Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the second ground is inadmissible as merely an argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding labor disputes. The appellants argued that the appellate court erred by considering facts not proposed and by failing to address their claim that former colleagues continued receiving personal differences. The court rejected these claims, stating that the first ground was unsupported by the case file and the second ground constituted a mere argument rather than a distinct matter under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5) and 561(2) of the Civil Procedure Code; The Supreme Court holds that an appeal ground is inadmissible if it merely reiterates the appellant's substantive arguments rather than presenting a distinct matter requiring judicial review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 813 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Τ. του Χ. και 2) Ε. Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Γεωργίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Νικόλαου Παπαντίνα, πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.κατάθ. 28819/150/2022 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 299/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6128/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-9-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 25-9-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 20322/ 1646/2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 6128/2023 απόφασης του (δικάσαντος ως εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 6-12-2022 έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ κατά της εκδοθείσας ερήμην του δευτέρου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 299/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως προς το δεύτερο εναγόμενο και είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως προς το πρώτο η από 13-9-2022 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 28819/ 150/2022) αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, υποχρεώθηκε δε το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτές τα ποσά των 18.762,25 ευρώ και 18.421,45 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τόσο κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 5 και 18 παρ. 1 του Ν. 4440/2016, όσο και κατά την επικουρική από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ι) Στο κεφάλαιο Β του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές διατάξεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (ΦΕΚ Α 176/16.12.2015)", με έναρξη ισχύος από 1-1-2016, περιλαμβάνονται οι μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δευτέρου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.
του Κεφαλαίου A του N. 3429/2005 (Α' 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις, όπως το πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Β του ως άνω νόμου καθορίζεται στο άρθρο 7 αυτού, σύμφωνα με το οποίο στις διατάξεις του εν λόγω κεφαλαίου υπάγονται, μεταξύ άλλων (περίπτωση ε') και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, με τις παραγράφους 1 εδ.
α' και 4 του άρθρου 27 του ίδιου νόμου (4354/2015) ορίζεται ότι: "1. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν βασικός μισθός ή τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος στις 31.12.2015, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική.... 4. Σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, η προσωπική διαφορά του παρόντος άρθρου παύει να καταβάλλεται.
Εξαίρεση αποτελεί μόνο η υποχρεωτική μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, λόγω συνολικής ή μερικής μεταφοράς ή κατάργησης της Υπηρεσίας του ή στο πλαίσιο κινητικότητας των υπαλλήλων, όπως αυτή καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών, οπότε η εν λόγω προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1".
Εξάλλου, με το άρθρο 2 του Ν. 4440/2016 "Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας στη Δημόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, υποχρεώσεις των προσώπων που διορίζονται στις θέσεις των άρθρων 6 και 8 του N. 4369/2016, ασυμβίβαστα και πρόληψη των περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 224/2-12-2016) ορίζεται ότι: "1. Το ΕΣΚ διέπεται από τις αρχές της ισότητας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας. 2. Η κινητικότητα έχει εθελούσιο χαρακτήρα για τον υπάλληλο και διενεργείται με βάση την αρχή της δημοσιότητας. 3. Η μετακίνηση από μία δημόσια υπηρεσία σε άλλη διενεργείται ως μετάταξη σε κενή οργανική θέση κλάδου/ειδικότητας της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας/εκπαιδευτικής βαθμίδας, για την οποία ο υπάλληλος έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. 4.... 5. Στο πλαίσιο εφαρμογής του ΕΣΚ, οι προκηρυσσόμενες θέσεις καλύπτονται με ενιαίο τρόπο, ανεξαρτήτως εάν οι υπάλληλοι είναι μόνιμοι ή απασχολούμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Σε κάθε περίπτωση η μετάταξη διενεργείται με την ίδια σχέση εργασίας. Οι μετατασσόμενοι διατηρούν το ίδιο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς, καθώς και τυχόν προσωπική διαφορά στις αποδοχές τους".
Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ίδιου νόμου (4440/2016), όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 100 παρ. 2 του Ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19-5-2017), ορίζεται ότι "1. Μετατάξεις για τις οποίες εκδίδεται ανακοίνωση - πρόσκληση ή υποβάλλεται αίτηση του υπαλλήλου μέχρι και 31.7.2017, δύνανται να ολοκληρωθούν σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τις 2.12.2016", ενώ υπό την προϊσχύσασα μορφή της η παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 4440/2016, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 27 παρ. 3 του Ν. 4465/2017 (ΦΕΚ Α 47/4-4-2017), όριζε ότι "1.
