Legislator Case Law & Legislation
814/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on work injury compensation, ruling lower court correctly considered all proposed facts.

Case Number 814/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a construction company and its partner against a labor court judgment awarding compensation for a work injury. The appellants argued the lower court ignored their evidence regarding financial contributions to medical care and future earning potential, claiming these factors should have reduced the award. The court found that the appellate court had properly considered all facts and arguments presented in the original trial, including the appellants' financial support and the victim's disability pension, rendering the appeal grounds baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 914, 932 of the Civil Code and Articles 1, 16 of Law 551/1914: An appeal must be rejected if the appellate court has correctly considered all facts and arguments proposed in the original proceedings regarding liability and compensation criteria.

Keywords

AI generated
work injury compensation labor law liability appellate review standards civil code provisions legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 551/1914
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Articles 1 and 16 of Law 551/1914
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 814 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 814/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Γ. - Γ. Σ. και Σία ΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "a/c ART and CONSTRUCTION ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Μ. Γ. του Γ., κατοίκου Κηφισιάς Αττικής. Η 2η αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο για τον εαυτό της προσωπικά και ως νόμιμη εκπρόσωπος της 1ης αναιρεσείουσας εταιρίας όρισε πληρεξούσιο αυτής στο ακροατήριο, τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο - Κόλλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 585/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5428/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-12-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/1914, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 Εισ.Ν.ΑΚ ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου , άσχετου προς την σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεως του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ως άνω Ν. 551/1914, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 551/1914 αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και, σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι επιζώντες σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα τούτου, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1914.

Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου (άρθρο 1), μεταξύ των οποίων η διάταξη του άρθρου 17 αυτού, κατά την οποία "Τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών δέον όπως εξασφαλίζονται δι' ανθεκτικών προσωρινών κιγκλιδωμάτων και θωρακίων ή διά δικτύων.

Ταύτα δέον όπως ελέγχονται περιοδικώς ως προς την αντοχή των και αποξηλώνονται μόνον μετά την εγκατάστασιν των εξωτερικών ικριωμάτων κατά τας διατάξεις του παρόντος (παρ. 1). Στήριξις των ορθοστατών και κιγκλιδωμάτων. Οι ορθοστάται των κιγκλιδωμάτων προστασίας των περάτων των πλακών δύνανται κατά περίπτωσιν να στηρίζονται επ' αυτών ως κάτωθι α) Δι' αντηρίδων.

β) Διά της εμπήξεως ή κοχλιώσεώς των εντός οπών (φωλεών) του σκυροδέματος, αφιεμένων προς τον σκοπόν αυτόν κατά την έγχυσίν του. γ) Διά κοχλιωτών προσαρμογέων σχήματος Π ή δ) Διά της πιέσεως των άκρων των επί των πλακών δαπέδου και οροφής του ορόφου, μέσω κοχλιωτών μηκυντήρων". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 α αυτού, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο άρθρο 12, παράρτημα

ΙV, μέρος Β, τμήμα II, παράγραφος 5 του άνω Π.Δ. 305/1996, όπου, στην παρ. 5 (πτώσεις από ύψος), ορίζεται ότι : "5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2.

Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με την βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας".

Εξάλλου, με το άρθρο 3 (Υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου ολοκλήρου του έργου) του Ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" ορίζεται ότι : "Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολοκλήρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1.

Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος".

Κατά δε το άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος μηχανικού ) του ίδιου ως άνω Ν. 1396/1983 "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης , για την εκτέλεση εργασιών αντιστηριξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος.

Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεση τους. 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρηση τους. 3.

Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5 .

Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Επίσης, με τα άρθρα 1, 37 και 111 του Π.Δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (άρθρ. 1).

