τότε 89η και 90η των καθ’ ων η αίτηση και, κατόπιν τούτου, η αίτηση θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδάφ.
α’ και 297 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της, είναι απαράδεκτη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει, σε σχέση με αυτήν, καμία επιβλαβή διάταξη σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, αντίγραφα της ένδικης, από 4-1-2016, αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη προσδιορισμού συζήτησής της για την παρούσα δικάσιμο της 3-3-2017, τοιχοκολλήθηκαν, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (20-7-2016) και στα δημοτικό κατάστημα της Δημοτικής Ενότητας ...
του Δήμου ... (8-8-2016), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα. Επίσης, ειδοποίηση, με το αναγκαίο, κατά νόμο, περιεχόμενο, δημοσιεύτηκε σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες [1) "...", φύλλο 12.689 της 20-9-2016, 2) "...", φύλλο ... της 23-9-2016 και 3) "...", φύλλο ... της 17-9-2016], καθώς και σε μία της Αιτωλοακαρνανίας ["...", φύλλο ...
της 17-9-2016]. Επομένως, οι καθ’ ων η αίτηση -αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δηλώσεις (άρθρα 242 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), κλητεύθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ/Α/82/10-4-2012).
Γι’ αυτό, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) συνάγεται ότι, αν ο διάδικος, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση, ζήτησε εμπροθέσμως να καθοριστεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη από εκείνη, η οποία καθορίστηκε προσωρινά, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, που ασκείται νομότυπα με τις προτάσεις, δεν μπορεί να καθορίσει την αποζημίωση για τα ακίνητα στα οποία αναφέρεται η αίτηση του διαδίκου, υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, καθώς και για εκείνα που δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση αυτή, σε ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που καθορίστηκε προσωρινά, δεδομένου ότι, ως προς τον διάδικο που αμέλησε, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά κατέστη οριστική και δεν μπορεί να αυξηθεί (ΑΠ 872/2012, ΑΠ 1437/2009, ΑΠ 734/2009, ΑΠ 289/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. α’ και β’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 734/2009).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 256 παρ. 1, 258 και 259 παρ. 1 ΚΠολΔ με εκείνη του άρθρου 438 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι τα πρακτικά του δικαστηρίου, ως δημόσιο έγγραφο, εφόσον έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ’ αυτά ότι έγιναν ενώπιον του συντάκτη τους, ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενό της, μεταξύ των οποίων και για την παράσταση των πληρεξούσιων δικηγόρων, ενώ ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (ΑΠ 585/2011, ΑΠ 147/2011).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο καθόρισε την οριστική αποζημίωση των ΚΑΔΕ ... ακινήτων (με φερόμενους κυρίους - δικαιούχους της σχετικής αποζημίωσης τους 15ο, 14ο και 59η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα), ως προς το έδαφος, σε τιμές μεγαλύτερες από εκείνες που καθορίστηκαν προσωρινά, μολονότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν είχαν παρασταθεί στη δίκη του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης ως καθ’ ων η από 9-12-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος και, φυσικά, για τα εν λόγω απαλλοτριωμένα ακίνητα, δεν υπέβαλαν ανταίτηση, ούτε αυτοτελείς αιτήσεις.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα (πρακτικά δίκης, προτάσεις κ.λπ.) που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, πράγματι, οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στη δίκη, ούτε, βέβαια, υπέβαλαν αυτοτελείς αιτήσεις ή ανταιτήσεις και ότι το αναιρεσείον δεν ζήτησε να καθοριστεί οριστική αποζημίωση για τις εδαφικές αυτές εκτάσεις, σε ποσά μεγαλύτερα από αυτά που είχαν προσδιοριστεί με την 198/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, για την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, ήτοι στα ποσά σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αντίστοιχα, α) 1,18, β) 1,75 και γ) 1,03.
