Legislator Case Law & Legislation
813/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling limiting severance pay to statutory caps for public utility companies.

Case Number 813/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision rejecting a severance pay claim exceeding the statutory limit. The appellant argued the lower court failed to properly apply the legal cap on compensation for public utility enterprises, while the opposing party contended such entities operate under private economic rules. The court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged only the minor reasoning regarding the rejection of the excessive claim, which was properly grounded in the substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when it challenges only the minor reasoning of the lower court's decision rejecting a claim as unlawful, provided the main reasoning is based on substantive law.

Keywords

AI generated
severance pay cap public utility enterprise inadmissible appeal minor reasoning substantive law violation labor dispute procedure statutory limit

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 2(2) of Presidential Decree 173/1967
Article 21(13) of Law 3144/2003
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 30 of Law 4024/2011
Article 34 of Law 4354/2015
Article 46 of Presidential Decree 410/1988

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 813 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Χ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κρίτσαμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Υδρεύσεως Αποχετεύσεως Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 206/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 31/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27.6.2021 και αριθ. κατάθ. 191/29.7.2021 στη Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 31/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ" (ΦΕΚ Α' 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (...κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ ΑΛ 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι : 1. " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...

προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967...

επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α' 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΟλΑΠ 10/1998, ΑΠ 1493/2018, 998/2017, 227/2016, 1621/2011).

Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημόσιου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006, 10/1998, 33/1997, 34/1997, ΑΠ 892/2017, 1631/2017).

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α' 191) ορίζεται ότι : "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται, εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.

Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητός των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι " Δι' Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".

Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, εγκρίθηκε με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και στη συνέχεια με την 17493/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β' 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα: "1.

Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια.

Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3.

Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος". Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι :"1. Το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ΔΕΥΑΛ πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΛ. Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ, έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής". 3.

Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ.

Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ.

Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (ΑΠ 799/2022, 1235/2020, 1493/2018, 1631/2017, 892/2017, 591/2015). Η άποψη που υποστηρίζει ότι οι σχετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να μη τυγχάνουν εφαρμογής όταν η λύση της σχέσης εργασίας δεν επέρχεται με καταγγελία, αλλά με εθελουσία έξοδο του υπαλλήλου, οπότε (κατά την άποψη αυτή) οι σχετικές παροχές λειτουργούν αμιγώς ως κίνητρο για την αποχώρηση του τελευταίου, παραβλέπουν τον αποζημιωτικό χαρακτήρα του εν λόγω κινήτρου, αφού, στην πραγματικότητα, με αυτό αποκαθίσταται η ζημία που υφίσταται ο μισθωτός από την απώλεια της εργασίας του (ΑΠ 1235/2020).

Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.

Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των μισθωτών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον ν. 3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτή κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΟλΑΠ 348/1985, ΑΠ 1263/2005).

Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας - πρακτικής της εκμετάλλευσης όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης, με τη διαφορά ότι η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σ' αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα, ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίζει να χορηγεί την παροχή αυτή, η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.

Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής- επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά το ίδιο τρόπο.

Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτή έναν ή περισσότερους εργαζομένους τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Στην περίπτωση αυτή αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση (άρθρ. 361 ΑΚ). Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση (ΑΠ 1263/2005).

Όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ποσά των 15.000 και 2.250 ευρώ, αντίστοιχα, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 1493/2018, 591/2015).

Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση βάσει του ν. 2112/1920 μεγαλύτερη από το ως άνω όριο των 15.000 ευρώ καθώς και πρόσθετη αυτοτελής αποζημίωση (πέραν της αποζημίωσης του ν. 2112/1920) που προβλέπεται από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού, είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (ΑΠ 799/2022, 1235/2020, 350/2019, 1493/2018, 892/2017, 1631/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος προς τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1097/2011, 16/2009), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών (ΟλΑΠ 7/2006), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 1/2016).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής καθώς και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 18.12.2018 και αριθ. εκθ. κατάθ. 432/20.12.2018 αγωγή του στο Ειρηνοδικείο Λάρισας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ως τεχνίτης υδραυλικός, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την 1.9.1982 έως την 15.10.2015, έχοντας συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 36 ετών.

Ότι το ΔΣ της εναγόμενης ενέκρινε την αίτησή του να αποχωρήσει από την υπηρεσία του με την καταβολή όλων των νόμιμων αποζημιώσεων και ότι αυτός έλαβε σύνταξη λόγω γήρατος. Ότι παρόλο που πληρούσε τις προϋποθέσεις, είχαν δε ληφθεί οι σχετικές αποφάσεις του ΔΣ της εναγόμενης, που ενέκριναν την καταβολή εφάπαξ αποζημίωσης ποσού 14.675 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της, και ποσό 5.292 ευρώ ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου, κατ' άρθρο 49 παρ. 1 του ίδιου οργανισμού, η εναγόμενη, εν τέλει, αρνήθηκε να του καταβάλει τα ανωτέρω ποσά, συνολικού ύψους 19.967 ευρώ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, επικουρικά δε επικαλούμενος επιχειρησιακή συνήθεια και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ζητούσε να του καταβληθεί το ποσό των 19.967 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μερικότερο ποσό κατέστη απαιτητό και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή του απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της με την 206/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού κρίθηκε ότι αυτή ήταν νόμιμη ως προς αμφότερες τις αγωγικές της βάσεις, καθ' ο μέρος οι αξιώσεις του ενάγοντος δεν υπερέβαιναν το ποσό των 2.250 ευρώ, διακρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και καθ' ο μέρος κρίθηκε νόμιμη έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της με το αιτιολογικό επί λέξει ότι : "ενόψει της φύσης της εναγόμενης ως κοινωφελούς, η επίμαχη οικονομική παροχή, που επιγράφεται στο άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού ως "Κίνητρο Εθελούσιας Εξόδου", καταβαλλόμενη ως "πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα, καθόσον αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του και όχι μισθολογικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας, υπόκειται στον τιθέμενο με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό και ως εκ τούτου δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των 2.250 ευρώ" και περαιτέρω υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 2.250 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό.