Εάν εις δάπεδον εργασίας δεν υπάρχει προστατευτικόν κιγκλίδωμα και θωράκιον πρέπει να τοποθετούνται εναλλακτικώς κατά περίπτωσιν: Δάπεδον εργασίας και ξύλινον κεκλιμένον επίπεδον το οποίον να εμποδίζει την ελευθέραν πτώσιν των εργαζομένων, δι' ύψος μεγαλύτερον των τριών (3,00) μέτρων ή δίχτυ ή έτερον υλικόν ιδίας ελαστικοτητος, το οποίον να εμποδίζει την ελευθέραν πτώσιν, δι' ύψος ανώτερον των εξ (6,00) μέτρων.

Αι ως άνω κατασκευαί δεν είναι απαραίτητοι εφόσον η εργασία υπ' αυτάς τας συνθήκας δεν πρόκειται να διαρκέσει πλέον της ημέρας και εφόσον οι εργαζόμενοι φέρουν ζώνας ασφαλείας (άρθρ. 37 παρ. 2 ). Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του Π.Δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων..........

Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (άρθρ. 111)". Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ασαφώς, ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι της εφαρμογής του.

Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά : Με εργολαβική σύμβαση , που καταρτίσθηκε στην Αθήνα (σε μη διαπιστωθείσα χρονολογία) μεταξύ του Λ. Π., ως συγκυρίου κατά ποσοστό 50% οικοπέδου, που βρίσκεται στον ..., επί των οδών Οδ. ..., και της τρίτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας τεχνικής κατασκευαστικής ετερόρρυθμης εταιρείας, συμφωνήθηκε η κατασκευή στο παραπάνω οικόπεδο διώροφης διπλοκατοικίας, την αρχιτεκτονική μελέτη της οποίας εκπόνησε η τέταρτη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Μ.

Γ., πολιτικός μηχανικός, μέλος της τρίτης εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρείας, η οποία (τέταρτη εναγομένη) είχε και την γενική επίβλεψη του έργου. Για την ανέγερση της οικοδομής εκδόθηκε η ... άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αργυρουπολης της Νομαρχίας Αθηνών. Η τρίτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία ανέλαβε την εκτέλεση του όλου οικοδομικού έργου με δικά της συνεργεία, αποτελούμενα από εργάτες - τεχνίτες διαφόρων ειδικοτήτων, ανάλογα με τα στάδια εκτελέσεως του έργου, τους οποίους προσλάμβανε και πλήρωνε η ίδια και οι οποίοι εργάζονταν υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες της τέταρτης εναγομένης, πολιτικού μηχανικού.

Στο στάδιο της κατασκευής των οπτοπλινθοδομών της εν λόγω οικοδομής - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - εργαζόταν και ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ως οικοδόμος. Στις 7-5-2003 και περί ώρα 09.00 ο ενάγων ευρισκόμενος στον πρώτο όροφο της οικοδομής και ειδικότερα στην πρόσοψη του εξώστη, επιχειρούσε να κατασκευάσει το καλούπι για το πρέκι της μπαλκονόπορτας.

Κατά την διάρκεια της εργασίας του αυτής έπεσε στον ακάλυπτο χώρο της πρασιάς της οικοδομής, διότι βρέθηκε καλουπώνοντας, χωρίς ο ίδιος να δύναται να προσδιορίσει την κίνηση του κατά την εργασία του, στο άκρο του εξώστη. Το ύψος του εξώστη από τον χώρο της πρασιάς της οικοδομής ήταν 3,50 μέτρα. Λόγω της πτώσης του αυτής υπέστη ο ενάγων κάταγμα στον σπόνδυλο Θ11-05, συνεπεία του οποίου παρέμεινε σ' αυτόν πλήρης αισθητικοκινητική παραπληγία και η ανάγκη να μετακινείται μόνο με αναπηρικό αμαξίδιο.

Αποδείχθηκε - συνεχίζει το Εφετείο - ότι η πτώση αυτή του ενάγοντος συνέβη επειδή στο πέρας του παραπάνω εξώστη δεν είχαν τοποθετηθεί προστατευτικά κιγκλιδώματα, όπως δεν είχαν τοποθετηθεί τέτοια κιγκλιδώματα σε όλα τα πέρατα της οικοδομής, η οποία εκείνο το χρονικό σημείο βρισκόταν στο τέλος της τοποθέτησης των τούβλων.