Το Εφετείο, όμως, έκρινε ότι η πραγματική αξία των ακινήτων αυτών, ως προς το έδαφος, ανέρχεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε ευρώ, ανά τετρ. μέτρο: α) 3 για τα ... ακίνητα και β) 9 για το ... ακίνητο, δηλαδή καθόρισε οριστικά μεγαλύτερη αποζημίωση από εκείνη που είχε προσδιοριστεί προσωρινά. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 (όπως εκτιμάται και όχι του αριθμού 1 που αναγράφεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Κατά συνέπεια, ο παρών λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015).
Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ίδιου ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (και εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί, για τις οποίες, όμως, δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 844/2015).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1329/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την πληττόμενη 169/2015 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε 1) την από 27-8-2013 αίτηση των Ν. Δ. Μ. κ.λπ., 2) την από 29-8-2013 αίτηση της Ε. συζ. Π. Δ., 3) την από 9-12-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, 4) την από 5-12-2013 αίτηση των Ε. Ε. Μ. κ.λπ., 5) την από 5-12-2013 αίτηση των Σ. Κ. Μ.
και 6) τις παρεμβάσεις των Δ. Π. Β. και Ε. Π., που άσκησαν προφορικά στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Με την 1101194/6693/ 0010/6-11-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 513/17-11-2008 τ.
ΑΑ και ΠΘ και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Βάλτου Αιτωλ/νίας... κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη "...", τμήμα ...... ΔΔ ... του τέως Δήμου ... και νυν ... του Ν. Αιτωλ/νίας, έκτασης συνολικού εμβαδού 165.000 τ.μ., η οποία εικονίζεται... Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων...
σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 653/1977, όπως ισχύουν. Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται οι ιδιοκτησίες των αιτούντων (ή καθ’ ων ή αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου) και των κυρίως παρεμβαινόντων και με βάση τους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα δημιουργούνται υποχρεώσεις και δικαιώματα αποζημίωσης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Α) ΑΞΙΑ ΕΔΑΦΟΥΣ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ - ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΩΝ: Η χάραξη του νέου οδικού άξονα αποτελεί εξ ολοκλήρου νέα χάραξη, η οποία οδεύει σχεδόν παράλληλα και ανατολικά με την υφιστάμενη εθνική οδό, της οποίας το μέσο υψόμετρο είναι λίγα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, σε μια μέση απόσταση 800 μ. περίπου από αυτή, ενώ κινείται σε μια περιοχή με μέσο υψόμετρο 150-200 μ.
Ο νέος οδικός άξονας της ..., στο τμήμα ..., κινείται στα όρια της προστατευόμενης περιβαλλοντικά περιοχής του Αμβρακικού κόλπου, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί ως Εθνικό Πάρκο. Η περιοχή, στην οποία γίνεται η χάραξη του νέου αυτοκινητόδρομου, είναι εξ ολοκλήρου εκτός σχεδίου, επικρατούσα καλλιέργεια είναι αυτή της ελιάς με ελάχιστες διαφορετικές καλλιέργειες (π.χ.
σιτηρά, οπωροφόρα δένδρα κ.λπ.), είναι οικιστικά ανεπτυγμένη κυρίως στο τμήμα του ΔΔ ... και στον οικισμό ... όπου υπάρχουν πολλές παραθεριστικές κατοικίες, παρουσιάζει εμπορική και τουριστική κίνηση, εξυπηρετείται από δίκτυα Οργανισμών Κοινής Ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ) και συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τις υπεραστικές λεωφορειακές γραμμές.
Επίσης η περιοχή αυτή πολεοδομικά δεν είναι θεσμοθετημένη και χωροθετημένη και ως εκτός σχεδίου πόλης περιοχή έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις, ιδία δε για κατασκευή κατοικίας, οι όροι δόμησης είναι με κατά κανόνα αρτιότητα πρόσοψη 25 μ. και εμβαδόν 4.000 τ.μ. (ή κατά παρέκκλιση 2000 τ.μ., 750 τ.μ., 1.200 τ.μ.) και συντελεστή δόμησης ανάλογα με τη χρήση με επιτρεπόμενη δόμηση 200 τ.μ.
