Legislator Case Law & Legislation
814/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on pension benefits interpretation, ruling lower court correctly applied good faith principles.

Case Number 814/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision denying their pension claim. The appellants argued the lower court erred in interpreting a contractual clause regarding pension calculations, while the insurance fund contended the court correctly applied established customs. The court ruled that the lower court's interpretation, distinguishing between two specific allowances based on long-standing practice and the principle of good faith, was legally sound and did not violate statutory interpretation rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 C.P.D.; Art. 173, 200 A.C.: The Supreme Court rejects an appeal based on insufficient reasoning when the lower court's interpretation of a contractual clause with binding force aligns with established customs and the principle of good faith, thereby not violating substantive law interpretation rules.

Keywords

AI generated
pension benefits calculation contractual clause interpretation principle of good faith customary practice insufficient reasoning appeal binding force clause substantive law violation

Cited Legislation

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 814 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 814/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη, Ηλία Γιαννακάκη και Αθανάσιο Θέμελη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Δ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Αθανάσιο Παπαθανασίου.

Του αναιρεσίβλητου : Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΤΕΑΠΕΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Μαρία Σιούγγαρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 506/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 9059/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θέμελης, ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος για αναίρεση απόφασης ιδρύεται όταν παραβιάστηκε εκ πλαγίου κανόνας ουσιαστικού δικαίου ένεκα ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως προσάπτοντα στην προσβαλλομένη ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του και κατά το αναιρετήριο έχοντος συμβατική ισχύ όρου 10α'παρ. 2 του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η επικαλουμένη πλημμέλεια δεν ανάγεται στην ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου (οποίος δεν είναι ο έχων συμβατική ισχύ ως άνω όρος του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου), οπότε και μόνον, κατά τα προεκτεθέντα ιδρύεται ο από την προεκτεθείσα διάταξη λόγος αναιρέσεως.

Αναίρεση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών κανόνες, μεταξύ των οποίων και οι των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος.

Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Όταν όμως το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της συμβάσεως έλαβε υπόψη του στοιχεία που ορίζει ο νόμος, η παράλειψη μόνο της επικλήσεως των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. και η μη εξειδίκευση των κανόνων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου με το άρθρο 288 Α.Κ., κατά το οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα γίνει η εκπλήρωση της παροχής.

Στην προκειμένη περίπτωση, ως και με το αναιρετήριο προβάλλεται, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό ότι το ανθυγιεινό επίδομα υπολογίζεται στις συντάξιμες αποδοχές, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υπήρξαν υπάλληλοι της Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος και υπηρετούσαν στην Υπηρεσία Διακίνησης Αγοραζομένων Επιταγών Εξωτερικού της Διεύθυνσης Εργασιών και Καταστημάτων μέχρι τη συνταξιοδότησή τους, στις 16-7-1977 ο πρώτος και 29-12-2001 ο δεύτερος.

Μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν οι αναιρεσείοντες πριν συνταξιοδοτηθούν ήταν και το "ανθυγιεινό επίδομα λόγω χώρου", το οποίο χορηγείται από την Διοίκηση της εργοδότριας τράπεζας σε υπαλλήλους του κύριου προσωπικού της που εργάζονται σε καταστήματα επιβαρυμένων ατμοσφαιρικά περιοχών (Ελευσίνα, Πτολεμαϊδα κ.λ.π.) ή σε υπηρεσίες με επιβαρυμένο εργασιακό περιβάλλον και το οποίο, συνδεόμενο με τον χώρο προσφοράς και όχι με την φύση και το αντικείμενο της εργασίας, παύει να καταβάλλεται με την αποχώρηση του υπαλλήλου από τα προαναφερόμενα καταστήματα ή τις σχετικές εργασίες.

Ότι στους αναιρεσείοντες χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα, από 1-1-1988 λόγω του θορύβου που προκαλείται στο χώρο εργασίας τους από τις μηχανές διάτρησης των επιταγών. Το επίδομα αυτό δεν συνυπολογίστηκε για τον καθορισμό της σύνταξης των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επιδιώκουν τον συνυπολογισμό του με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 10 α' παρ. 2 περ.

στ του καταστατικού. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι μόνο το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού, είναι συνυπολογιστέο στις συντάξιμες αποδοχές των αναιρεσειόντων και όχι και το ανθυγιεινό επίδομα λόγω χώρου, με καθιερωμένη και εμπεδωμένη στα συμβαλλόμενα μέρη και στους αναιρεσείοντες ως ασφαλισμένους στο αναιρεσίβλητο, τη διάκριση των επιδομάτων αυτών, αλλά και με τη βούληση να αποκλειστεί το ανθυγιεινό επίδομα λόγω χώρου ως συντάξιμη αποδοχή.

