Legislator Case Law & Legislation
814/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to missing evidence and corrects court clerical error.

Case Number 814/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a divorce and property settlement. The appellant failed to submit the specific agreement containing the disputed payment details, rendering her third ground inadmissible, while the court acknowledged a clerical error in the marriage date but ruled it did not affect the final decision. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 226 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to submit the specific evidence required to substantiate their claims, and a clerical error in the reasoning section that does not alter the substantive outcome constitutes a correctable mistake rather than a ground for annulment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal missing evidence clerical error substantive outcome legal costs divorce proceedings property settlement

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 315 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 814 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 814/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Β. του Φ. συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιανουαρίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1517/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 396/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 7 Απριλίου 2011 έκθεση του κωλυόμενου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2&4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1 εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 3600/11.1.2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... ότι αυτός, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 396/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 21 τη δικάσιμο της 21.5.2012, κατά την οποία αυτή κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 126§1(α), 127§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Ηλία Φουφόπουλο, που έχει υπογράψει και την αίτηση αναίρεσης, και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3.12.2012, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία αυτή όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της για τη νέα δικάσιμο.

Όμως η αναιρεσείουσα δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθ. 396/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 12.5.2010 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την ερήμην αυτής εκδοθείσα υπ' αριθ. 1517/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχθεί την από 12.1.2008 αγωγή διαζυγίου του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και κήρυξε λυμένο των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενο γάμο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1439§3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 16 του ν.1329/1983 και στη συνέχεια με το άρθρ. 14 του ν. 3719/2008, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δυο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός στις σχέσεις τους τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν εμποδίζεται δε η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, η διετής συνεχής διάσταση των συζύγων, που απαιτεί ο νόμος για να λυθεί για το λόγο αυτό ο μεταξύ τους γάμος, υπολογίζεται από τότε που η συμβίωσή τους διασπάσθηκε τόσο κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα, δηλαδή ως συγκατοίκηση, όσο και κατά το ψυχικό της στοιχείο, δηλαδή ως προς τη θέληση να διατηρηθεί ο γάμος, πρέπει δε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής διαζυγίου, δηλαδή η διετής διάσταση των συζύγων υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο αυτό της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής διαζυγίου, κατά τον οποίο και κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρ. 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος.

Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με το λόγο αυτό αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν μ' αυτόν αποδίδεται μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στην πραγματικότητα όμως, με πρόσχημα τέτοια παράβαση, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους γάμο στην ...

την 16.12.1978 ... Κατά τον Ιανουάριο του 2007 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) έφυγε από τη συζυγική οικία λόγω προβλημάτων που υπήρχαν στις σχέσεις του με την εναγομένη (αναιρεσείουσα). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, αλλά και από την απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά αίτηση της εναγομένης, με την οποία η ίδια, επικαλούμενη την με πρόθεση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης αποχώρηση του ενάγοντος "τον Ιανουάριο του 2007 από το σπίτι", ζήτησε την προσωρινή επιδίκαση σε βάρος του διατροφής ...

Η ίδια ημεροχρονολογία αναφέρεται ... και στην υπ' αριθ. 5949/2007 απόφαση του ΜονΠρΠειραιά, που δίκασε την παραπάνω αίτηση. Η αποχώρηση του ενάγοντος από τη συζυγική οικία ενέχει και εκδήλωση της πρόθεσής του για διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Ωστόσο το Σεπτέμβριο του 2007 ο ενάγων, σε μια προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεών τους, επανήλθε στη συζυγική οικία.

Η προσπάθεια αυτή έληξε ανεπιτυχώς το Φεβρουάριο του έτους 2008, με την αποχώρηση της εναγομένης από τη συζυγική οικία ... Η κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης δεν παρέχει καμία απόδειξη σχετικά με το αν υπήρξε επανεκκίνηση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η διακοπή αυτή ...

δεν αναίρεσε τη σταθερή πρόθεση του ενάγοντος για διάσπαση του συζυγικού δεσμού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το από 21.12.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει τις υπογραφές των διαδίκων και από το οποίο προκύπτει ότι εντός του παραπάνω διαστήματος (Σεπτέμβριος 2007 - Φεβρουάριος 2008) κατέβαλε στην εναγομένη και εκείνη αποδέχθηκε το ποσό των 15.000 ευρώ για την μετεγκατάστασή της.

