Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to lack of legal interest in the contested reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling confirming the plaintiff's property ownership. The State argued the judgment was flawed regarding the derivative acquisition of title and the nature of the property, but the Court found these arguments legally unfounded. Consequently, the Court ruled that the appeal lacked legal interest because the lower court's decision was already supported by an independent and successful ground of appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to overturn the decision, particularly when the decision is supported by multiple grounds and the appellant only attacks a ground that is not successfully challenged by a valid appeal reason.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 814 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 814/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Θ. Μ., το γένος Ν. Β. - Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Γεωργαντοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 13/5/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 27/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το μεν άρθρο 236 ΑΚ ορίζει ότι "Αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία", το δε άρθρο 239 του ίδιου Κώδικα προβλέπει ότι "Διάθεση αντικειμένου από μη δικαιούχο είναι έγκυρη, αν έγινε με τη συναίνεση του δικαιούχου".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:, α) Η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της.
Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση. β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Όμως, τύπος απαιτείται και στις περιπτώσεις που προκύπτει από το σκοπό της διάταξης, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία.
Ειδικότερα συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση δικαιοπραξίας, η οποία (συγκατάθεση) παρέχεται είτε πριν είτε κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας και για τον τύπο χορήγησής της ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω γενικά για τη συγκατάθεση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Έτσι από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για να χωρήσει μεταβίβαση κυριότητας επί ακινήτου απαιτείται πριν από κάθε άλλο να υπάρχει κυριότητα στο μεταβιβάζοντα, εξαίρεση δε από τον κανόνα αυτό, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 239 παρ. 1 ΑΚ κατά την οποία η κυριότητα μπορεί να μεταβιβασθεί και από κάποιον τρίτο (μη κύριο), εφ’ όσον η διάθεση αυτή έγινε με τη συναίνεση του δικαιούχου.
Η συναίνεση αυτού, που είναι δικαιοπραξία αφηρημένη και γίνεται με μονομερή δήλωση που απευθύνεται είτε προς το ένα είτε προς το άλλο από τα μέρη που επιχειρούν τη δικαιοπραξία είναι συμπληρωματικό στοιχείο της εμπράγματης σύμβασης που επιχειρείται από τον τρίτο, και ενέχει αποκατάσταση της απολειπόμενης βούλησης του δικαιούχου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα επιτρέπεται η παραχώρηση κτημάτων, που ανήκουν στο Κράτος, τους Δήμους και τις Κοινότητες, ως και η αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων, που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Περίπτωση εκούσιας (χωρίς προηγούμενη απαλλοτρίωση) παραχώρησης κτήματος από νομικό πρόσωπο ρυθμίζει το άρθρο 124 του ως άνω κώδικα σύμφωνα με το οποίο "1.
Επιτρέπεται εις τα πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, τα στερούμενα, είτε εκ του Νόμου, είτε εκ συμβάσεως, ή και εξ οιασδήποτε άλλης δικαιοπραξίας του δικαιώματος της εκποιήσεως ή της άνευ δημοπρασίας εκποιήσεως καλλιεργησίμων εκτάσεων, να προβαίνωσιν εις συμφωνίας πωλήσεων τοιούτων κτημάτων προς ακτήμονας καλλιεργητάς κατά την έννοιαν του παρόντος Κώδικος υποκειμένας εις την έγκρισιν των Αρχών, υπό την εποπτείαν των οποίων τελεί η διαχείρισις των προσώπων τούτων. 2.
Επί τη βάσει της κατά την προηγούμενην παράγραφον εγκρίσεως ο Υπουργός της Γεωργίας παρέχει την άδειαν προς σύναψιν της οριστικής συμφωνίας ή κυροί την συναφθείσαν ήδη τοιαύτην. 3. Την δυνάμενην κατά τας προηγουμένας παραγράφους να εκποιηθή καλλιεργήσιμον έκτασιν καθορίζει η αρμόδια Γεωργική Υπηρεσία, τους δε δικαιούμενους να συμμεθέξωσιν εις την αγοράν ταύτης ακτήμονας η αρμόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων".
Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 2 περΑα του ΑΝ 431/1968 ο περιορισμός της μη κατάτμησης του κλήρου κατά την εκποίηση ή τη διάθεση αυτού με οποιοδήποτε τρόπο, που ορίζει το άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου, δεν ισχύει κατ’ εξαίρεση στις μεταβιβάσεις κλήρων, που προέρχονται από κτήματα, τα οποία έχουν πωληθεί κατά την Αγροτική Νομοθεσία στους κληρούχους από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες τούτων με τη θέλησή τους.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. ...18.8.1954 συμβολαίου ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου Βόλου Δημ.
Ματαρώνα, η τότε κοινότητα ..., νομίμως εκπροσωπούμενη από το τότε πρόεδρο της Δ. Β., ως "κυρία, νομεύς και κάτοχος" ενός αγροκτήματος υπό την ονομασία "...", κειμένου στην κτηματική περιφέρεια Παληουρίου του τέως Δήμου Μακρυνίτσας, εκτάσεως σε οριζόντια προβολή 3656 στρεμμάτων, όπως αυτό εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα των μηχανικών Δ.
Β. και Ν. Ζ. που επισυνάφθηκε στο υπ’ αριθμ. ...54 συμβόλαιο ενώπιον του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, πώλησε και μεταβίβασε προς τον Α. Σ., ακτήμονα καλλιεργητή, δυο διαιρετά τμήματα καλλιεργήσιμων αγρών, το ένα εκτάσεως 6.980 τμ και το άλλο εκτάσεως 9.730 τμ (συνολικά 16.710 τμ) στη θέση "..." της Νέας Αγχιάλου Μαγνησίας.
Η πώληση του παραπάνω αγροκτήματος επετράπη δυνάμει της υπ’ αριθμ. Β 3061/19.2.54 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας δια της οποίας άρθηκε η εκ του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 3250/1924 υφισταμένη απαγόρευση και επετράπη στην ως άνω Κοινότητα "ίνα πωλήσει ελευθέρως, το εφ’ ου αύτη αξιοί δικαίωμα κυριότητος λειβάδιον "..." προς τους υπό της οικείας Επιτροπής Απαλλοτριώσεων κατά τις διατάξεις του άρθρου 124 παρ. 3 του ΑγρΚ καθορισθησομένους ακτήμονας........".
Με την υπ’ αριθμ. ...54 απόφαση του Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βόλου καθορίσθηκαν οι ακτήμονες καλλιεργητές που δικαιούνταν γεωργικής αποκαταστάσεως στο παραπάνω κτήμα, που ήταν επιδεκτικό καλλιέργειας, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο ανωτέρω αγοραστής Α. Σ. Ο τελευταίος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ......., υπ’ αριθμ. ...1969 συμβολαίου ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου ......., πώλησε και μεταβίβασε προς τους Ε.
Σ. και Α. Ξ., εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρίαν στον καθένα, το πρώτο από τα προαναφερόμενα αγροτεμάχια, ήτοι αυτό των 6.980 τ.μ., εμφαινόμενο στο σχεδιάγραμμα των μηχανικών Δ. Β. και Π. Μ., το οποίο είναι συνημμένο στο υπ’ αριθμ. ...1954 συμβόλαιο. Οι παραπάνω νέοι κύριοι του αγροτεμαχίου, προέβησαν στη συνέχεια με μηχανήματα στη διαμόρφωση της επιφάνειάς του και στην εκ νέου εμβαδομέτρησή του και οριοθέτησή του.
Δυνάμει δε του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. ...14.4.1970 συμβολαίου ενώπιον του συμβολαιογράφου ........., οι προαναφερόμενοι συγκύριοι του ακινήτου Ε. Σ. και Α. Ξ. πώλησαν και μεταβίβασαν προς την ενάγουσα τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου, εκτάσεως 225 τμ κατά τον τίτλο και με νεώτερη καταμέτρηση 221 τμ, το οποίο συνορεύει ...........
Το αγρόκτημα ..., όταν προσαρτήθηκε η περιοχή της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της από 20.6/2.7.1881 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως που κυρώθηκε με το ν. ΠΛΖ της 11/13.2.1882. Η απώτατη δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης (Κοινότητα ...) ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του ως άνω αγροκτήματος καθ’ οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πλην, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο με την προαναφερθείσα Ε/3061/54 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας συναίνεσε νομοτύπως δια του καθύλην αρμοδίου οργάνου του (πρβλ.
