Legislator Case Law & Legislation
814/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on promotion as contested facts were not legal matters under the Bank's Statute.

Case Number 814/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a bank employee promotion. The appellant argued that the court failed to consider specific facts about colleagues' hiring ranks and a witness admission, claiming these were 'matters' requiring judicial review. The court rejected this, ruling that such facts were merely factual arguments without legal significance because the relevant statute defined seniority strictly by the initial hiring date, regardless of rank.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100, 102, 103, 104, 106, 107 of the Bank's Organization; Contested facts must be autonomous claims tending to establish, refute, or hinder a right, excluding mere factual arguments or conclusions drawn from evidence evaluation.

Keywords

AI generated
administrative promotion contested facts legal matters judicial review seniority calculation bank organization appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 100, 102, 103, 104, 106, 107 of the Bank's Organization
Article 559, paragraph 8, item b of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item c of the Code of Civil Procedure
Article 242, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 469/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 814 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 814/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζαχαρίου. Της αναιρεσίβλητης: Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άρια Κλάρα-Μαϊντά, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1502/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 2695/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 29-4-2002 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1513/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2695/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Εκδόθηκε η 8879/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 27-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Α.Τ.Ε. ΑΕ) διέπεται από τον Οργανισμό της, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 389/1973, κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 και έχει ισχύ νόμου. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 εδ. α - γ, 102, 103, 104 παρ. 1 εδ. α, 106 παρ. 3 εδ. α και 107 του Οργανισμού αυτού συνάγεται, ότι οι προαγωγές από το βαθμό του τμηματάρχη Α΄ στο βαθμό του υποδιευθυντή γίνονται κατ΄ απόλυτη εκλογή, από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.

Το συμβούλιο αποφαίνεται, με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101 - 104 του Οργανισμού ΑΤΕ και είναι, τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινομένων τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά, προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά την κρίση του συμβουλίου, χρήσιμο για την αξιολόγηση των κρινομένων στοιχείο.

Ως προακτέοι κατ΄ απόλυτη επιλογή χαρακτηρίζονται οι υπάλληλοι εκείνοι που διακρίνονται μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα, τόσο με τη γενική (ΓΥΑ - χρόνος προσλήψεως), όσο και την ειδική (ΕΥΑ -κατεχόμενου βαθμού), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.

Η κρίση του διοικητικού συμβουλίου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια μόνο κατά τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή αν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο που καταφανώς υπερτερεί ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του (ΑΠ 1513/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα : Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλός της στις 2-7-1980, κατόπιν επιλογής λόγω των ειδικών προσόντων του, με το βαθμό του Λογιστή Β' κατ' άρθρο 58 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Α΄, τον οποίο κατείχε από 1-5-1990.

Είναι πτυχιούχος Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος του μεταπτυχιακού διπλώματος "MASTER" Διοικητικών Επιστημών του "City University" της Μεγ. Βρετανίας και του μεταπτυχιακού διπλώματος στη διαχείριση του διεθνούς "Marketing" του "North East London Polytechnic" της Μεγ.

Βρετανίας. Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 20 εκπαιδευτικά σεμινάρια, έλαβε μέρος σε διάφορες ομάδες εργασίας και επιτροπές της αναιρεσίβλητης, συμμετείχε σε αποστολές και μετακινήσεις σε υποκαταστήματα αυτής για το συντονισμό και επίβλεψη εργασιών τους και υπήρξε εισηγητής σεμιναρίων για τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος του Γραφείου Εισαγωγών - Εξαγωγών του Καταστήματος Αθηνών από 21-5-1985 μέχρι 29-2-1988, ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Εισαγωγών - Εξαγωγών της Διεύθυνσης Διεθνών Συναλλαγών από 1-3-1988 μέχρι 30-6-1992, ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Εισαγωγών - Εξαγωγών της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών από 1-7-1992 μέχρι 30-6-1994 και ως Προϊστάμενος του Τμήματος "Factoring" της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών από 1-7-1994 και εντεύθεν.

Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1993 μέχρι και 1995 χαρακτηρίζεται ως "άριστος". Κατά τις προαγωγικές κρίσεις - της 28-6-1995 το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, τους, προτεινόμενους με την κύρια βάση της αγωγής, ομοιόβαθμους συναδέλφους του αναιρεσείοντος Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4.