Μετατάξεις για τις οποίες είτε εκδόθηκε ανακοίνωση - πρόσκληση πριν από τις 15.3.2017 είτε υποβλήθηκε αίτηση του υπαλλήλου πριν από την ίδια ημερομηνία, δύνανται να ολοκληρωθούν σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τις 2.12.2016". Τέλος, υπό την αρχική της μορφή η παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 4440/2016 όριζε ότι "1. Εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου μετατάξεις, για τις οποίες είτε έχει εκδοθεί εγκριτική απόφαση σύμφωνα με τις διατάξεις της (ήδη καταργηθείσας με το άρθρο 19 παρ. 3 Ν. 4440/2016 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 100 παρ. 6 Ν. 4472/2017) παρ. 1 του άρθρου 68 του Ν. 4002/2011 (Α' 180) είτε έχει εκδοθεί ανακοίνωση - πρόσκληση είτε, προκειμένου για θέσεις σε ΟΤΑ, έχει υποβληθεί αίτηση υπαλλήλου μέχρι έναν (1) μήνα πριν από τη δημοσίευση του νόμου, δύναται να ολοκληρωθούν μέχρι τις 30.6.2017, σύμφωνα με τις ισχύουσες, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, διατάξεις".
Από την ως άνω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 4440/2016, υπό όλες τις ως άνω μορφές της (αρχική και επόμενες), συνάγεται ότι ο τρόπος ολοκλήρωσης των υπαγόμενων στις διατάξεις του νόμου αυτού μετατάξεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του οικείου φορέα, στον οποίο μετατάσσεται, μετά από σχετική αίτησή του, ο υπάλληλος, δηλαδή ο φορέας υποδοχής δύναται να εφαρμόσει τις διατάξεις είτε του άρθρου 27 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, που ίσχυαν έως τις 2-12-2016 και σύμφωνα με τις οποίες σε περίπτωση μεταφοράς ή μετάταξης του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, η προσωπική διαφορά του παρόντος άρθρου παύει να καταβάλλεται, είτε του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 4440/2016, που ισχύουν από 2-12-2016 και σύμφωνα με τις οποίες στο πλαίσιο εφαρμογής του ΕΣΚ οι μετατασσόμενοι διατηρούν το ίδιο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς, καθώς και τυχόν προσωπική διαφορά στις αποδοχές τους.
Η εφαρμογή δε, από τον φορέα υποδοχής, των διατάξεων του άρθρου 27 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 για τους μετατασσόμενους, μετά από σχετική αίτησή τους, υπαλλήλους, με συνέπεια την παύση καταβολής της προσωπικής διαφοράς της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, εφόσον ρητώς προβλέπεται, κατά τα ανωτέρω, η δυνατότητα επιλογής από τον οικείο φορέα του τρόπου ολοκλήρωσης των μετατάξεων και, επιπλέον, οι μετατάξεις αυτές λαμβάνουν χώρα μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, εν γνώσει του ενδεχομένου παύσης καταβολής της προσωπικής διαφοράς και κατόπιν στάθμισης από αυτούς των πλεονεκτημάτων που θα τους παρέχει η απασχόλησή τους στον φορέα υποδοχής σε σχέση με τον έως τότε φορέα απασχόλησής τους.
ΙΙ) Η αρχή της χρηστής διοίκησης, η οποία έχει νομολογιακή προέλευση από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 31/2020), αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού δικαίου, που διέπει τη δράση της Διοίκησης, λειτουργώντας ως δικλείδα ασφαλείας υπέρ των διοικουμένων από τις άκαμπτες διοικητικές πρακτικές. Η αρχή αυτή επιβάλλει στα διοικητικά όργανα να ασκούν τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με το αίσθημα δικαίου που επικρατεί, ώστε κατά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου να αποφεύγονται οι ανεπιεικείς και απλώς δογματικές ερμηνευτικές εκδοχές και να επιδιώκεται η προσαρμογή αυτών προς τις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και απαιτήσεις.
ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Τέλος, οι γενικές αρχές του δικαίου δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά τέτοιους κανόνες αποτελούν οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που πηγάζουν από αυτές και προσδιορίζουν τη μορφή και το περιεχόμενο της έννομης τάξης στο σύνολό της (ΑΠ 775/2022, 924/2010, 472/2009). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 5 και 18 παρ. 1 του Ν. 4440/2016 και 27 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, καθώς και των αρχών της ισότητας (άρθρα 4 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος), της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς την αιτίαση περί παραβίασης των γενικών αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, εφόσον οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται κανόνες ουσιαστικού δικαίου που πηγάζουν από τις ως άνω αρχές (όπως π.χ.
