Legislator Case Law & Legislation
814/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank promotion decision due to inadmissible procedural grounds and unfounded arguments.

Case Number 814/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against a lower court ruling regarding an internal promotion dispute. The bank argued the appellate court erred by ignoring evidence of superior English proficiency and failing to consider all facts supporting its claim of abuse of right. The court rejected these claims as inadmissible because the bank did not properly introduce the evidence as required by law, and as unfounded since the lower court had thoroughly examined and rejected the arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the evidence cited was not a 'matter' under the statute, and an appeal ground is unfounded if the lower court examined and rejected the argument.

Keywords

AI generated
internal promotion dispute inadmissible appeal ground unfounded appeal ground evidence introduction abuse of right claim procedural requirements judicial review standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 100(1)(a)-(g), 101(a)-(g), 102, 103, 104(1)(a) and (2), 106(3)(a) and 107 of the Bank's Organization
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 814 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 814/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Ανδριόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1701/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2759/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 17-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσείουσας (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") διέπεται από τον Οργανισμό της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθ.226698/1980 της 6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ.389/2-4-1973 Φ.Ε.Κ.

τ. Β' και κυρώθηκε τόσο η ίδια όσο και ο ως άνω Οργανισμός της με το ν.δ. 213 της 4/5-10-1973 (Φ.Ε.Κ. τ. Α' 270) και έχει ισχύ ουσιαστικού νομού. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 εδ. α'-γ', 101 εδ.α'-γ', 102, 103, 104 παρ. 1 εδ. α' και 2, 106 παρ. 3 εδ.α' και 107 του Οργανισμού αυτού συνάγεται ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του Υποδιευθυντή γίνονται, κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.

Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία, που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101-104 του ως άνω Οργανισμού και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινομένων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά την κρίση του Συμβουλίου, χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινομένων.

Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται εκείνοι οι υπάλληλοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα, τόσο τη γενική (ΓΥΑ-χρόνο προσλήψεως) όσο και την ειδική (ΕΥΑ-κατεχόμενου βαθμού), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.

Η κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνο ως προς τη νομιμότητά της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο έλεγχος της συμμορφώσεώς του προς τις επιταγές του άρθρου 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό απορρέει από το δημόσιο είτε από το ιδιωτικό δίκαιο.

Έτσι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβάλλεται στη δικαστική κρίση αποδειχθεί ότι το ως άνω Διοικητικό Συμβούλιο παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο της Α.Τ.Ε, ο οποίος καταφανώς υπερείχε και έπρεπε σύμφωνα με τις παραπάνω προϋπόθεσεις, να προαχθεί, υπερβαίνοντας καταφανώς τα όρια που το άρθρο 281 ΑΚ επιβάλλει στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων και δη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του ως συλλογικού οργάνου κρίσεως, η απόφασή του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρθρο 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (άρθρα 174,180 ΑΚ) και παρέχει στον υπάλληλο που παραλείφθηκε το δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, οπότε με την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως από το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να συντελεστεί, κατ' άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1082/1980 (βλ.

Σχ. ΟλΑΠ 14/1998, 897/1985). Μπορεί όμως η Α.Τ.Ε., αμυνομένη κατά της αγωγής, που αφορά αξιώσεις υπαλλήλου της, που κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, να προβάλει τον ισχυρισμό ότι, και αν δεν προάγονταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του ενάγοντος συνάδελφοί του, θα προάγονταν άλλοι συνάδελφοί του, που υπερτερούν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων, αλλά και έναντι του ενάγοντος και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις.

Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί διακωλυτική της γενέσεως της με την αγωγή ασκούμενης αξιώσεως καταχρηστική ένσταση, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα:

Ο αναιρεσίβλητρς, κατόπιν επιτυχίας του σε εξωτερικό διαγωνισμό, προσλήφθηκε στις 6.7.1977, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, από την αναιρεσειουσα Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με το βαθμό του Υπολ. (Οικ) και εξελίχθηκε ομαλά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1.5.1991. Είναι πτυχιούχος του οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, παρακολούθησε 13 σεμινάρια και συμμετείχε ως εισηγητής σε ετήσια προγράμματα επιμόρφωσης όλου του προσωπικού κατά τα έτη 1985 έως 1999, συμμετείχε σε επιτροπές και ομάδες εργασίας, από άποψη δε ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Γραφείου Αγοράς και Πώλησης Συναλλάγματος στο Κατάστημα Αθηνών από 16.11.1982, Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος Καταθέσεων στη Δ/νση Διεθνών Συναλλαγών από 2.10.1985, Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Σχέσεων με Ανταποκριτές από 11.3.1986, Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος καταθέσεων από 5.6.1987 και Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος Προγραμματισμού και Ανάπτυξης Εργασιών σε Συνάλλαγμα στην ίδια Δ/νση από 24.3.1988, Προϊστάμενος Τμήματος Αγοράς και Πώλησης Συναλλάγματος στη Δ/νση Κεντρικού Καταστήματος από 2.3.1989, Προϊστάμενος Τμήματος Δημοσίων Σχέσεων στην Υποδ/νση Διοίκησης από 12.1.1994, Προϊστάμενος Τμήματος Καταθέσεων σε Δραχμές της Δ/νσης Τραπεζικών Εργασιών από 2.1.1997, Διευθυντής Διοικητικών Υπηρεσιών (με απόσπαση) στην Αγροτική Χρηματιστηριακή Α.Ε.

από 15.3.1999, Προϊστάμενος Τμήματος Καταθέσεων σε Δραχμές της Δ/νσης Τραπεζικών Εργασιών από 2.5.2001 και Υποδιευθυντής στο Κεντρικό Κατάστημα από 1.8.2001, ενώ στα φύλλα ποιότητας των ετών 1990 έως και 2000 χαρακτηρίζεται ανελλιπώς "Άριστος", βαθμολογούμενος με 399 μονάδες στα έτη 1990, 1991 και 1992 και με 398 μονάδες τα έτη 1993 έως 2000, με ανώτατο όριο τις 400 μονάδες.

Η ομοιόβαθμη με τον αναιρεσίβλητο και προτεινόμενη προς σύγκριση συνάδελφος του Γ1, η οποία προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 14.7.1975 με το βαθμό του Υπολ. (Οικ.), κατόπιν επιτυχίας της σε εξωτερικό διαγωνισμό, προήχθη δε σε Τμηματάρχη Α' με αρχαιότητα από 1.5.1991, είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, παρακολούθησε 1 σεμινάριο και στα φύλλα ποιότητας των ετών 1991 έως 1993 χαρακτηρίζεται "'Αριστη", (για τα έτη 1994 έως και 2002 δεν συντάχθηκαν φύλλα ποιότητας λόγω των αποσπάσεών της ως κατωτέρω), βαθμολογούμενη με 373 μονάδες το έτος 1990 και με 398 μονάδες τα έτη 1991 έως 1993.

Από άποψη ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων τοποθετήθηκε ως Αναπλ. Προϊσταμένη Τμήματος της Υποδ/νσης Εκπαίδευσης από 22.1.1990 έως 26.2.1991 και Αναπλ. Προϊστάμενη Τμήματος Εργασιών με Δημόσιο της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών από 27.2.1991 έως 17.10.1993, ενώ ήταν αποσπασμένη ως Νομάρχης Βοιωτίας από 2.4.1982 έως 24.6.1987, στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας από 1.7.1987 έως 19.10.1987, στο Υπουργείο Εργασίας από 21.10.1987 έως 30.6.1989, στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας από 5.2.1990 έως 12.3.1990, στο Υπουργείο Οικονομικών από 18.10.1993 έως 7.10.1996 και από 28.11.1996 ως Υποδιοικητής του ΙΚΑ.

