Legislator Case Law & Legislation
813/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal of unjust enrichment claim regarding bank account withdrawal.

Case Number 813/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's dismissal of the plaintiff's claim for unjust enrichment. The plaintiff argued that the defendant, having withdrawn funds from a joint account after the donor's death without fulfilling a conditional obligation, became enriched without legal cause. The court found the lower court's rejection of this specific legal basis erroneous, as the withdrawal rendered the enrichment unjustified under the relevant civil code provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 of Law 5638/1932, Article 2 of Law 17-7/1923, Articles 489, 491, 822, 830 of the Civil Code; If a recipient withdraws funds from a joint account after the donor's death without fulfilling a conditional obligation, the resulting enrichment is without legal cause and constitutes unjust enrichment.

Keywords

AI generated
unjust enrichment joint bank account conditional donation death of donor civil code provisions appeal admissibility legal cause

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 5638/1932
Article 1 of Law 951/1971
Article 124, Section D, Item a of Law 118/1973
Article 2, Section 1 of Law 17-7/1923
Article 117 of the Journal of Official Publications
Article 19, Section 4 of Law 1969/1991
Articles 489, 491, 822, 830 of the Civil Code
Article 201 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, Section 3 of Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577, Sections 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, Section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Section 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 173, 183, Section 2 of Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 813 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπα..., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Κ. (G. K.) χήρας Α. Σ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιατρού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. - Σ. του ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Μοσχοπούλου. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6136/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4028/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4028/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 6136/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή της αναιρεσείουσας, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη. Με την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η αγωγή είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α' και β' του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί.

Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της κατάθεσης δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο.

Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης-τράπεζα για τον εαυτό του.

Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση ανάληψης ολόκληρου του ποσού της χρηματικής κατάθεσης από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της κατάθεσης η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της κατάθεσης, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002).

Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας κατάθεσης καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ' επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 529/2015).

Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική.

Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ' αυτόν.

Κατ' αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 539/1992).

Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998).

Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη. (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1001/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 493/2010).

Ο λόγος, δηλαδή, αυτός είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφτηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 1734/2009).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα: Στις 29-8-2009 απεβίωσε ο Α. Σ., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλειπε ως μοναδική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του την ενάγουσα σύζυγό του, την οποίαν κληρονομιαία περιουσία η τελευταία αποδέχθηκε.

Ότι ο Α. Σ. άνοιξε με δική του πρωτοβουλία το έτος 2001, τον με αριθμό ... κοινό, με τον εναγόμενο ανιψιό του, τραπεζικό λογαριασμό στο κατάστημα ... της αλλοδαπής τράπεζας "...", στον οποίο κατέθεσε το ποσό των 205.000 δολαρίων ΗΠΑ, που προερχόταν από αποκλειστικά δικά του χρήματα και ο οποίος κοινός λογαριασμός διέπεται από το ίδιο νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει και στην Ελλάδα.

Ότι στην από 20-3-2001 σύμβαση ανοίγματος κοινού λογαριασμού που συνυπέγραψαν με τον εναγόμενο, παρόλο που περιελήφθη ο όρος ότι έκαστος χωριστά θα είναι σε θέση να κάνει χρήση του λογαριασμού, εκδίδοντας επιταγές επ' αυτού και δίδοντας εντολές για αναλήψεις χρηματικών ποσών, εν τούτοις και όσον αφορά τις εσωτερικές τους σχέσεις, είχαν συνάψει μεταξύ τους σύμβαση δωρεάς αιτία θανάτου στην Ελλάδα, καθόσον συμφώνησαν ο εναγόμενος να μην έχει δικαίωμα να προβαίνει σε αναλήψεις από τον κοινό λογαριασμό, αλλά να δικαιούται στην απόλαυση του ποσού μόνο μετά το θάνατο του θείου του.

Ότι παρά τη συμφωνία τους αυτή, ο εναγόμενος στις 26-10-2004, δηλαδή σε χρόνο πριν το θάνατο του θείου του, μετέφερε το ποσό των 205.000 δολαρίων ΗΠΑ του κοινού λογαριασμού σε ατομικό του λογαριασμό στην τράπεζα "...", αφήνοντας στον κοινό λογαριασμό το ποσό των 569,82 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ανέλαβε δύο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 21-4-2006, ο Α.

Σ.. Ότι ο αποθανών σύζυγος της ενάγουσας είχε απαίτηση κατά του εναγομένου με βάση την εσωτερική τους σχέση και τη διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ για την καταβολή του ανωτέρω ποσού των 205.000 δολαρίων ΗΠΑ και επικουρικά, για την περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 493 ΑΚ, με βάση τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθώς ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, απαίτηση την οποία κληρονόμησε η ενάγουσα ως μοναδική κληρονόμος του.

