Legislator Case Law & Legislation
814/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against negligence ruling due to insufficient causal link analysis in death case.

Case Number 814/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a lower court's dismissal of a negligence claim regarding a death caused by a runaway truck. The appellants argued that the lower court failed to establish a sufficient causal link between the driver's negligence and the victim's death, despite acknowledging the driver's fault. The Court found the lower court's reasoning insufficient because it did not evaluate whether the victim's actions were reasonable or if the driver's attempt to stop the vehicle was effective, violating the requirement for a clear causal chain under civil law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, and 914 of the Civil Code; A causal link exists only when the wrongful act is sufficiently capable of producing the harmful result according to common experience, and the lower court must explicitly analyze whether the victim's conduct was reasonable and the defendant's mitigation efforts effective to establish liability.

Keywords

AI generated
civil liability causal link negligence death compensation appeal review standard of care mitigation efforts

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, and 914 of the Civil Code
Article 336 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 814 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 814/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Καραχάλιο ο οποίος ανακάλεσε την από 22/10/2008 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 5/6/2000 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 15/3/2001 κύρια παρέμβαση-αγωγή Νομικού Προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1174/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1637/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 18/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος . Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 Κ.Πολ.Δ) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και επέφερε.

Και η μεν κρίση περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνης αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) .Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο,.

με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 31-1-1998 και ώρα 11.20 το με αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο με ημερομηνία άδειας κυκλοφορίας την 6-1-1990, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο Ψ1, προστηθέντα στην οδήγηση του από την δεύτερη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε.", στην οποία αυτό ανήκε κατά κυριότητα, νομή, κατοχή και ασφαλισμένο για τον κίνδυνο ζημιών προς τρίτους στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.", εκινείτο επί της περιφερειακής οδού ...-...

με κατεύθυνση προς ... . Στο φορτηγό επέβαιναν, εκτός από τον οδηγό του Ψ1, ο ΑΑ, σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας του δεύτερου και τρίτου καθώς και ο Αλβανός υπήκοος ΒΒ. 'Οταν το εν λόγω αυτοκίνητο διέβη το υψηλότερο σημείο του δρόμου ...-..., έχοντας μόλις διανύσει μια ανηφόρα στην οποία εκινείτο πολύ αργά και άρχισε κατωφερή πορεία στη χιλιομετρική θέση 11.900 της ως άνω εθνικής οδού ...- ..., ο οδηγός του προσπάθησε να αλλάξει ταχύτητα, στην προσπάθεια του δε αυτή έσβησε η μηχανή του.

Αμέσως μετά ο οδηγός του προσπάθησε να θέσει εκ νέου σε λειτουργία τη μηχανή, γυρνώντας το κλειδί ανεπιτυχώς. Αποτέλεσμα της μη λειτουργίας της μηχανής ήταν να μη λειτουργήσουν τα φρένα καθώς και το χειρόφρενο λόγω της υπερφορτώσεως του αυτοκινήτου και της μεγάλης κατωφέρειας, το δε αυτοκίνητο να μείνει ακυβέρνητο.

Τότε ο άνω οδηγός προκειμένου να ανακόψει την ανεξέλεγκτη πορεία του προσπάθησε να το οδηγήσει προς τα δεξιά του οδοστρώματος, όπου υπήρχε χωμάτινο πλάτωμα με λακούβα και μικρά χωμάτινα υψώματα, καθ' ον δε χρόνο αυτός επιχειρούσε τούτο, ο ΑΑ ο οποίος καθόνταν στη θέση δίπλα στην πόρτα του συνοδηγού, άνοιξε αυτή και πήδησε έξω από το φορτηγό, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από το δεξιό τροχό του οχήματος και να τραυματιστεί θανάσιμα.

Τελικά η προσπάθεια του οδηγού να κατευθύνει το όχημα στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος όπου υπήρχε χωμάτινο πλάτωμα υπήρξε επιτυχής και το φορτηγό κατέληξε στο χωμάτινο ανάχωμα, ανετράπη δε από την αριστερή πλευρά του και στη συνέχεια τόσο ο οδηγός όσο και ο έτερος συνεπιβάτης ΒΒ εξήλθαν από αυτό με μικροτραυματισμούς.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο θάνατος του ως άνω επιβαίνοντος του φορτηγού αυτοκινήτου ΑΑ οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα εκείνου. Τούτο δε γιατί κινούμενος από υπερβολικό φόβο κατά τη στιγμή που ο οδηγός του αυτοκινήτου επιχειρούσε να ανακόψει την προς τα εμπρός ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματος που οδηγούσε, πήδησε αμελώς και απερισκέπτως από το όχημα τούτο, στο οποίο επέβαινε, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί και να συνθλίβει από τον πίσω δεξιό τροχό του οχήματος. 'Ηταν δε τόσο αιφνίδια η ως άνω ενέργεια του θανασίμως τραυματισθέντος ΑΑ, ώστε ο οδηγάς του φορτηγού δεν πρόλαβε να αντιληφθεί αυτή, πόσο μάλλον να αντιδράσει.