Έναντι του Χ3 δεν υπερείχε καταφανώς ο αναιρεσείων, όπως κρίθηκε με την προηγηθείσα, επί της υποθέσεως εκδοθείσα, υπ΄ αριθ. 1513/2003 αναιρετική απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Οι λοιποί ως άνω προαχθέντες είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Ο Χ1 Προσλήφθηκε στις 20-10-1971 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη "κατ' απόλυτον εκλογήν" από 20-10-1984.

Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης και έχει παρακολουθήσει 7 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος της Θυρίδας ....δικαιοδοσίας Καταστήματος .... από 24-4-1987 μέχρι 30-8-1991, ως Προϊστάμενος του Γραφείου Υπηρ. Συν/σμών του Καταστήματος .... από 3-9-1991 μέχρι 20-2-1994 και ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος ....

από 212-1994 μέχρι 5-7-1995. Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1990 μέχρι και 1993 χαρακτηρίζεται ως "άριστος" (για το 1994 και 1995 δεν επικαλούνται οι διάδικοι βαθμολογία αυτού). 2) Ο Χ2: Προσλήφθηκε στις 12-10-1972 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη "κατ' απόλυτον εκλογήν" από 31-7-1985, εντάχθηκε δε στον κλάδο των Οικονομικών Υπαλλήλων.

Είναι πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και έχει παρακολουθήσει 5 εκπαιδευτικά σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος του Γραφείου Υπηρεσίας Συν/σμών του Καταστήματος .... από 24-6-1974 μέχρι 28-71994, ως Υποδιευθυντής του Καταστήματος ... από 29-7 -1994 μέχρι 25-1-1995 και ως Διευθυντής του Καταστήματος ....

με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 26-1-1995 μέχρι 27-6-1995. Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1990 μέχρι και 1993 χαρακτηρίζεται ως "άριστος" και στο φύλλο ποιότητας της Επιθεώρησης του 1994 χαρακτηρίζεται επίσης ως "άριστος" και 3) Ο Χ4: Προσλήφθηκε στις 8-7-1977 και προήχθη "κατ' απόλυτον εκλογήν" στο βαθμό του Τμηματάρχη από 22-7-1987.

Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ και κάτοχος του μεταπτυχιακού διπλώματος "MASTER OF ARTS" Πανεπιστημίου Καναδά. Έχει παρακολουθήσει 4 εκπαιδευτικά σεμινάρια και γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα, ενώ συμμετείχε σε διάφορα συνέδρια, επιτροπές και ομάδες εργασίας. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα εντός της Τράπεζας ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος Βιομηχανίας Ξύλου, Αλιείας και λοιπών της Διεύθυνσης Γεωργικών Βιομηχανιών από 15-11-1991 μέχρι 1-12-1993 και ως Προϊστάμενος της Υποδιεύθυνσης Διοίκησης με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 1-12-1993 μέχρι 27-6-1995, ενώ κατά τα προηγούμενα έτη 1982 - 1989, που ήταν αποσπασμένος στο Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ), άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Γενικός Διευθυντής από το 1982.

Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1990 μέχρι 1993 χαρακτηρίζεται ως "άριστος", όπως επίσης και στο φύλλο ποιότητος της Επιθεώρησης του έτους 1990. Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι από τη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσείοντος και των τριών ως άνω προαχθέντων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο αναιρεσείων είναι ισοδύναμος έναντι των εν λόγω προαχθέντων ως προς την βαθμολογία εφόσον όλοι, κατά το κρίσιμο προς της προαγωγικής κρίσεως του έτους 1995 διάστημα (1990 - 1995) χαρακτηρίζονται ως "άριστοι". Ο αναιρεσείων υπερτερεί έναντι όλων αυτών των συναδέλφων του ως προς τους τίτλους σπουδών, εφόσον αυτός είναι κάτοχος ενός πτυχίου ΑΕΙ και 2 μεταπτυχιακών διπλωμάτων, ενώ από τους προαχθέντες οι πρώτος και δεύτερος είναι κάτοχοι μόνον πτυχίου ΑΕΙ χωρίς μεταπτυχιακά διπλώματα, ο δε τρίτος είναι κάτοχος ενός πτυχίου ΑΕΙ και ενός μεταπτυχιακού διπλώματος.