και μέγιστη 400 τ.μ. Στην έκθεση εκτίμησης του ΣΟΕ η απαλλοτριούμενη επίδικη έκταση αναφέρεται ως αγροτική, αρδευόμενη με ελαιώνες. Ο μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου, πολιτικός μηχανικός και υπάλληλος της αρμόδιας Υπηρεσίας για την κατασκευή του έργου, προσδιορίζει την αξία των απαλλοτριωθέντων ακίνητων και των επικειμένων τους στα ποσά που αναφέρονται στην έκθεση των ορκωτών εκτιμητών, ενώ οι μάρτυρες των λοιπών διαδίκων κατέθεσαν ότι η αξία αυτή είναι πολύ μεγαλύτερη από την προσδιορισθείσα από το ΣΟΕ κυρίως λόγω του οικοπεδικού χαρακτήρα των εν λόγω ακινήτων χωρίς να έχουν ιδία αντίληψη για τις τρέχουσες τιμές της κτηματαγοράς στην απαλλοτριούμενη ζώνη και χωρίς να προσδιορίζουν την αξία αυτή.
Αντίθετα, η αποτίμηση της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους από το ΣΟΕ του Ελληνικού Δημοσίου πραγματοποιήθηκε με βάση έρευνας της τοπικής κτηματαγοράς, από όπου συνελέγησαν στοιχεία προσόδου, παραγωγής και ετήσιας απόδοσης των ακινήτων, περαιτέρω δε αντλήθηκαν στοιχεία από μηχανικούς, μεσίτες, συμβ/φους, ΔΟΥ, υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (Πολεοδομία, Δ/νση Γεωργίας, Δασική Υπηρεσία) κ.λπ.
Περαιτέρω, από τις δικαστικές αποφάσεις του Δ/ρίου τούτου, που επικαλούνται οι διάδικοι (22/2015, 288/2013, 26/2011), πλέον πρόσφορη για την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων με τα επικείμενά τους αποτελεί η 22/2015 απόφαση οριστικού προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, η οποία αναφέρεται στο ίδιο έργο με το επίδικο (..., τμήμα ...
στο ΔΔ ... του Δήμου ...), ενώ τα .../14-1-2009 προσύμφωνα αγοραπωλησίας του Συμβ/φου Άρτας Α. Π. δεν είναι πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, διότι αφορούν ακίνητα αποκλειστικά ορισμένης περιοχής στο ... Άρτας. Εξάλλου, η τιμή των απαλλοτριουμένων ακινήτων με τα επικείμενά τους, όπως προσδιόρισε αυτή το ΣΟΕ στην από 21-11-2011 έκθεσή του, είναι μικρότερη από την πραγματική, διότι η εκτίμηση έλαβε χώρα στις 5-1-2009, ήτοι χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών πριν από την παρούσα συζήτηση.
Το ΣΟΕ προσδιόρισε την αξία για αγροτεμάχια μονοετούς καλλιέργειας από 0,50 € έως 1,25 €/τ.μ., των ελαιοπεριβόλων με κανονική πυκνότητα 2,50 € έως 3,40 €/τ.μ., την παραγωγή, πρόσοδο και απόδοση καλλιέργειας σε 475 €/στρ., την πρόσοδο καλλιεργειών με μορφή ενοικίου σε 287,50 €/στρ., την αξία των δένδρων ανάλογα με την κατηγορία και το μέγεθος αυτών (μικρά-μεσαία-μεγάλα) και των λοιπών επικειμένων ανάλογα με το είδος τους και την ποιότητα κατασκευής.