οι πηγάζουσες από την αρχή της καλής πίστης διατάξεις των άρθρων 197, 200, 281, 288 και 388 ΑΚ) και οι οποίοι παραβιάστηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις του ως άνω λόγου αναίρεσης, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Η πρώτη ενάγουσα προσελήφθη στις 20-9-1999 από την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.", με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλύψει τη θέση Υπαλλήλου Προϋπολογισμού στη Διεύθυνση Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών, με συμβατικό μηναίο μισθό 309.225 δραχμών, ενώ ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 4354/2015 και την απόφαση υπ' αριθ. 894/8/13-4-2016 του Δ.Σ.
της εν λόγω εταιρείας, κατατάχθηκε από 1-1-2016 στο 14° μισθολογικό κλιμάκιο της εκπαιδευτικής της κατηγορίας (ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού), με πλεονάζοντα χρόνο 0 έτη, 5 μήνες και 16 ημέρες. Ομοίως και η δεύτερη ενάγουσα, προσελήφθη στις 1-3-1999 από την αυτή ως άνω εταιρεία, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλύψει τη θέση Μηχανικού στο Τμήμα Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης Μελετών και ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και την προαναφερθείσα από 13-4-2016 απόφαση της εν λόγω εταιρείας, κατατάχθηκε από 1-1-2016 στο 14° μισθολογικό κλιμάκιο της εκπαιδευτικής της κατηγορίας (ΠΕ Μηχανικών), με πλεονάζοντα χρόνο 0 έτη, 5 μήνες και 28 ημέρες.
Περαιτέρω, κατόπιν της με αριθμό 5592/9-11-2015 ανακοίνωσης/πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για κάλυψη θέσεων Διοικητικού Προσωπικού με μετάταξη υπαλλήλων στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αμφότερες οι ενάγουσες, αφού στάθμισαν τα κατά τον χρόνο εκείνο υφιστάμενα δεδομένα και έκριναν πως η μετάταξή τους στο εν λόγω ΝΠΔΔ είναι προς το συμφέρον τους, αναλογιζόμενες, ενδεχομένως, τη σταθερότητα και την ποιότητα των εργασιακών συνθηκών που συνεπάγεται η υπηρεσία στο εν λόγω εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο εδρεύει στο κέντρο της πόλης όπου κατοικούν και στο οποίο η θέση, που εκλήθησαν να καλύψουν, συνάδει με το επιστημονικό αντικείμενο των σπουδών τους (ΠΕ Μηχανικών), υπέβαλαν, στις 22-12-2015, αιτήσεις υποψηφιότητας για μετάταξη στο ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
Οι αιτήσεις τους αυτές έγιναν δεκτές και ακολούθως με την υπ' αριθ. 227685/Ζ2/27-12-2017 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Υποδομών και Μεταφορών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 93/τ.Γ'/2-2-2018, μετατάχθηκαν αμφότερες στο εναγόμενο ΑΠΘ σε κενή οργανική θέση, με τον βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχαν μέχρι τότε, με την πρώτη εξ αυτών να αναλαμβάνει υπηρεσία στις 4-9-2018, τοποθετηθείσα στο Τμήμα Εκτέλεσης Έργων της Διεύθυνσης Προγραμματισμού, Μελετών και Εκτέλεσης Έργων της Γενικής Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Μηχανοργάνωσης του ΑΠΘ και τη δεύτερη να αναλαμβάνει υπηρεσία στις 16-5-2018, τοποθετηθείσα στο Τμήμα Προγραμματισμού και Μελετών της Διεύθυνσης Προγραμματισμού, Μελετών και Εκτέλεσης Έργων της Γενικής Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Μηχανοργάνωσης του ανώτατου αυτού εκπαιδευτικού ιδρύματος της Χώρας.
Περαιτέρω, από την έναρξη της απασχόλησής τους στο εκκαλούν, οι ενάγουσες δεν ελάμβαναν το ποσό της προσωπικής διαφοράς, το οποίο η πρώτη εξ αυτών υπολόγιζε σε 545,36 ευρώ και η δεύτερη σε 548,27 ευρώ. Για τον λόγο αυτό διαμαρτυρήθηκαν στο εναγόμενο ΝΠΔΔ και το τελευταίο τους απάντησε πως για τη μετάταξη τους εφαρμόζει τις διατάξεις του ν. 4354/2015 και όχι του ν. 4440/2016.