Η έλλειψη τοποθέτησης κιγκλιδωμάτων έγινε αντιληπτή και από τους τεχνικούς επιθεωρητές, που επισκέφθηκαν στις 8-5-2003 τον χώρο της οικοδομής, μετά την δήλωση του ατυχήματος στην αρμόδια υπηρεσία από την τρίτη εναγομένη, οι οποίοι ( τεχνικοί επιθεωρητές) και συνέταξαν την από 3-7-2003, με αριθμό ..., έκθεση έρευνας.

Αλλωστε - δέχθηκε ακόμη το Εφετείο - ούτε ο μάρτυς αποδείξεως των ισχυρισμών των εναγομένων, ούτε οι ενόρκως βεβαιούντες αναφέρουν για ύπαρξη τέτοιων κιγκλιδωμάτων ασφαλείας στα πέρατα της οικοδομής, περιορισθέντες να καταθέσουν ότι είχαν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα στα υπόλοιπα σημεία της οικοδομής, πλην του σημείου από το οποίο έπεσε ο ενάγων, ενώ, όπως αποδείχθηκε, η τέταρτη εναγομένη, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δεν βρισκόταν στην οικοδομή, ούτε είχε δώσει απαγορευτικές οδηγίες στους εργάτες να μη εξέρχονται στο ακάλυπτο σημείο του εξώστη .

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι στο σημείο της πτώσης του ενάγοντος είχαν τοποθετηθεί παλέτες τούβλων (βάρους 300 kgr ) αντί κιγκλιδωμάτων, καθόσον δεν βρέθηκε τέτοια παλέτα, ούτε, άλλωστε, προκύπτει η ύπαρξη της από την έκθεση έρευνας των τεχνικών επιθεωρητών, ενώ, εξάλλου, κατά τα αποδειχθέντα, η τοποθέτηση τούβλων είχε περατωθεί και η παλέτα αυτή και αν υπήρχε θα είχε χρησιμοποιηθεί.

Ούτε αποδείχθηκε - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο- ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων ανέβηκε από το ισόγειο στο πρώτο όροφο για να συνομιλήσει με συνάδελφο του και όχι για λόγους εργασίας. Και ναι μεν οι συνάδελφοι του ενάγοντος Θ. Π. και Λ. Π. (ο τελευταίος ήταν εναγόμενος στην ένδικη αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως προς αυτόν με την πρωτόδικη απόφαση ) κατέθεσαν, κατά την προανάκριση, ότι ο ενάγων ανέβηκε για να ρωτήσει κάτι, πλην όμως ουδόλως προσδιορίσθηκε τι απασχολούσε τον ενάγοντα και δεν αποκλείσθηκε η ερώτηση να αφορούσε την εργασία του ενάγοντος.

Συνεπώς - συνεχίζει το Εφετείο - σε εκτέλεση εργασίας και όχι για να ρωτήσει "κάτι" τον Λ. Π., που βρισκόταν στην οικοδομή, και με τον οποίο τελικά δεν συνομίλησε, ανέβηκε ο ενάγων στον πρώτο όροφο, ενώ και οι τεχνικοί επιθεωρητές στην ... έκθεση έρευνας αναφέρουν ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν τα άκρα του εξώστη είχαν εξασφαλισθεί με ανθεκτικά κιγκλιδώματα, κουπαστή και ράβδο μεσοδιαστήματος.

Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - αποκλειστικά συνυπαίτιες για την επέλευση του ατυχήματος είναι η τρίτη εναγομένη τεχνική εταιρεία ως εργολάβος του έργου και εργοδότης του ενάγοντος και η τέταρτη εναγομένη ως επιβλέπουσα μηχανικός και ειδικότερα η τρίτη εναγομένη, διότι από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της επιβαλλόμενης επιμέλειας στις συναλλαγές, παρέλειψε να τοποθετήσει προστατευτικά κιγκλιδώματα στο τέλος των εξωστών της οικοδομής και βέβαια στο σημείο από όπου έπεσε ο ενάγων, καθώς και να αναθέσει σε έμπειρο εργοδηγό να παρίσταται συνεχώς στο εν λόγω οικοδομικό έργο, συνεργαζόμενος με την τέταρτη εναγομένη, επιβλέπουσα πολιτικό μηχανικό, η οποία επίσης από αμέλεια παρέλειψε την προσήκουσα επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών και την παροχή οδηγιών στους εργαζομένους στο οικοδομικό αυτό έργο.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο ενάγων αμέσως μετά τον τραυματισμό του μεταφέρθηκε αρχικά στο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" και στη συνέχεια στο "ΚΑΤ", όπου υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις και σε πλαστική επέμβαση, νοσηλευθείς εκεί έως τις 30-10-2003, που εξήλθε, με πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία, συνεπεία κατάγματος Θ 11 -- 05, χρησιμοποιώντας αναπηρικό αμαξίδιο.

Έκτοτε παραμένει παράλυτος, ολικά και ισόβια ανίκανος για κάθε είδους εργασία και με αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, λαμβάνοντας, αρχικά, ως ασφαλισμένος στο Ι ΚΑ, το επίδομα παραπληγικού, το οποίο ήταν και το μοναδικό του εισόδημα. Με την 4126/12-10-2004 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αγίας Παρασκευής της Νομαρχίας Αττικής διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων πάσχει από πλήρη παραπληγία κάτω άκρων και κρίθηκε ανάπηρος, με ποσοστό αναπηρίας 80 %, τελείως ανίκανος για κάθε εργασία ισοβίως από την ημέρα του τραυματισμού του, τελικά δε του χορηγήθηκε από το Ι ΚΑ σύνταξη ολικής αναπηρίας 800 ευρώ μηνιαίως .

Ακολούθως το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την βαρύτητα της σωματικής βλάβης του ενάγοντος και τις συνέπειες αυτής, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υπέστη και θα υφίσταται ισοβίως, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα, την βαρύτητα του πταίσματος των παραπάνω εναγομένων (αναιρεσειουσών), την ηλικία του ενάγοντος (51 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος) και τις εν γένει κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες των διαδίκων, τις οποίες εκθέτει, έκρινε ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 500.000 ευρώ.

Έτσι επικύρωσε (με απόρριψη της εφέσεως των άνω εναγομένων) την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σε αυτές κρίση του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων.

Ειδικότερα, όσον αφορά την υποχρέωση των αναιρεσειουσών στη λήψη των, από τις παραπάνω διατάξεις, επιβαλλομένων προστατευτικών μέτρων, κυρίως δε και προεχόντως εκείνου της εξασφάλισης των περάτων των πλακών της οικοδομής με ανθεκτικά προσωρινά προστατευτικά κιγκλιδώματα, από την παράλειψη της οποίας υποχρεώσεως τους τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειας αυτών στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πρώτη αναιρεσείουσα ήταν εργολάβος ολοκλήρου του συγκεκριμένου έργου και εργοδότης του ενάγοντος και η δεύτερη αναιρεσείουσα, πολιτικός μηχανικός, είχε αναλάβει την επίβλεψη του έργου, την οποία ασκούσε και εν τοις πράγμασι, ο δε τραυματισμός του ενάγοντος ήταν εργατικό ατύχημα, αφού υπήρξε βίαιο και αιφνίδιο συμβάν γενόμενο κατά την εκτέλεση της εργασίας του, το οποίο οφείλεται σε αμέλεια των αναιρεσειουσών.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η σχετική αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι ελλείψεις αναφέρονται τόσο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο ως προς την ύπαρξη ευθύνης των αναιρεσειουσών για την λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων στην οικοδομή και την ύπαρξη αμέλειας τους στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, εκτίθεται σαφώς, όσο και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Η προκύπτουσα δε από τις παραδοχές του Εφετείου κρίση αυτού, ότι η πτώση του ενάγοντος από τον πρώτο όροφο στον ακάλυπτο χώρο της πρασιάς της οικοδομής οφείλεται σε άγνωστο λόγο, δεν καθιστά τις αιτιολογίες της αποφάσεως του, όσον αφορά την ύπαρξη υπαιτιότητας των αναιρεσειουσών στην επέλευση του ατυχήματος, ασαφείς ή ανεπαρκείς, ενόψει του ότι η οποιαδήποτε και σε αμελή ακόμη συμπεριφορά του ιδίου οφειλόμενη αιτία πτώσεως του ενάγοντος στον ακάλυπτο χώρο της πρασιάς, δεν αίρει την, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, ύπαρξη αμέλειας των αναιρεσειουσών στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος.