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι από την αντιπαραβολή και σύγκριση των συνεκτιμώμενων προσόντων προς εκείνα της ανωτέρω συναδέλφου του προκύπτει αβίαστα ότι ο πρώτος υπερέχει έναντι της δεύτερης καταφανώς. Συγκεκριμένα ο αναιρεσίβλητος υστερεί ελαφρώς ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα έναντι της προαναφερόμενης Γ1, είναι ισοδύναμοι δε ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και τους τίτλους σπουδών, υπερέχει όμως έναντι αυτής προδήλως ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, τα οποία (ο αναιρεσίβλητος) ασκεί ήδη ανελλιπώς, κατά τα ανωτέρω, από 16.11.1982, αποκομίσας εντεύθεν μεγάλη και πολύπλευρη εμπειρία και γνώση του αντικειμένου των εργασιών της αναιρεσείουσας, δηλαδή

προσόντα τα οποία χρησιμοποίησε και εξακολουθεί να χρησιμοποιεί προς ευόδωση και ανάπτυξη του έργου της, ενώ η συγκρινόμενη, λόγω των συνεχών, ως άνω, από 4.2.1982 αποσπάσεων της δεν είχε τη δυνατότητα, έκτοτε και μέχρι της ένδικης προαγωγικής κρίσης να ασκήσει υπεύθυνα τραπεζικά καθήκοντα. Επίσης ο αναιρεσίβλητος υπερέχει της πιο πάνω συγκρινόμενης και στη βαθμολογία των φύλλων ποιότητας των ετών 1990, 1991 και 1992, όπου αυτός (αναιρεσίβλητος) έχει λάβει 399 μονάδες, ενώ η συγκρινόμενη 373 (1990) και 398 (1991 και 1992), το γεγονός δε ότι δεν συντάχθηκαν γι' αυτήν φύλλα ποιότητας για τα έτη 1994 έως 2000 λειτουργεί οπωσδήποτε υπέρ του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος συνέχισε να βαθμολογείται κατά τα έτη 1993 έως 2000, οπότε καθιερώθηκε νέο σύστημα αξιολόγησης των στελεχών της αναιρεσείουσας εταιρίας, με υψηλότατη βαθμολογία (398 μονάδες), υποκείμενος έτσι στον ετήσιο έλεγχο και την κρίση των επιθεωρητών αυτής (αναιρεσείουσας).

Ακολούθως δε το Εφετείο δέχτηκε ότι η απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας να προαγάγει, κατά παράλειψη του αναιρεσιβλήτου, τη Γ1 στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.11.2001 είναι καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν, κατά την άσκηση του δικαιώματος κρίσης και προαγωγής, οι αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, καθώς και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του συγκεκριμένου δικαιώματος.

Περαιτέρω, ενόψει της διακωλυτικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας, με την οποία αυτή ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ούτως ή άλλως δεν επρόκειτο να προαχθεί, γιατί υπήρχαν άλλοι υποψήφιοι επίσης μη προαχθέντες, οι οποίοι υπερτερούσαν αυτού και οι οποίοι, σε περίπτωση μη προαγωγής αυτών κατά των οποίων παραπονείται στην ένδικη αγωγή του, θα κατελάμβαναν τη θέση του Υποδιευθυντή και πρότεινε προς σύγκρισή τους, κατονομαζόμενους στις προτάσεις της, δύο (2) για τον άνω βαθμό υπαλλήλους της Γ2 και Γ3, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο πρώτος (Γ2) προσλήφθηκε στις 27.3.1979, προήχθη σε τμηματάρχη Α' από 31.12.1991, είναι πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., παρακολούθησε τρία σεμινάρια, τοποθετήθηκε αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Ρευστοποίησης της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 10.7.1987 έως 26.12.1993, Προϊστάμενος του ίδιου τμήματος από 27.12.1993 έως 12.11.1995, Προϊστάμενος του Τμήματος πολιτικής διαδικασιών και προγραμματισμού της Υποδιεύθυνσης Καθυστερήσεων από 13.11.1995 έως 21.1.1996, Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης καθυστερήσεων από 22.1.1996 έως 13.3.2000 και αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίου δανείων από 14.3.2002, στα δε φύλλα ποιότητας των ετών 1991, 1992, 1994 και 1995 χαρακτηρίζεται "άριστος", βαθμολογούμενος με 396 μονάδες κάθε έτος με ανώτατο όριο τις 400 μονάδες.