Επομένως ήδη από το Δεκέμβριο του 2007 η εναγομένη γνώριζε ότι από μέρους του ενάγοντος δεν υπήρχε περίπτωση επανασύνδεσης. Έτσι από τον Ιανουάριο του έτους 2007, οπότε ο ενάγων αποχώρησε από τη συζυγική στέγη, επήλθε η φυσική και ψυχική αποξένωση των διαδίκων, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την ημέρα συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή μέχρι την 4.12.2009, οπότε, μέχρι την ημέρα αυτή, συμπληρώθηκαν ...

τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρ. 1439§3 ΑΚ δυο έτη ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή και έλυσε το γάμο των διαδίκων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 1439§3 ΑΚ, και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι δυο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται μεν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα όμως, με πρόσχημα τέτοιες πλημμέλειες, πλήττει ανεπίτρεπτα την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αληθή τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε τον Ιανουάριο του 2007 και ότι η επάνοδός του στη συζυγική οικία το Σεπτέμβριο του 2007 και η εκεί παραμονή του μέχρι το Φεβρουάριο του 2008 συνιστούσε προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεών τους, η οποία υπήρξε ανεπιτυχής, ενώ αληθές είναι ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε μόλις στις 21.12.2007, όταν και υπέγραψαν το ταυτόχρονο ιδιωτικό συμφωνητικό σχετικά με την καταβολή σ' αυτή από τον αναιρεσίβλητο 15.000 ευρώ για τις ανάγκες της μετοίκησής της από τη συζυγική οικία.

4. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.

Μάλιστα ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο αυτό στον Άρειο Πάγο προκειμένου να διαπιστωθεί κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ το ακριβές περιεχόμενό του, διαφορετικά ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (αναπόδεικτος).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 21.12.2007 κρίσιμου για την έκβαση της δίκης ιδιωτικού συμφωνητικού της με τον αναιρεσίβλητο με το να δεχθεί ότι προκύπτει απ' αυτό ότι το ποσό των 15.000 ευρώ, που της κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος για τις ανάγκες της μετοίκησής της από τη συζυγική τους οικία, αφορά δήθεν το διάστημα Σεπτεμβρίου 2007 - Φεβρουαρίου 2008, ενώ αντίθετα δεν προκύπτει από το συμφωνητικό αυτό ότι ο χρόνος καταβολής του παραπάνω ποσού αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2007 και Φεβρουαρίου 2008. Ωστόσο η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού της, ώστε να μπορεί να συγκριθεί με αυτό που διέγνωσε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς πρωταρχικά ως αόριστος πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι σε κάθε περίπτωση και αναπόδεικτος, αφού δεν προσκομίσθηκε το ως άνω συμφωνητικό.

5. Η διαφορά αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης ναι μεν αποτελεί έλλειψη νόμιμης βάσης και δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν η διαφορά οφείλεται σε προφανή παραδρομή του δικαστηρίου, που συνιστά επομένως λάθος δεκτικό διόρθωσης κατά το άρθρ. 315 ΚΠολΔ.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, αφού αν και στο αιτιολογικό της αναφέρεται ότι ο γάμος των διαδίκων, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, τελέστηκε στις 16.12.1978, εντούτοις αντιφατικά κηρύσσεται με το διατακτικό της απόφασης λυμένος ο γάμος τους που τελέστηκε στις 5.3.2000.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτή ως χρόνος τέλεσης του γάμου των διαδίκων αναφέρεται, κατά την παράθεση της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, η 5.3.2000, που είναι πράγματι ο αναγραφόμενος και στην αγωγή αυτή, αλλά και στις προτάσεις των διαδίκων χρόνος, ενώ ακολούθως ως χρόνος που προέκυψε από τις αποδείξεις αναφέρεται στην απόφαση η 16.12.1978, τέλος δε στο διατακτικό της απόφασης ως χρόνος τέλεσης του γάμου των διαδίκων αναφέρεται η 5.3.2000.

Είναι προφανές ότι ο αναφερόμενος στο αιτιολογικό μόνο της απόφασης διαφορετικός χρόνος τέλεσης του γάμου των διαδίκων, δηλαδή αυτός της 16.12.1978, είναι εσφαλμένος και οφείλεται σε δεκτή διόρθωσης παραδρομή, η οποία δεν δημιουργεί έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ούτε επηρεάζει τη διαπλασθείσα μ' αυτή έννομη σχέση της λύσης του γάμου των διαδίκων.

Συνεπώς ο αντίθετος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.11.2011 αίτηση της Μ. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 396/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