Τέλος, την τακτική αυτή του εναγομένου ΝΠΔΔ να μην τους καταβάλλει, παρά τις διαμαρτυρίες τους, το ποσό που αντιστοιχεί στην προσωπική τους διαφορά, οι ενάγουσες χαρακτηρίζουν ως παράνομη και για τον λόγο αυτό άσκησαν την κρινόμενη αγωγή, με την οποία αιτούνταν ως αποζημίωση, ένεκα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, τη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των μηνιαίων ποσών που λαμβάνουν αυτές ως μισθό και των μηνιαίων ποσών που έπρεπε να λάβουν, αν συνυπολογιζόταν και το ποσό της προσωπικής τους διαφοράς.
Έτσι, όμως, έχουσα η κρινόμενη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.
Ειδικότερα, επειδή για τη μετάταξη των εναγουσών, η ανακοίνωση/ πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος του εναγόμενου ΝΠΔΔ έλαβε χώρα στις 9-11-2015 και οι αιτήσεις υποψηφιότητας των εναγουσών για τις επίδικες μετατάξεις κατατέθηκαν στις 22-12-2015, ήτοι σε χρόνο πριν τις 31-7-2017, το εναγόμενο μπορεί γι' αυτές (επίδικες μετατάξεις) να εφαρμόσει τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τις 2-12-2016, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 18 του ν. 4440/2016 και παρά το γεγονός πως η Κοινή Απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Υποδομών και Μεταφορών, δυνάμει της οποίας υλοποιήθηκαν οι επίδικες μετατάξεις, εκδόθηκε στις 27-12-2017.
Ανήκει, λοιπόν, στη διακριτική ευχέρεια του εναγομένου να εφαρμόσει, σχετικά με την αμοιβή των εναγουσών, είτε το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 4440/2016 και να τους καταβάλει την προσωπική διαφορά, είτε το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 4354/2015 και να μην τους καταβάλει την προσωπική διαφορά. Το εναγόμενο, λοιπόν, σταθμίζοντας τα θετικά και τα αρνητικά από την καταβολή της εν λόγω διαφοράς, επέλεξε, ως είχε δικαίωμα προς τούτο, να εφαρμόσει το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 4354/2015 και να μην τους καταβάλει την προσωπική διαφορά.
Η στάθμιση αυτή του εναγομένου δεν παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης, αφού κατόπιν αυτής (στάθμισης) έκρινε πως εξυπηρετούνται οι ανάγκες του καλύτερα, αν διενεργηθούν οι επίδικες μετατάξεις υπό το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο λήψης της αποφάσεώς του περί τη διενέργεια μετατάξεων, για την οποία (διενέργεια μετατάξεων) προβλέφθηκε ένα συγκεκριμένο κόστος στον προϋπολογισμό του, το οποίο δεν περιελάμβανε το μισθολογικό κόστος που συνεπάγεται η αμοιβή των υπό μετάταξη υπαλλήλων και με το ποσό της προσωπικής διαφοράς.
Άλλωστε, δεν απεδείχθη πως, δια της εφαρμογής εκ μέρους του εναγομένου του νομικού καθεστώτος που ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο που αυτό προσκάλεσε τους ενδιαφερόμενους να καταθέσουν αιτήσεις μετάταξης, όσο και κατά τον χρόνο που οι ενάγουσες κατέθεσαν τις σχετικές αιτήσεις τους, προσεβλήθη η αρχή της καλής πίστης.
Τούτο διότι στην με αριθμό 5592/09-11-2015 ανακοίνωση/πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που εξέδωσε, δεν ανέφερε πως οι υπάλληλοι που θα μεταταχθούν σε αυτό θα αμείβονται με διαφορετικό καθεστώς από ότι ο νόμος κατά τον χρόνο εκείνο προέβλεπε και θα απολαμβάνουν το ποσό που αντιστοιχεί στην προσωπική τους διαφορά ούτε, βέβαια, ποτέ κατέβαλε στις ενάγουσες, άμα τη μετάταξή τους, το ποσό αυτό της προσωπικής διαφοράς.
Μάλιστα, η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 του ν. 4354/2015, την οποία εφαρμόζοντας το εναγόμενο δεν κατέβαλε στις οικειοθελώς μεταταχθείσες ενάγουσες την προσωπική διαφορά, δεν αντίκειται σε κανένα κανόνα δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, αφού κατά πρώτον δι' αυτής το εναγόμενο επέλεξε να μην καταβάλει στις οικειοθελώς μεταταχθείσες ενάγουσες περισσότερα από ότι καταβάλλει στους λοιπούς υπαλλήλους, που απασχολεί με τα ίδια προσόντα και στον αυτό βαθμό, κάτι (καταβολή περισσότερων) που θα συνέβαινε, αν στις ενάγουσες κατέβαλε την προσωπική διαφορά, και κατά δεύτερον η διατήρηση αμετάβλητων των συνθηκών υπό τις οποίες οι ενάγουσες επέτυχαν να καταλάβουν την αρχική τους θέση εργασίας στην "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟ Α.Ε." με τις εκεί προβλεπόμενες απολαβές, δεν μπορεί εν προκειμένω να ικανοποιηθεί, διότι παρεμβλήθηκε, κατά βούλησή τους, το γεγονός της μετάταξής τους στο εναγόμενο, του οποίου η οικονομική πορεία και κατάσταση είναι άλλη από αυτή της αρχικής εργοδότριας.