Ο δεύτερος (Γ3) προσλήφθηκε στις 22.3.1978, προήχθη σε τμηματάρχη Α' από 1.5.1986, είναι κάτοχος πτυχίου Α.Σ.Ο.Ε.Ε και Μaster of Science στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του Γραφείου Χρηματοδοτικού Προγράμματος του Τμήματος πιστωτικών εργασιών της Διεύθυνσης Αγροτικής Πίστης από 25.6.1982 έως 2.5.1985, Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος ειδικών δανειοδοτήσεων από 8.5.1985 έως 9.7.1987, Προϊστάμενος του Τμήματος ρευστοποίησης από 10.7.1987 έως 7.12.1987 και Προϊστάμενος του Τμήματος βραχυπρόθεσμων χορηγήσεων της ίδιας Διεύθυνσης από 8.12.1987 έως 1-10-2000 Προϊστάμενος του τμήματος Αγροτών της Υποδ/σης Ανάπτυξης Εργασιών από 2.10.2000 μέχρι 26.2.2001 και Προϊστάμενος της Υποδ/νσης Συστήματος Πιστοδοτήσεων από 27-2-2001, στα δε φύλλα ποιότητας των ετών από 1990 έως 2000 χαρακτηρίζεται "άριστος" βαθμολογούμενος με 379 (μέσος όρος), 387, 387, 394, 394, 395 (μέσος όρος), 396, 398 (μέσος όρος), 400, 398 (μέσος όρος) και 398 (μέσος όρος) μονάδες αντίστοιχα κάθε έτος (σημειωτέον ότι τα έτη 1991 (387 μονάδες) και 1998 (400 μονάδες) στα φύλλα ποιότητας που έκανε η Επιθεώρηση αυτός λαμβάνει αντίστοιχα μόνο 380 και 381 μονάδες).

Από δε την αντιπαραβολή και σύγκριση των προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των άνω συναδέλφων του προκύπτει ότι οι τελευταίοι υστερούν ελαφρώς έναντι του πρώτου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ο από αυτούς Γ2 ως προς την κατεχόμενη στο βαθμό αρχαιότητα, ως προς την οποία υπερτερεί ο Γ3, όλοι (αναιρεσίβλητος και συγκρινόμενοι) είναι ισοδύναμοι ως προς το βασικό κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, δηλαδή δεν προκύπτει υπεροχή αυτών έναντι του αναιρεσείοντος ως προς το σημείο αυτό, που κρίνεται απαραίτητο για την κατ' ουσίαν ευδοκίμηση της ένστασης, όμως ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί αυτών ως προς τη βαθμολογία, αφού, σε ότι μεν αφορά τον Γ2 τα αντίστοιχα έτη ο αναιρεσίβλητος συγκέντρωσε 398 μονάδες, το δε γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά της βαθμολογίας αυτού τα έτη 1990, 1993 και 1996 έως 2000 από την αναιρεσείουσα εταιρία, ούτε προσκομίζονται από αυτήν τα φύλλα ποιότητας αυτού αυτών των ετών, δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για τον (ίδιο) λόγο που αναφέρθηκε παραπάνω και ενόψει του ότι αυτός συγκέντρωσε μεγαλύτερη βαθμολογία από τον Γ2 τα παραπάνω συγκρινόμενα έτη, σε ότι δε αφορά τον Γ3 τα έτη 1990, 1991 1992, 1993, 1994, 1995 και 1996, κατά τα οποία συγκέντρωσε μεγαλύτερη βαθμολογία (ο αναιρεσίβλητος), ενώ κατά έτη 1997, 1999 και 2000 ισοδυναμούν και έτσι ο μέσος όρος βαθμολογίας της περιόδου 1990 έως 2000, χωρίς το συνυπολογισμό των δυσμενέστερων βαθμολογιών που έλαβε ο Γ3 τα έτη 1991 και 1998, δηλαδή 380 και 381 μονάδες να ανέρχεται για τον τελευταίο σε 393,27 (4326:11) μονάδες και για τον αναιρεσίβλητο σε 398,27 (4381:11) μονάδες, ενώ το γεγονός της κατοχής από τον Γ3 μεταπτυχιακού τίτλου (ΜΑSTER) από το έτος 1977 δεν μπορεί να αντιστρέψει την εικόνα αυτού, που προκύπτει από την κατώτερη βαθμολογία του σε σχέση με αυτήν του αναιρεσιβλήτου, σε σημείο που να θεωρηθεί ότι αυτός υπερτερεί του αναιρεσιβλήτου.

