Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to consider sworn affidavit evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court erred by failing to explicitly consider a sworn affidavit submitted by the appellants. The appellate court rejected the appeal without mentioning this specific evidence in its reasoning, despite the legal requirement to evaluate all relevant proof. Consequently, the Supreme Court remanded the case for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 335-340 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must consider all evidence presented by parties, and failure to mention a specific piece of evidence in the reasoning constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 813 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 813/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Κ., 2) Ε. - Κ. Γ. του Γ., κατοίκων ..... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά που ανακάλεσε την από 3/11/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..... .... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Λυκοκάπη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3769/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2505/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/7/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2505/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου ... το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 3769/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους (Ολ.
ΑΠ 23/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά, αρκεί το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 383/2023, ΑΠ 1474/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιο είναι το αποδεικτικό μέσο που με επίκληση προσκομίστηκε και το οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό και γ) η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1454/2017).
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 204/2017).
Το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία του λόγου για τον οποίο δέχεται αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 927/2017), η δε από αυτό λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων εμπεριέχει σιωπηρά την παραδοχή ότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν συνέτρεχε περίπτωση στρεψοδικίας ή βαρείας αμέλειας του προσκομίσαντος αυτά διαδίκου ( ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση τις προτάσεις τους υπ' αριθ. 17.372/22.12.2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ζ. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Ν. - Μ., η οποία ελήφθη μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι η πρώτη εξ αυτών διέθετε επαρκή περιουσία για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και επομένως οι ίδιοι, με την ένδικη μεταβίβαση, δεν είχαν σκοπό βλάβης αυτού, αφού κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η πρώτη ήταν καθ' όλα φερέγγυα και ως εκ τούτου έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠοΛΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω υπ' αριθ. 17.372/22.12.2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ζ. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε.Ν.-Μ., αν και είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των αναιρεσειόντων, τόσο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, όσο και της υπ' αριθ. 9879Δ/17.12.2020 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν.
Γ., από την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο η από 17.12.2020 κλήση - γνωστοποίηση μάρτυρα των αναιρεσειόντων, με την οποία γνωστοποίησαν στον αναιρεσίβλητο ότι, για την απόδειξη των θεμάτων της έφεσής τους, της οποίας η συζήτηση είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 7.1.2021, επρόκειτο να εξετάσουν ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου τον ανωτέρω μάρτυρα, Ζ.
Χ. του Δ. και Ε., του οποίου αναφέρουν το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία του και επίσης γνωστοποίησαν την ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης, στις 22.12.2020, ημέρα Τρίτη και ώρα 19.00 μμ, όταν και πραγματικά δόθηκε αυτή. Συγκεκριμένα στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα εξής: "...Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιμελεία των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, τις με αριθμούς 15941, 15942/2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...
Ε. Ν., των μαρτύρων Σ.Π. του Χ. και Ν.Σ. του Β., αντίστοιχα, που λήφθηκαν νομότυπα, με επιμέλεια των εναγομένων, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, κατ' άρθρο 270 παρ.2 εδ.γ' ΚΠολΔ (βλ. τη με αριθμό 5033Δ / 29-10-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο ..... Ν. Γ.), τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται ...
και από όλα, γενικά, τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται, στη συνέχεια, ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κάποιο κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης....και τέλος, από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφα, λαμβανομένων υπόψη αυτεπάγγελτα και των διδαγμάτων της κοινής πείρας ...
αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, χωρίς να κάνει μνεία της ως άνω ένορκης βεβαίωσης ή του περιεχομένου της, κατέληξε στην απόρριψη της έφεσης των αναιρεσειόντων, ως ουσιαστικά αβάσιμης. Κατά συνέπεια, ούτε από τη γενική διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε από το σκεπτικό αυτής προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση της ένορκης βεβαίωσης ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αφού δεν μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό της, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή της κατ' άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου (αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, κατά το παραπάνω σκέλος του, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού κατά το ως άνω σκέλος του, στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 1, 19, 11, 8, 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ' αυτούς παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2505/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε απ' αυτούς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