άρθρα 121 επ. ΑγρΚ) για τις επικείμενες πωλήσεις προς τους ακτήμονες και έκτοτε καταλύθηκε η κυριότητα του επί του επιδίκου. Σημειώνεται ότι η εν λόγω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ελήφθη αφού έλαβε υπόψιν "τας διατάξεις του άρθρου 2 παρ,2 του ν. 3250/1958, ως ετροποποιήθη ........", όπου γίνεται λόγος περί "αγροτικών" κτημάτων οιασδήποτε εκτάσεως ανηκόντων εις την εκκλησιαστικήν εν γένει περιουσίαν και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
Είναι σαφές ότι η ως άνω απόφαση υπολαμβάνει ότι το αγρόκτημα ... αποτελεί ιδιοκτησία ΝΠΔΔ (της Κοινότητας ...). Βεβαίως το άρθρο 124 ΑγρΚ αναφέρεται σε άδεια για σύναψη της οριστικής συμβάσεως ωστόσο θα ήταν λογικώς και νομικώς άτοπο να θεωρείται ότι η παροχή της άδειας αυτής δεν συνιστά και συναίνεση προς διάθεση διότι άδεια του Ελληνικού Δημοσίου για εκποίηση από τρίτον αντικειμένου που ανήκει κατά κυριότητα σ’ αυτό δεν μπορεί παρά να αξιολογηθεί νομικώς ως συναίνεση προς διάθεση κατά την έννοια των άρθρων 236 και 239 ΑΚ, Αυτό άλλωστε διατυπώνεται εναργώς και στην ίδια την απόφαση στην οποία αναφέρεται ότι επιτρέπει στην κοινότητα ... "ίνα πωλήσει ελευθέρως το εφ’ ου αύτη αξιοί δικαίωμα κυριότητας λιβάδιον ... .......".
Δια της χρήσεως του όρου "αξιοί" αντί των όρων "έχει" ή "κέκτηται" το Ελληνικό δημόσιο αναμφίβολα είχε επιτρέψει τότε την πώληση και χωρίς να θεωρεί αποδεδειγμένη την κυριότητα της πωλήτριας Κοινότητας, προδήλως ενόψει του εξυπηρετούμενου με αυτήν κοινωνικού σκοπού (αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών).
Βάσει των προεκτεθέντων η εφεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και η ειδικότερη αιτίαση του εκκαλούντος, που προβάλλεται με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της εφέσεως του, ότι η αρχικώς μεταβιβάσασα Κοινότητα ..., δεν ήταν κυρία της αρχικής εκτάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Τέλος, από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν δασική, όπως αβασίμως το εκκαλούν διατείνεται. Ειδικότερα α) με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ..../54 πρακτικό της ΕΑ Βόλου οι εκτάσεις που είχαν παραχωρηθεί στον Α. Σ., απώτατο δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης, είχαν χαρακτηρισθεί καλλιεργήσιμες και όχι δασικές, β) η επίδικη έκταση δεν έχει παραμείνει στην αρμοδιότητα της Διευθύνσεως Γεωργίας και δεν αποδείχθηκε ότι καλύπτεται μερικώς ή ολικώς από δάσος δρυός (εκτός πρίνου και αριάς), πεύκης, ελάτης, οξιάς, πλατάνου, σκλήθρου και καταστανιάς (βλ.
άρθρο 15 παρ.1 ν. 1734/87), γ) το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου υποστηρίζει και η επικαλούμενη μετ’ επικλήσεως από το εκκαλούν αεροφωτογραφία λήψεως έτους 1945, στην οποία το επίδικο αποτυπώνεται με ανοιχτό χρώμα και όχι με δηλωτικό δασικού χαρακτήρος σκούρο χρώμα, και δ) στην προαναφερθείσα υπ’ αριθμ.10041/54 βεβαίωση του Διευθυντή Γεωργία Ν.
Μαγνησίας η μείζων έκταση του λειβαδίου ... δεν χαρακτηρίζεται ως δάσος ή δασική έκταση. Η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από τους προσκομιζόμενους από το εκκαλούν προσωρινούς δασικούς χάρτες οι οποίοι δεν έχουν καταστεί οριστικοί ώστε να έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή, ούτε έχουν κυρωθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 3 και 4 του ν.3889/10".