Το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αποζημίωση που δικαιούται ο ενάγων- μισθωτός, ο οποίος αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης μετά και την έκδοση των σχετικών αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου, έχοντας συμπληρώσει τρία έξι (36) χρόνια υπηρεσίας, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, καθόσον ενόψει της φύσης της αναιρεσίβλητης, ως κοινωφελούς επιχείρησης (βλ και ΟλΑΠ 5/2022), η αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και η πρόσθετη αποζημίωση με αφορμή την εθελούσια έξοδο κατ' άρθρο 49 του Κανονισμού δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αυτού και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970, δηλαδή κάθε μία από αυτές δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 ευρώ Χ 15% = 2.250 ευρώ).

Οι προβλέψεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές στους εργαζομένους της Δ.Ε.Υ.Α.Λ. Άλλωστε, και στις εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνεται η επιφύλαξη "εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το Νόμο" (άρθρο 48 παρ. 1 του Κανονισμού).

Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι : α) η Δ.Ε.Υ.Α. Λάρισας αποτελεί δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, η οποία, ανεξαρτήτως της μορφής της ως Ν.Π.Ι.Δ. και του χαρακτηρισμού της ως επιχείρησης ειδικού σκοπού (άρθρο 252 παρ. 4 του ν.3463/2006) παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ελέγχεται από το Δήμο Λάρισας και β) οι επίμαχες οικονομικές παροχές, που επιγράφονται η μεν μία στο μεν άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ ως "Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού Προσωπικού", η δε άλλη στο άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού ως "Κίνητρο Εθελούσιας Εξόδου", καταβαλλόμενη "ως πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, εμπίπτουν στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης και επομένως υπόκεινται στον επιβαλλόμενο με το άρθρο 3 του Α.Ν. 173/1967 περιορισμό ως προς το ύψος τους, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.

Και τούτο διότι οι εν λόγω παροχές, ενόψει του ότι χορηγούνται σε όλους τους απολυόμενους, παραιτούμενους και με οποιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους, εφόσον βέβαια έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20ετή παραμονή στην επιχείρηση, κατά τις αναφερόμενες στις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ο.Ε.Υ.

Δ.Ε.Υ.Α. Λάρισας έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, καθόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του. Συνακόλουθα, οι παροχές αυτές, ενόψει και του τρόπου και του χρόνου καταβολής αυτών δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας, αλλά συνιστούν πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκεινται στο τιθέμενο με τα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό, με αποτέλεσμα τα αιτούμενα ποσά της αγωγής, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 2.250 ευρώ, που θέτει η ως άνω διάταξη (15.000 ευρώ Χ 15% = 2.250 ευρώ) για τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, δεν είναι νόμιμα.

Κατ' ακολουθίαν, ορθά το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον περιορισμό αυτό και απέρριψε την αγωγή κατά το επί πλέον ποσό ως μη νόμιμο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση ουσιαστικού νόμου και δη των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του α ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 είναι αβάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος προς τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, 701/2011, 121/2009).

Συνεπώς, ο από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, καθότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς αν ο περιορισμός των διατάξεων των άρθρων 2, 3 ΑΝ 173/1967 ισχύει και επί εθελουσίας εξόδου των ΔΕΥΑ, όπως επίσης δεν αιτιολόγησε επαρκώς την ισχύ ή μη στην προκειμένη περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 30 του ν. 4024/2011, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 και 46 του Π.Δ. 410/1988, είναι απαράδεκτος, καθότι με αυτόν δεν βάλλονται ουσιαστικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά η μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού ως προς τα ένδικα αγωγικά αιτήματα που υπερέβαιναν το ποσό των 2.250 ευρώ, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) χωρίς τον περιορισμό του άρθ. 22 ν.3693/1957, αφού οι ΔΕΥΑ δεν αποτελούν ΟΤΑ, αλλά αυτοτελή νπιδ, που λειτουργούν με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διαθέτουν ίδια έσοδα και δική τους αυτόνομη ταμειακή υπηρεσία και το δικό τους ταμειακό συμφέρον δεν ταυτίζεται με αυτό του Δημοσίου ή των ΟΤΑ (ΑΠ 1013/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.7.2021 και αριθ. κατάθεσης 191/29.7.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 31/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