Υπερτερεί επίσης ο αναιρεσείων έναντι των πρώτου και δεύτερου από τους προαχθέντες ως προς τη γνώση της ξένης γλώσσας (αγγλικής), εφόσον αυτοί δεν γνωρίζουν καμία ξένη γλώσσα, ενώ είναι ισοδύναμος, ως προς το στοιχείο αυτό με τον τρίτο προαχθέντα, ο οποίος γνωρίζει επίσης την αγγλική γλώσσα. Υπερτερεί επίσης ο αναιρεσείων έναντι όλων ως προς την παρακολούθηση σεμιναρίων, εφόσον αυτός παρακολούθησε 20 σεμινάρια έναντι 7, 5 και 4 αντίστοιχα των ως άνω συναδέλφων του.

Υστερεί όμως (ο αναιρεσείων) έναντι όλων των ως άνω προαχθέντων ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 9 περίπου έτη έναντι του πρώτου, κατά 8 περίπου έτη έναντι του δεύτερου και κατά 3 έτη έναντι του τρίτου, καθώς και ως προς την ειδική αρχαιότητα, κατά 5,5 έτη έναντι του πρώτου, κατά 5 έτη έναντι του δεύτερου και κατά 3 έτη έναντι του τρίτου.

Υστερεί επίσης ο ίδιος (αναιρεσείων) και ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων έναντι του δεύτερου (Χ2) και του τρίτου (Χ4) εφόσον ο ίδιος άσκησε τέτοια καθήκοντα από το 1987 ενώ εκείνοι από το 1974 και 1982 αντίστοιχα, ενώ έναντι του πρώτου (Χ1), υπερτερεί ως προς το στοιχείο αυτό κατά 2 έτη, εφόσον ο εν λόγω συνάδελφός του άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το 1987, δηλαδή δύο έτη αργότερα από τον αναιρεσείοντα.

Ενόψει τούτων και ιδίως της σημαντικής υπεροχής των ως άνω προαχθέντων τόσο ως προς τη γενική αρχαιότητα όσο και ως προς την ειδική αρχαιότητα, αλλά και της υπεροχής των δεύτερου και τρίτου ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, δεν προκύπτει καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των εν λόγω προαχθέντων, καθόσον τα ως άνω προσόντα ως προς τα οποία ο αναιρεσείων υπερέχει, ισοσταθμίζονται με τη μακροχρόνια υπηρεσία των συναδέλφων του αυτών, που τους προσδίδει περισσότερη εμπειρία ως προς τα υπηρεσιακά θέματα.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, που παρέλειψε δια του αρμοδίου οργάνου της να προαγάγει τον αναιρεσείοντα κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1995 και προήγαγε έναντι αυτού τους προτεινόμενους με την κύρια βάση της αγωγής τέσσερις συναδέλφους του, δεν άσκησε καταχρηστικά κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.

Κ. το σχετικό διευθυντικό της δικαίωμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθ. 1502/1999 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι επικύρωσε την απόφαση αυτήν κατά το μέρος της με το οποίο η ένδικη από 18-11-1997 αγωγή του αναιρεσείοντος είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το κύριο αίτημά της για αναγνώριση του ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 28-6-1995, καθώς και για καταψήφιση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει αποζημίωση, συνιστάμενη στις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των βαθμών του Τμηματάρχη Α΄ και του Υποδιευθυντή κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1995 έως 28-2-1998.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό, γιατί από τη συνολική σύγκριση των παρατιθέμενων στην απόφασή του τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος και των ανωτέρω προαχθέντων ομοιόβαθμων συναδέλφων του, δεν προκύπτει καταφανής γενικά υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των εν λόγω συναδέλφων του, ώστε η παράλειψη προαγωγής του στον επόμενο βαθμό να έχει γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων είναι ισοδύναμος έναντι των εν λόγω προαχθέντων ως προς τη βαθμολογία, εφόσον όλοι κατά το κρίσιμο προ της προαγωγικής κρίσεως του έτους 1995 χρονικό διάστημα χαρακτηρίζονται ως "άριστοι". Βέβαια δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων υπερτερεί έναντι όλων αυτών των συναδέλφων του ως προς τους τίτλους σπουδών, καθώς και αναφορικά με τους πρώτο και δεύτερο από τους τελευταίους και ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας και ότι ο ίδιος υπερτερεί έναντι όλων των εν λόγω συναδέλφων του ως προς την παρακολούθηση σεμιναρίων, πλην όμως δέχτηκε περαιτέρω και ότι ο αναιρεσείων υστερούσε έναντι όλων των συναδέλφων του αυτών, κατά τα πιο πάνω, τόσο ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, όσο και ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (κατεχόμενου βαθμού), καθώς και ότι αυτός υστερούσε έναντι των δεύτερου και τρίτου από τους προαχθέντες συναδέλφους του ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων (υπερτερώντας ως προς το στοιχείο αυτό έναντι του πρώτου από τους εν λόγω συναδέλφους του κατά 2 έτη).