Γενικά η απαλλοτριούμενη επίδικη έκταση είναι πεδινή, αρδευόμενη, καλλιεργήσιμη με σιτηρά (βρώμη) και κυρίως ελιά, τα δε αγροτεμάχια μονοετούς καλλιέργειας συνήθως έχουν δυνατότητα οικοπεδικής αξιοποίησης. Mε τα δεδομένα αυτά το Δ/ριο κρίνει ότι, κατά το χρόνο που συζητήθηκε η αίτηση (20-5-2015), η πραγματική αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με τα επικείμενα και τα συστατικά τους, με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου, για το οποίο έγινε, και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση...
ανέρχεται στα ποσά που καθορίζονται στο διατακτικό...], τα οποία ανέρχονται από 0,93 ευρώ έως 11 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, τις αιτήσεις, την ανταίτηση και τις παρεμβάσεις και, μετά από αυτά, καθόρισε, μεταξύ των άλλων, την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις στα παραπάνω ποσά.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ως προς τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις, δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης της απόφασης, οι οποίες αναφέρονται στα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωμένων, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα εδαφικά τμήματα των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων στα προαναφερόμενα ποσά, καθόσον, όπως προκύπτει από τις, ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης αυτών, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τη θέση των απαλλοτριωμένων, τη φύση τους, πρωτίστως, ως αρδευόμενων αγρών, τον τρόπο εκμετάλλευσής τους με την καλλιέργεια σ’ αυτά, κυρίως, ελαιοδέντρων, σιτηρών (βρώμης) και οπωροφόρων δένδρων, αλλά και τη δυνατότητα οικοδομικής τους αξιοποίησης με τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, την από 21-11-2011 έκθεση των εκτιμητών του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (ΣΟΕ), την 198/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, τις τιμές μονάδας αποζημίωσης που καθορίστηκαν από το ίδιο δικαστήριο για απαλλοτριωμένα ακίνητα στην ίδια περιοχή με σχετικές αποφάσεις τους, οι οποίες προσκομίστηκαν σ’ αυτό ως συγκριτικά στοιχεία, τις καταθέσεις των μαρτύρων και, επιπλέον, τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο της συζήτησης.
Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων που προσδιόρισε από εκείνη που αναφέρουν οι πιο πάνω ανεξάρτητοι εκτιμητές στην από 21-11-2011 έκθεσή τους, αιτιολογώντας μάλιστα την απόκλισή του απ’ αυτήν (17ο φύλλο - 1η όψη απόφασης), χωρίς να είναι δεσμευτικές, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, οι κρίσεις των ανεξάρτητων εκτιμητών.
Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που καθόρισε το Εφετείο για τα αναφερόμενα απαλλοτριωμένα ακίνητα που προσιδιάζει στην αξία τους ως δήθεν οικοπέδων και της αξίας αυτών που αναγράφεται στην παραπάνω, από 21-11-2011, έκθεση των ανεξάρτητων εκτιμητών (σε ευρώ, ανά τετραγωνικό μέτρο, από 0,75 έως 1,75) και, συγκεκριμένα, η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης είναι μεγαλύτερη, σχεδόν στο δεκαπλάσιο, από την αξία αυτή που προσδιορίζουν οι εκτιμητές, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο αναιρετήριο.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο και τους διαδίκους που προαναφέρθηκαν και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι φερόμενοι ιδιοκτήτες των ΚΑΔΕ ..., ... απαλλοτριωμένων ακινήτων, ήτοι οι 14ος, 15ος και 59η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που νικήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-2016 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 89ης και 90ης των αναιρεσιβλήτων "... ΑΕ".
Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την 169/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς τα κεφάλαιο και ως προς τους διαδίκους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας, ήτοι κατά το μέρος που καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, ως προς το έδαφος, για τα ΚΑΔΕ ... απαλλοτριωμένα ακίνητα, μεγαλύτερη από εκείνη που είχε καθοριστεί με την 198/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο, για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Και
Καταδικάζει τους 14ο, 15ο και 59η των αναιρεσιβλήτων (Β. Κ., Β. Γ. και Ρ. Π., αντίστοιχα) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