Ότι η παραδοχή αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι σε όλες τις προσκομιζόμενες καταστάσεις αναλυτικής μισθοδοσίας των εναγόντων - αναιρεσειόντων από το έτος 1988 έως την αποχώρησή τους η σχετική παροχή αναφέρεται πάντοτε ως ανθυγιεινό επίδομα και ποτέ δεν αναφέρεται ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, πράγμα που υποδηλώνει εμπεδωμένη διακριτότητα των δύο επιδομάτων, αλλά και από το γεγονός ότι επί μακρά σειρά ετών η προαναφερομένη έννοια της διάταξης του άρθρου 10 α' παρ. 2 περ.

στ' του καταστατικού του ΤΕΑΠΕΤΕ δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν ασφαλισμένο αυτού με προβολή αξιώσεων συνυπολογισμού στις συντάξιμες αποδοχές του και του ανθυγιεινού επιδόματος που λάμβανε ο εργαζόμενος σε επιβαρυμένο εργασιακό χώρο πριν από τη συνταξιοδότησή του. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την ένδικη αγωγή.

Από τα ανωτέρω καθίσταται πρόδηλον ότι το δικάσαν Εφετείο, εμμέσως πλην σαφώς, δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολιών περί του περιεχομένου του συμβατική ισχύ έχοντος όρου του άρθρου 10 α' παρ. 2 περ. στ' του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου και εχώρησε στην ερμηνεία αυτού, όπως τούτο συνάγεται, ιδίως, εκ του ότι χρησιμοποιεί και στοιχεία που δεν αναφέρεται ρητώς στον ως άνω όρο, ότι δηλαδή στις συντάξιμες αποδοχές των ασφαλισμένων στο ΤΕΑΠΕΤΕ είναι συνυπολογιστέο μόνο το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και όχι το ανθυγιεινό επίδομα, η δε διάκριση μεταξύ των δύο αυτών επιδομάτων ήταν καθιερωμένη και εμπεδωμένη στα συμβαλλόμενα μέρη και στους ασφαλισμένους του ΤΕΑΠΕΤΕ, και ότι στις καταστάσεις αναλυτικής μισθοδοσίας των αναιρεσειόντων αναφέρεται ως ανθυγιεινό επίδομα λόγω χώρου και όχι ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας.

Το με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πόρισμα της ερμηνείας την οποία έκανε το Εφετείο, κατά το οποίο στον ανωτέρω όρο του καταστατικού περιλαμβάνεται μόνο το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και όχι το ανθυγιεινό λόγω χώρου επίδομα και ότι μεταξύ των δύο αυτών επιδομάτων υπάρχει διάκριση, η οποία ήταν καθιερωμένη και εμπεδωμένη στους αναιρεσείοντες, συνάδει κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ταύτα πραγματικά περιστατικά προς τους από τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.

θεσπιζόμενους ερμηνευτικούς κανόνες, καθόσον η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβάλλουν να γίνει δεκτό στην προκειμένη ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ του ανθυγιεινού επιδόματος λόγω χώρου που χορηγούσε η Διοίκηση της Εμπορικής Τράπεζας σε υπαλλήλους του κύριου προσωπικού της που εργάζονται σε καταστήματα επιβαρυμένων ατμοσφαιρικά περιοχών ή σε υπηρεσίες με επιβαρυμένο εργασιακό περιβάλλον, το οποίο παύει να καταβάλλεται με την αποχώρηση του υπαλλήλου από τα καταστήματα αυτά ή τις σχετικές υπηρεσίες, και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που καταβάλλεται στο βοηθητικό προσωπικό της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος που, λόγω της φύσης της εργασίας του, εντάσσεται κατά καιρούς με διατάξεις νόμου ή υπουργικές αποφάσεις στις ασφαλιστικές κατηγορίες των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων ορίστηκε με τον ανωτέρω όρο του καταστατικού ως συνυπολογιστέο στις συντάξιμες αποδοχές του ΤΕΑΠΕΤΕ.

Κατ' ακολουθία αυτών το Εφετείο παρά το ότι δεν μνημονεύει ρητά τις παρακάτω διατάξεις και δεν προέβη σε εξειδίκευση των κανόνων της καλής πίστεως και των συλλακτικών ηθών δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., ούτε τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ.. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2004 αίτηση των 1) Α. Κ. και 2) Δ. Σ. για αναίρεση της 9059/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή στον αναιρεσίβλητο ΟΣΕ της δικαστικής δαπάνης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