Με βάση τα δεδομένα αυτά πράγματι δεν προκύπτει καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των προαναφερόμενων συναδέλφων του που προήχθησαν, αφού τα ως άνω προσόντα ως προς τα οποία υπερέχει ο πρώτος, έστω και αν είχε προσληφθεί, ύστερα από επιλογή λόγω των ειδικών προσόντων του, με το βαθμό του Λογιστή Β΄ κατά το άρθρο 58 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης, ισοσταθμίζονται με τη μακροχρόνια υπηρεσία των τελευταίων αυτών συναδέλφων του, που τους προσδίδει περισσότερη εμπειρία ως προς τα υπηρεσιακά θέματα, όπως δέχτηκε το Εφετείο, δεδομένου μάλιστα ότι όλοι αυτοί οι προαχθέντες συνάδελφοί του είναι πτυχιούχοι ανώτατων σχολών (τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως).

Το γεγονός δε ότι ο τρίτος από τους προαχθέντες (Χ4) κατά τα έτη 1982 - 1989 ήταν αποσπασμένος στο Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) δεν μπορεί να καταλογιστεί εις βάρος του, αφού, όπως δέχτηκε το Εφετείο, και εκεί άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Γενικός Διευθυντής από το έτος 1982. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.

ΑΠ 469/1984), "Πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" τα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ή τα επιχειρήματα υπέρ του βασίμου της αγωγής ή ενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο, κατά ένα μέρος του, λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ότι οι από τους πιο πάνω προαχθέντες Χ1 και Χ2 είχαν προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη με τον εισαγωγικό βαθμό του Υπολογιστή, ο οποίος υπολειπόταν κατά δύο βαθμούς από εκείνο το βαθμό με τον οποίο είχε προσληφθεί ο αναιρεσείων, πράγμα το οποίο είχε σημασία κατά το λόγο αναιρέσεων, για τον καθορισμό της γενικής τους αρχαιότητας στην υπηρεσία έναντι του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί το σχετικό γεγονός που αναφέρεται σ΄ αυτόν απλώς αποτελούσε το περιεχόμενο επιχειρήματος υπέρ της απόψεως του αναιρεσείοντος αναφορικά με τον καθορισμό της γενικής αρχαιότητας στην υπηρεσία της αναιρεσίβλητης των πιο πάνω συναδέλφων του έναντι αυτού, όχι όμως και "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, ώστε να μη στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως, δεδομένου ότι η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, σύμφωνα με τον Οργανισμό της αναιρεσίβλητης, καθορίζεται σε κάθε περίπτωση από το χρόνο προσλήψεως του υπαλλήλου, έστω και με τον κατώτερο (εισαγωγικό) βαθμό.

Περαιτέρω, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως και κατά το υπόλοιπο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης για το ότι οι αμέσως πιο πάνω δύο προαχθέντες συνάδελφοι του αναιρεσείοντος είχαν προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη με τον κατώτερο (εισαγωγικό) βαθμό του Υπολογιστή, ο οποίος υπολειπόταν κατά δύο βαθμούς από το βαθμό με τον οποίο είχε προσληφθεί ο αναιρεσείων, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί αφορούσε πραγματικό γεγονός, το οποίο, ως εκ της φύσεώς του, δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αναφορικά με τον καθορισμό της γενικής τους αρχαιότητας στην υπηρεσία έναντι του αναιρεσείοντος, ακριβώς διότι, όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα καθορίζεται από το χρόνο προσλήψεως ως υπαλλήλου, έστω και με τον κατώτερο (εισαγωγικό) βαθμό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2005 αίτηση του ....... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 8879/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