Θα ήταν ασαφής η εν λόγω αιτιολογία μόνο στην περίπτωση που οι αναιρεσείουσες είχαν προβάλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το ατύχημα προκλήθηκε από τον ενάγοντα επίτηδες. Κατά το μέρος που ο αυτός λόγος αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του ατυχήματος, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο ενάγων προς εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας και μόνο βρισκόταν στο πρώτο όροφο, είναι και σαφής και επαρκής, ενόψει του ότι οι αναιρεσείουσες προς θεμελίωση της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος επικαλούνται ότι η άνοδος αυτού στον πρώτο όροφο δεν έγινε εξ αφορμής της εργασίας του και σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε λόγος να βρίσκεται στο πέρας του εξώστη, από όπου και κατέπεσε και ότι ως εκ τούτου δεν υπάρχει αιτιώδεις συνάφεια μεταξύ της ανατεθείσας από αυτές (αναιρεσείουσες) εργασίας στον ενάγοντα και του εργατικού ατυχήματος που υπέστη αυτός.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη και ποιο είναι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση αυτής, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος και την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των μερών.

Συνεπώς, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης, κατά τα ανωτέρω, χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί αυτού κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Κατ' ακολουθίαν, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν η αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 500.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με το να μη λάβει υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο καθοριστικά για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στοιχεία, που υποβλήθηκαν στην κρίση του από τις αναιρεσείουσες, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Στοιχεία της αγωγής του μισθωτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, είναι το συμβάν ατύχημα, οι συνθήκες της επελεύσεως του , από τις οποίες να προκύπτει ότι τούτο δεν οφείλεται σε πταίσμα του παθόντος ή σε τυχαίο γεγονός, η έκταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ο βαθμός του πταίσματος του εργοδότη ή του προστηθέντος και η κοινωνική θέση του ενάγοντος και του εναγομένου, από την εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο θα προσδιορίσει την εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας ερευνάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσίβλητος διέλαβε σ' αυτήν , εκτός από τα άλλα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία του άρθρου 216 ΚΠολΔ, και τα παραπάνω απαιτούμενα στοιχεία της αγωγής με αίτημα την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή ως προς το αίτημα της για επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι ορισμένη, Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον διαλαμβανόμενο στο δικόγραφο της εφέσεως - ως λόγο εφέσεως -- κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί καταβολής, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 5500 ευρώ και συμψηφισμού του ποσού αυτού κατά της ένδικης αξιώσεως του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Όμως από το δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσειουσών , αλλά και από τις προτάσεις τους κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο, δεν προκύπτει ότι αυτές πρότειναν ένσταση (μερικής) εξοφλήσεως της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσίβλητου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 416 ΑΚ, αλλά ούτε και ένσταση συμψηφισμού, κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ. Έτσι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του (ως πλήρη απόδειξη) την ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στις από 1-12-2008 προτάσεις του ενώπιον αυτού, περί του ότι στις 7 Μαΐου 2003 (που συνέβη το επίδικο ατύχημα) η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των οπτοπλινθοδομών, ήτοι στο στάδιο τοποθέτησης των τούβλων και ότι υπήρχαν παλέτες με τούβλα τα οποία χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή της οικοδομής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, περιέχεται σ' αυτές δήλωση του αναιρεσίβλητου ότι στις 7 Μαίου 2003 η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης των οπτοπλινθοδομών (2η σελίδα των προτάσεων), καθώς και δήλωση του ότι καλώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες που αποδεικνύουν ότι δεν υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα, αλλά παλέτες με τούβλα, τα οποία χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της οικοδομής (13 σελίδα).