Δεν αποδείχθηκε δε ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος από τον αναιρεσίβλητο είναι καταχρηστική, λόγω του ότι η αγωγή ασκήθηκε χωρίς την ύπαρξη πραγματικού ενδιαφέροντος από αυτόν για οποιαδήποτε από τις θέσεις στις οποίες τοποθετήθηκαν οι προαχθέντες συνάδελφοί του και του ότι αν η αναιρεσείουσα είχε μετακινήσει αυτόν μονομερώς με την ανάθεση καθηκόντων ανωτέρου βαθμού (Υποδιευθυντή) ήταν σφόδρα πιθανό ότι θα αντιμετώπιζε την άρνηση αυτού ή την αντιδικία του, ενώ, ενόψει της μεσολάβησης χρονικού διαστήματος δυόμισι ετών από την παράλειψη του αναιρεσιβλήτου στις προαγωγικές κρίσεις της 1.11.2001 μέχρι την άσκηση της αγωγής, η απλή αδράνεια αυτού ως προς την άσκηση του δικαιώματος αυτού και αν ακόμα οδήγησε την αναιρεσείουσα εταιρεία στη δημιουργία πεποίθησης ότι αυτός δεν θα ασκήσει αυτό το δικαίωμα του, δεν καθιστά την επακολουθήσασα άσκηση του καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή τέτοια που να υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμους τους τρεις λογούς της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1701/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένα κρίση αναφορικά με τις παραδοχές της, αντίστοιχα, α ) ότι ο αναιρεσίβλητος κατά κατάχρηση δικαιώματος παραλείφθηκε κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-11-2001, β ότι η ένδικη αγωγή του ίδιου δεν είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος και γ) ότι η ως άνω διακωλυτική της γενέσεως της με την ένδικη αγωγή ασκηθείσας αξιώσεως καταχρηστική ένσταση ήταν ουσιαστικά αβάσιμη, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την ίδια την έφεση αυτήν και έτσι επικύρωσε την εν λόγω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η προαναφερόμενη ένδικη από 3-6-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τα κύρια αυτής βάση και αίτημα για αναγνώριση του ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-2001.

Κρίνοντας όμως το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτιμάται σαφώς, ότι η παράλειψη προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-11-2001 είχε γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που έχε ι ισχύ ουσιαστικού νομού, καθώς και την επίσης ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.