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενη ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με την οποία φέρεται το επίδικο ακίνητο ως ανήκον στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σ’ αυτό, δικαίωμα που απέκτησε, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν τόσον με παράγωγο τρόπο κατά την κυρία βάση αυτής και ειδικότερα με αιτία την πώληση, για την οποία συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομοτύπως και ανάγεται σε εκούσια πώληση προς τον απώτερο δικαοπάροχό της, ακτήμονα καλλιεργητή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 124 του Αγροτικού Κώδικα, που επιτράπηκε με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, όσον και με πρωτότυπο κατά την επικουρική της βάση τη θεμελιούμενη στην ειδική χρησικτησία που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 4 του Ν.3127/2003και να διορθωθεί η ανακριβής αυτή πρώτη εγγραφή, ώστε να αναγραφεί ως κυρία τούτου, ως προς αμφότερες τις βάσεις αυτής και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 124 του Αγροτικού Κώδικα, 236 και 239 ΑΚ, 1 παρ. 1, 2 του ΑΝ431/1968, τις οποίες εφάρμοσε, ούτε παραβίασε δια της παραλείψεως εφαρμογής τους τις ουσιαστικές διατάξεις 2 και 60 του ΝΔ/τος 86/1969, που δεν ήταν εφαρμοστέες, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, που δεν είναι δασική έκταση, ούτε δάσος, αλλά καλλιεργήσιμη, παραγώγως με βάση συμβόλαιο αγοράς του 1970, που μεταγράφηκε νομοτύπως, με το οποίο μεταβιβάσθηκε σ’ αυτήν η κυριότητα από τους προηγούμενους αληθείς κύριους πωλητές, που είχαν αποκτήσει την κυριότητα τούτου με αιτία την πώληση, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο του έτους 1969 και τη μεταγραφή του από τον προηγούμενο αληθή κύριο πωλητή, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα στα πλαίσια εκούσιας πώλησης, που διενεργήθηκε το έτος 1954, κατά το άρθρο 124 του Αγροτικού Κώδικα, για την οποία καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομίμως, από την Κοινότητας ..., μείζονος καλλιεργήσιμου ακινήτου, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, προς γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, μεταξύ των οποίων και ο παραπάνω απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, που με την ιδιότητα του ακτήμονος καλλιεργητή είχε περιληφθεί ως δικαιούχος στη σχετική απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και ότι με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας είχε επιτραπεί στην Κοινότητα η πώληση του παραπάνω μείζονος ακινήτου για τον προαναφερόμενο σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 124 του Αγροτικού Κώδικα, που αναφέρεται μεν σε εκούσια μεταβίβαση ακινήτων που ανήκουν στην κυριότητα νομικών προσώπων και όχι του Ελληνικού Δημοσίου, προς γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, όμως η παροχή άδειας από τον Υπουργό Γεωργίας εξομοιώνεται με συναίνεση σε πώληση και δικού του ακινήτου, ότι ως εκ τούτου δεν μπορεί πλέον το αναιρεσείον να αμφισβητήσει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, που ανήκε στην κυριότητά του και ότι μπορούσε να κατατμηθεί το αρχικό μείζον ακίνητο, που περιήλθε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου της, ως μεταβιβασθέν εκουσίως κατά την αγροτική νομοθεσία σε κληρούχο από τον άλλοτε ιδιοκτήτη του.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κυριότητας της απώτατης δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητάς της (απώτατης δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης), ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητας της τελευταίας από το ίδιο (αναιρεσείον), σε σχέση με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας αυτής (αναιρεσίβλητης), του δασικού ή μη χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου και της δυνατότητας κατάτμησής του, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια του αποδεικτικού πορίσματος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ ΑΠ 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία, προς στήριξη της καταφατικής του κρίσης για την αγωγική αξίωση, ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, που στήριζε την κύρια βάση της αγωγής, αλλά και με πρωτότυπο και ειδικότερα με την ειδική χρησικτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν.3127/2003, που στήριζε την επικουρική βάση αυτής.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 4 του Ν.3127/2003, 1041 και 1042 ΑΚ, στις οποίες υπέπεσε το Εφετείο σε σχέση με την παραπάνω παραδοχή περί της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα με την ειδική χρησικτησία, που στηρίζει την επικουρική αγωγική βάση.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, περί του ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, όπως διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 137/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