Συνεπώς, παραλείποντας το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει στις ενάγουσες την προσωπική διαφορά, δεν ενήργησε παράνομα, αφού, ως είχε νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, προτίμησε να εφαρμόσει το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 4354/2015 αντί του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 4440/2016, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται σε βάρος του ευθύνη προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ και η αγωγή να πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι με το να δεχθεί ότι: α) Το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν προσέβαλε τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, επειδή, σταθμίζοντας τα θετικά και τα αρνητικά από την καταβολή στις αναιρεσείουσες της προσωπικής διαφοράς του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν. 4354/2015, επέλεξε, όπως είχε δικαίωμα προς τούτο, να εφαρμόσει την παρ. 4 του ίδιου άρθρου και να μην τους καταβάλει την προσωπική διαφορά, αφού έκρινε πως εξυπηρετούνται καλύτερα οι ανάγκες του, αν οι επίδικες μετατάξεις διενεργηθούν υπό το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο λήψης της σχετικής απόφασής του, δεδομένου ότι είχε προβλεφθεί γι' αυτές ένα συγκεκριμένο κόστος στον προϋπολογισμό του, το οποίο δεν περιελάμβανε το μισθολογικό κόστος που θα συνεπαγόταν η καταβολή στους υπό μετάταξη υπαλλήλους και του ποσού της προσωπικής διαφοράς, και β) η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, κατ' εφαρμογή της οποίας το αναιρεσίβλητο δεν κατέβαλε στις οικειοθελώς μεταταχθείσες αναιρεσείουσες την προσωπική διαφορά της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν αντίκειται σε κανένα κανόνα δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, αφού με την εφαρμογή αυτής το αναιρεσίβλητο κατά πρώτον επέλεξε να μην καταβάλει στις οικειοθελώς μεταταχθείσες αναιρεσείουσες υπέρτερες αποδοχές από αυτές που καταβάλλει στους λοιπούς υπαλλήλους, που απασχολεί με τα ίδια προσόντα και στον ίδιο βαθμό, κάτι που θα συνέβαινε, αν κατέβαλλε στις τελευταίες την προσωπική διαφορά, και κατά δεύτερον η διατήρηση αμετάβλητων των συνθηκών υπό τις οποίες οι αναιρεσείουσες κατέλαβαν την αρχική τους θέση εργασίας στην εταιρεία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.", με τις εκεί προβλεπόμενες απολαβές, δεν μπορούσε εν προκειμένω να ικανοποιηθεί, διότι παρεμβλήθηκε, μετά από σχετική αίτησή τους, το γεγονός της μετάταξής τους στο αναιρεσίβλητο, του οποίου η οικονομική πορεία και κατάσταση είναι άλλη από αυτή της αρχικής εργοδότριας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 5 και 18 παρ. 1 του Ν. 4440/2016, 27 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, ως προς τις σχετικές με τις εν λόγω διατάξεις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΟλΑΠ 4/2022, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες μετατάχθηκαν οικειοθελώς στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, παρότι το τελευταίο ουδέποτε προέβαλε σχετικό ισχυρισμό, και β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προβληθέντα από τις αναιρεσείουσες, με τις πρωτόδικες και τις κατ' έφεση προτάσεις τους, ισχυρισμό ότι πρώην συνάδελφοί τους, που μετατάχθηκαν από την εταιρεία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε." σε άλλα ΝΠΔΔ, συνέχισαν να λαμβάνουν την προσωπική διαφορά.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος 1) ως αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του, επειδή από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ίδιες οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίστηκαν με αυτήν ότι η μετάταξή τους έλαβε χώρα μετά από σχετική αίτησή τους προς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, και 2) ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο σκέλος του, επειδή ο ανωτέρω υπό στοιχ. β' ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειουσών προς υποστήριξη των ένδικων αξιώσεών τους.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όπως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021 (ΑΠ 828/2024, 33/2024, 447/2023, 1803/2022, 1578/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 20322/ 1646/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6128/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