Είναι βεβαίως αληθές ότι υπήρξε κατά την οδήγηση του άνω οχήματος και προηγηθείσα αμελής συμπεριφορά εκ μέρους του οδηγού του. Αυτή συνίστατο, στο ότι αυτός προκειμένου να αλλάξει ταχύτητα στο όχημα τούτο, του οποίου η μηχανή ήταν καταπονημένη από την ανωφέρεια της οδού, επί της οποίας εκινείτο, σε συνδυασμό με το υπέρβαρο του φορτίου του αυτοκινήτου (ήταν υπέρβαρο κατά 10%) δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή που έπρεπε να επιδείξει στην αλλαγή της ταχύτητας, ούτε προέβλεψε ότι υπήρχε δυνατότητα από την ως άνω αμέλεια να σβήσει η μηχανή (να σταματήσει η λειτουργία) του αυτοκινήτου και να παύσουν να λειτουργούν τα φρένα και το χειρόφρενο του οχήματος, να παραμείνει δε τούτο ανεξέλεγκτο. 'Ομως στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω συμπεριφορά του οδηγού δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το θάνατο του ΑΑ, αφού αυτός προκλήθηκε διότι στο μεταξύ παρεμβλήθηκε η ως άνω μη ενδεδειγμένη και ασύνετη ενέργεια του θανόντος, ήτοι η έξοδός του από το αυτοκίνητο κατά τη στιγμή που αυτό εκινείτο, ο δε οδηγός του προσπαθούσε με αποφευκτικό ελιγμό να το ακινητοποιήσει.

Κατόπιν τούτου δεν θεμελιώνεται ευθύνη του οδηγού του φορτηγού και των λοιπών εναγομένων προς αποζημίωση των συγγενών του θανόντος - εναγόντων και πρέπει η αγωγή τους να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι, τούτο ενώ δέχεται ότι της ενέργειας του θανόντος προηγήθηκε και αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου για την μη λειτουργία της μηχανής και των φρένων και την κίνηση αυτού σε κατωφέρεια με τα εν λόγω προβλήματα στη λειτουργία του, εξαιτίας των οποίων η κίνησή του αυτή κατέστη ανεξέλεγκτη, η οποία συμπεριφορά αντικειμενικά κρινόμενη βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επακολουθήσασα ενέργεια και τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, παρά ταύτα δέχεται ότι τον οδηγό του αυτοκινήτου δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για τον θάνατο εκείνου.

Εξάλλου το Εφετείο δεν διευκρινίζει αν η ως άνω συμπεριφορά του θανατωθέντος για την αντιμετώπιση της κατάστασης, στην οποία βρέθηκε από υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, είναι σύμφωνη ή όχι με εκείνη του μέσου συνετού ανθρώπου, ο οποίος έχει να αντιμετωπίσει την ίδια κατάσταση. Συγκεκριμένα δεν διευκρινίζει α) αν υπήρχε ή όχι η δυνατότητα στον θανόντα όταν διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο έβαινε.

σε κατωφέρεια ανεξέλεγκτο, να εκτιμήσει ποια είναι η πλέον κατάλληλη ενέργεια για τη διάσωσή του και να την επιλέξει, β) αν η έξοδος από το αυτοκίνητο περιλαμβάνεται ή όχι στις ενέργειες, οι οποίες μπορούν να γίνουν σε παρόμοιες περιπτώσεις με βάση τους κανόνες της λογικής, γ) αν ο θανατωθείς είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την προσπάθεια του οδηγού να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο και να βεβαιωθεί για την αποτελεσματικότητά της, δ) ποια θα ήταν τα αποτελέσματα στην περίπτωση αποτυχίας της προσπάθειας για ακινητοποίηση του αυτοκινήτου. 'Ετσι εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αυτής αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος.

Κατά συνέπεια το Εφετείο με την ως άνω κρίση του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις των άρθρων, 297, 298, 914 ΑΚ, και υπέπεσε έτσι στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδονται και με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αναίρεσης. Κατόπιν αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1637/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