Οι δηλώσεις αυτές του αναιρεσίβλητου δεν ενέχουν καμία παραδοχή ότι στον εξώστη του πρώτου ορόφου, από όπου έπεσε αυτός, είχαν τοποθετηθεί παλέτες με τούβλα, οι οποίες υπήρχαν την ημέρα του ατυχήματος, ως αντισταθμιστικό μέτρο, αντί των προβλεπομένων κιγκλιδωμάτων, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες.

Επομένως, οι ανωτέρω δηλώσεις του αναιρεσίβλητου δεν αποτελούν δικαστική ομολογία αυτού και δη κατά την έννοια που εκτέθηκε, και ως εκ τούτου το Εφετείο, το οποίο δεν δέχθηκε τέτοια ομολογία, δεν παραβίασε καμία διάταξη και δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη του : α ) Τα ταυτάριθμα, με την εκκαλούμενη 585/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρακτικά συνεδριάσεως, στα οποία περιέχεται η ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα αποδείξεως Ι.

Τ., υιού του αναιρεσίβλητου και β ) Την από 29-9-2003 προανακριτική έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ενώπιον της αρμόδιας Πταισματοδίκου Αθηνών, στην οποία ομοίως περιέχεται κατάθεση του ως άνω Ι. Τ.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, επανεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του ίδιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής προανακριτικής δικογραφίας, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις άλλες αποδείξεις, και τα παραπάνω έγγραφα.

Μετά από αυτά, ο όγδοος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω προανακριτικής έκθεσης ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Ι. Τ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά απλώς το συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Εξάλλου δε, από τον συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δη του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 365/2010, 415/1992). Περαιτέρω, ο ίδιος (όγδοος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε και το περιεχόμενο των ως άνω πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχουν την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα Ι. Τ., είναι ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά του δικαστηρίου που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ και επομένως δεν είναι δυνατό να παραμορφωθούν.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να συναγάγει την κρίση του, ότι υπαίτιες για το ένδικο εργατικό ατύχημα είναι οι αναιρεσείουσες, διότι η μεν πρώτη, ως εργολάβος του οικοδομικού έργου και εργοδότης του παθόντος αναιρεσιβλητου, η δε δεύτερη, ως έχουσα την επίβλεψη του έργου μηχανικός, αν και είχαν υποχρέωση, δεν έλαβαν τα από τις προαναφερθείσες διατάξεις επιβαλλόμενα προστατευτικά μέτρα (τοποθέτηση προστατευτικών κιγκλιδωμάτων στα άκρα των εξωστών της οικοδομής), τα οποία και θα απέτρεπαν το ατύχημα, είχαν προταθεί με την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλητου, όπως από την αγωγή αυτή προκύπτει.

Επομένως, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και γι' αυτό ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενο του προκύπτει, πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγματικών γεγονότων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Με τον έβδομο, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ουδόλως έλαβε υπόψη, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, τους προσδιοριστικούς παράγοντες (κριτήρια), που προτάθηκαν από τις αναιρεσείουσες στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα ότι αυτές συμμετείχαν οικονομικά στην ιατρική περίθαλψη του αναιρεσιβλητου, καταβάλλοντος στον υιό του, προς τον σκοπό αυτό, τμηματικά το ποσό των 5500 ευρώ, ότι ο αναιρεσιβλητος λαμβάνει πλήρη σύνταξη αναπηρίας από το ΙΚΑ και ότι αν δεν είχε υποστεί το ατύχημα θα συνέχιζε να εργάζεται μέχρι την συμπλήρωση το 58ου έτους της ηλικίας του, διότι υπάγεται στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι, ως άνω, σχετικοί με τα κριτήρια καθορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο. Επομένως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2009 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Μ. Γ. - Γ. Σ. και Σία Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "a/c ΑRΤ and CONSTRUCTION ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ" και της Μ.ς Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5428/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