Και τούτο γιατί πράγματι από τη συνολική σύγκριση των παρατιθέμενων στην απόφασή του τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και της ανωτέρω προαχθείσας ομοιόβαθμης συναδέλφου του (Γ1) προκύπτει για τους στην εν λόγω απόφαση πιο πάνω ειδικότερα σχετικώς αναφερόμενους λόγους. καταφανής γενική υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι της εν λόγω συναδέλφου του, ώστε η παράλειψη προαγωγής του στον επόμενο βαθμό να έχει γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Συγκεκριμένα, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος, παρά το ότι υστερεί ελαφρώς ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα έναντι της προαχθείσας συναδέλφου του Γ1 και παρά το ότι οι αμφότεροι ήταν ισοδύναμοι ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και τους τίτλους σπουδών, εν τούτοις υπερείχε έναντι αυτής προδήλως ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αποκομίζοντας εντεύθεν μεγάλη και πολύπλευρη εμπειρία και γνώση του αντικειμένου των εργασιών της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα, ενώ η παραπάνω προαχθείσα συνάδελφός του λόγω των συνεχών, ως άνω, από 4-2-1982 και εφεξής αποσπάσεών της δεν είχε τη δυνατότητα έκτοτε και μέχρι την ένδικη προαγωγική κρίση, με εξαίρεση τα ενδιάμεσα μικρά σχετικώς χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δεν ήταν αποσπασμένη, να ασκεί υπεύθυνα τραπεζικά καθήκοντα.

Πέραν τούτου ο αναιρεσίβλητος υπερέχει έναντι της εν λόγω προαχθείσας συναδέλφου του και ως προς τη βαθμολογία κατά τα έτη 1990, 1991 και 1992 και επιπλέον συνέχισε να βαθμολογείται και κατά τα επόμενα έτη (1993-2000) με υψηλότατη βαθμολογία, υποκείμενος έτσι στον ετήσιο έλεγχο και στην κρίση των επιθεωρητών της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ενώ κατά τα έτη 1994 έως 2000 δεν συντάχθηκαν για τη συγκρινόμενη συνάδελφό του φύλλα ποιότητας.

Επιπροσθέτως ο αναιρεσίβλητος υπερείχε έναντι της εν λόγω προαχθείσας συναδέλφου του και ως προς το προσόν της γνώσεως πολύ καλά της αγγλικής γλώσσας (για την τελευταία δεν υφίσταται παραδοχή του Εφετείου ότι γνώριζε και το βαθμό κατά τον οποίο γνώριζε κάποια ξένη γλώσσα), αλλά και αναφορικά με την παρακολούθηση σεμιναρίων, δεδομένου ότι αυτός είχε παρακολουθήσει 13 σεμινάρια και συμμετείχε ως εισηγητής σε ετήσια προγράμματα επιμορφώσεως όλου του προσωπικού κατά τα έτη 1985 έως 1999, καθώς και (συμμετείχε) σε επιτροπές και ομάδες εργασίας, ενώ η συγκρινόμενη προαχθείσα συνάδελφός του είχε παρακολουθήσει μόνο 1 σεμινάριο.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, καθώς και της επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του και δη με σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ως άνω διακωλυτική της γενέσεώς της με την ένδικη αγωγή ασκηθείσας αξιώσεως καταχρηστική ένσταση, για το ότι δηλαδή ότι, και9 δεν προαγόταν η προαναφερόμενη συγκρινόμενη προαχθείσα συνάδελφος του αναιρεσιβλήτου, φερόμενη ως καταφανώς υστερούσα έναντι του ήδη αναιρεσιβλήτου ενάγοντος συναδέλφου της, θα προάγονταν άλλοι συνάδελφοί του, δηλαδή οι Γ2 και Γ3, που υπερτερούσαν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι της προαχθείσας, αλλά και έναντι του αναιρεσιβλήτου και θα καταλάμβανε ένας από αυτούς την υφιστάμενη κενή οργανική θέση σαν ουσιαστικά βάσιμη, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας.

Και αυτό γιατί από τη συνολική σύγκριση των παρατιθέμενων στην απόφασή του τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των αμέσως πιο πάνω δύο ομοιόβαθμων συναδέλφων τούτου, που αναφέρονται στην εν λόγω ένσταση, πράγματι προκύπτει, για τους παραπάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, ότι οι εν λόγω προς σύγκριση με την ένσταση προτεινόμενοι συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου δεν υπερτερούσαν γενικώς και έναντι του τελευταίου, τουλάχιστον, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ώστε να καταλάβει κάποιος από αυτούς την υφιστάμενη κενή οργανική θέση.

Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα υποστηρίζεται, με το μεν 2ο λόγο αναιρέσεως ότι το Εφετείο με την αμέσως πιο πάνω κρίση του παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, γιατί δέχτηκε ότι αμφότεροι οι εν λόγω με την ένσταση προτεινόμενοι προς σύγκριση συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου είναι ισοδύναμοι με αυτόν ως προς το προσόν της ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων, με το δε 3ο λόγο αναιρέσεως ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι το γεγονός της κατοχής από το έτος 1977 από τον ως άνω Γ3 του προαναφερόμενου μεταπτυχιακού τίτλου "δεν μπορεί να αντιστρέψει....

την εικόνα αυτού, που προκύπτει από την κατώτερη βαθμολογία του σε σχέση με αυτή του ενάγοντος" (αναιρεσιβλήτου) παραβίασε το άρθρο 107 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι (2ος και 3ος) λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, άλλως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που αφορά την προαναφερόμενη διακωλυτική καταχρηστική ένσταση της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Και αυτό γιατί το Εφετείο και περιέλαβε στην προσβαλλόμενη αυτήν απόφασή του αιτιολογίες επί του εν λόγω ζητήματος, αλλά και οι αιτιολογίες αυτές, κατά τα προεκτιθέμενα, με πλήρη επάρκεια δικαιολογούν την κρίση που διατυπώθηκε για το ουσιαστικά αβάσιμο της παραπάνω ενστάσεως της αναιρεσείουσας και, περαιτέρω, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσαστικών διατάξεων του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που εφαρμόστηκαν.

Οι ίδιοι (2ος και 3ος) λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων σχετικά με την αμέσως πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).- 2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ.

β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ ΑΠ 469/1984). "Πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.

Πάντως δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων. Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του την επικληθείσα από την αναιρεσείουσα υπεροχή του στην ως άνω διακωλυτική ένσταση αναφερόμενου προς σύγκριση Γ3 αναφορικά με το προσόν της άριστης γνώσεως από αυτόν της αγγλικής γλώσσας, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος γνωρίζει κατά δήλωσή του την ξένη αυτή γλώσσα σε μέτριο επίπεδο και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον η εν λόγω εκ μέρους της αναιρεσείουσας επίκληση των σχετικών αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων δεν αποτελούσε "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ, ώστε να μη στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του όλα τα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν το σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας (όπως εκτιμάται), με τον οποίο αυτή παραπονούνταν για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είχε απορρίψει την ένστασή της ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε εκδηλώσει κανένα ενδιαφέρον ούτε είχε υποβάλει αίτηση για να συμμετάσχει στη διαδικασία αξιολόγησης (με μοριοδότηση με βάση συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια) των υποψηφίων για τις προκηρυχθείσες συγκεκριμένες θέσεις Υποδιευθυντών και τις τοποθετήσεις σ' αυτές, ενώ γνώριζε τις αναφερόμενες ως μη νόμιμες στην αγωγή του παραλείψεις της αναιρεσείουσας να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή και περαιτέρω, μολονότι έλαβε γνώση των εγκυκλίων της τελευταίας για τις τοποθετήσεις των προαχθέντων, εν τούτοις εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς ποτέ να διατυπώσει στην αναιρεσείουσα οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη που να αφορά τις κρίσεις αυτές, όχλησε δε την τελευταία για πρώτη φορά με την επίδοση της ένδικης αγωγής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του τον προαναφερόμενο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, τον ερεύνησε καθ' όλη την έκτασή του και τελικά τον απέρριψε ως αβάσιμο και έτσι δεν υπέπεσε στην από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενη πλημμέλεια.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτηση τη ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2759/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