Ότι επικουρικά και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν αποδεικνύεται το εξαιρετικό δικαίωμα του συζύγου της ενάγουσας επί της κατάθεσης στον κοινό λογαριασμό με βάση την εσωτερική σχέση του τελευταίου και του εναγομένου και εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από τη μεταξύ τους σχέση, ο σύζυγος της ενάγουσας είχε απαίτηση έναντι του εναγομένου με βάση το άρθρο 493 ΑΚ στο ήμισυ της κατάθεσης, ήτοι στο ποσό των 102.500 δολαρίων ΗΠΑ, απαίτηση την οποία επίσης κληρονόμησε η ενάγουσα.

Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ισότιμο σε ευρώ ποσό των 205.000 δολαρίων ΗΠΑ κατά το χρόνο εξόφλησής του και επικουρικά το ποσό των 160.356,70 ευρώ με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ-δολαρίου κατά το χρόνο της ανάληψης του ανωτέρω ποσού από τον εναγόμενο, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής.

Επικουρικά, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ισότιμο σε ευρώ ποσό των 102.500 δολαρίων ΗΠΑ κατά το χρόνο εξόφλησής του και επικουρικά το ποσό των 80.178,35 ευρώ με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ-δολαρίου κατά το χρόνο ανάληψης του ημίσεως του ανωτέρω ποσού από τον εναγόμενο, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή.

Η αγωγή αυτή κρίθηκε μεν νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της, εκτός από την επιστηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που κρίθηκε μη νόμιμη και απορριπτέα, απορρίφθηκε όμως ως ουσιαστικά αβάσιμη με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επί της εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραπονούμενης για τις ανωτέρω απορριπτικές κρίσεις του Δικαστηρίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου, με την οποία έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της: ?...σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μεταξύ του συζύγου της ενάγουσας και του ανιψιού του εναγομένου - συνδικαιούχων κοινού τραπεζικού λογαριασμού, συνήφθη σύμβαση δωρεάς αιτία θανάτου, υπό την έννοια της εσωτερικής σχέσης που συνέδεε αυτούς ως συνδικαιούχους του εν λόγω λογαριασμού.

Ενόψει όμως του ότι ουδόλως εκτίθεται στην αγωγή ότι συνέτρεξε ανάκληση της δωρεάς αυτής εκ μέρους του δωρητή Α. Σ., η μεταξύ αυτού και του εναγομένου ανιψιού του σύμβαση δωρεάς αιτία θανάτου παρέμεινε ισχυρή μέχρι το χρόνο θανάτου του δωρητή.

Συνεπώς, ούτε ο ήδη θανών δωρητής, ενόσω ζούσε, ούτε η ενάγουσα, καθολική αυτού διάδοχος, απέκτησαν αναγωγικό δικαίωμα κατά του αναλαβόντος προ του θανάτου του δωρητή, το χρηματικό ποσό της καταθέσεως στον κοινό λογαριασμό, δωρεοδόχου εναγομένου, δεδομένου ότι, και σύμφωνα με όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν, ο νόμος δεν αναγνωρίζει τέτοιο δικαίωμα στο δωρητή ή τον καθολικό αυτού διάδοχο, άνευ προηγουμένης ανακλήσεως της συμβάσεως δωρεάς. Ειδικώς δε, δεν θεμελιώνεται στο νόμο δικαίωμα της ενάγουσας ως κληρονόμου του δωρητή, να αναχθεί κατά του εναγομένου δωρεοδόχου και για τον επί πλέον λόγο ότι αυτή δεν επικαλείται προσβολή της νομίμου μοίρας αυτής.

Συνεπώς, η αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση δεν θεμελιώνεται στο νόμο. Περαιτέρω και δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα, η εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού είναι αυτή της δωρεάς αιτία θανάτου, της οποίας όμως δεν έγινε επίκληση της ανακλήσεως, δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής ούτε του άρθρου 493 ΑΚ, που αφορά την εν αμφιβολία κατανομή του χρηματικού ποσού κατ' ίσα μέρη και απόδοση του μέρους αυτού στον συνδικαιούχο, αφού η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει έλλειψη εσωτερικής έννομης σχέσης, που όμως, εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα, υπήρξε τέτοια (σύμβαση δωρεάς αιτία θανάτου) ως αιτία ανοίγματος του επιδίκου κοινού λογαριασμού, ώστε η αγωγή κατά το μέρος που με αυτή επιχειρείται επικουρικώς, θεμελίωσή της στη διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ είναι επίσης μη νόμιμη.

Τέλος, μη θεμελιούμενη στο νόμο είναι η αγωγή και κατά το μέρος που με αυτή επιχειρείται θεμελίωσή της στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ενόψει της επικαλούμενης συμβάσεως δωρεάς αιτία θανάτου, η οποία καθιστά τον πλουτισμό του εναγομένου νόμιμο και συνακολούθως δικαιολογημένο και της μη επικλήσεως ανακλήσεως της επίδικης δωρεάς, στοιχείο το οποίο και μόνο θα θεμελίωνε αναζήτηση του δωρηθέντος χρηματικού ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατά την κύρια και τις επικουρικές της βάσεις ως μη νόμιμη, ενώ ορθώς απορρίφθηκε ως τέτοια από την εκκαλουμένη ως προς την όλως επικουρικότερη βάση της, του αδικαιολογήτου πλουτισμού, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης ως αβασίμου?. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας, στα πλαίσια του αυτεπάγγελτου ελέγχου εκ μέρους του κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου, το νόμω βάσιμο της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει την έφεση της ενάγουσας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τα κεφάλαιά της με τα οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς την κύρια και την πρώτη επικουρική της βάση, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τις βάσεις αυτές.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 Ν. 5638/1932, 291, 489, 490, 493, 1710 και 2032 ΑΚ, στις οποίες στηρίζεται η αγωγή κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική της βάση, δεδομένου ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι η ανάληψη από τον κοινό επίδικο λογαριασμό, που προερχόταν από χρήματα ανήκοντα αποκλειστικά στο θανόντα σύζυγο της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, τον οποίο αυτή κληρονόμησε, έγινε πριν από το θάνατό του από τον συνδικαιούχο του λογαριασμού εναγόμενο-αναιρεσίβλητο και επομένως πριν από την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της δωρεάς αιτία θανάτου που συμφωνήθηκε κατά την αγωγή μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού, οι ανωτέρω διατάξεις πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του κοινού λογαριασμού και της ανάληψης του προϊόντος του πριν από το θάνατο του συνδικαιούχου συζύγου της αναιρεσίβλητης και δικαιολογούν τη νομική βασιμότητα της αγωγής της αναιρεσίβλητης ως προς τις ανωτέρω βάσεις της.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με την οποία η αναιρεσίβλητη, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και την εξ αυτού του λόγου απόρριψη της αγωγής της ως προς τις πιο πάνω βάσεις της ως μη νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2032 ΑΚ "Αν δωρεά συμφωνηθεί με την αναβλητική αίρεση αν προαποβιώσει ο δωρητής ή αν πεθάνουν συγχρόνως και οι δύο συμβαλλόμενοι, χωρίς να έχει στο μεταξύ ο δωρεοδόχος την απόλαυση των αντικειμένων που δωρίζονται (δωρεά αιτία θανάτου), εφαρμόζονται οι διατάξεις για τις δωρεές, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά".

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 2033 ΑΚ "Ο δωρητής ανακαλεί ελεύθερα τη δωρεά αιτία θανάτου. Η δήλωση για την ανάκληση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και γνωστοποιείται στο δωρεοδόχο. Εφόσον αφορά δωρεά ακινήτου απαιτείται και μεταγραφή. Με την ανάκληση η δωρεά αναιρείται αυτοδικαίως". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 εδ.

α' ιδίου ως άνω Κώδικα "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια".

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως ήδη αναφέρθηκε, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποία αυτή παραπονέθηκε για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της σωρευόμενης επικουρικής βάσης της αγωγής της, που στηριζόταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγομένου, με τις ακόλουθες παραδοχές: "Τέλος, μη θεμελιούμενη στο νόμο είναι η αγωγή και κατά το μέρος που με αυτή επιχειρείται θεμελίωσή της στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ενόψει της επικαλούμενης συμβάσεως δωρεάς αιτία θανάτου, η οποία καθιστά τον πλουτισμό του εναγομένου νόμιμο και συνακολούθως δικαιολογημένο και της μη επικλήσεως ανακλήσεως της επίδικης δωρεάς, στοιχείο το οποίο και μόνο θα θεμελίωνε αναζήτηση του δωρηθέντος χρηματικού ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού".

Ωστόσο, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και απορρίπτοντας την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που περιέλαβε η ενάγουσα-αναιρεσείουσα στην αγωγή της, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις. Ειδικότερα, ενώ η δωρεά αιτία θανάτου αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της μόνο με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης (άρθρ. 201 ΑΚ) υπό την οποία συμφωνήθηκε, και στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με την προαποβίωση του δωρητή-συζύγου της ενάγουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο εναγόμενος ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό το αντικείμενο της δωρεάς αυτής και κατέστη πλουσιότερος με νόμιμη αιτία, λόγω της δωρεάς αυτής, χωρίς να δέχεται συγχρόνως την πλήρωση της ως άνω αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία συμφωνήθηκε η δωρεά, την προηγούμενη δηλαδή αποβίωση του δωρητή, οπότε πλέον θα καθίστατο ο πλουτισμός του εναγομένου νόμιμος και επομένως δικαιολογημένος, ως επελθών με νόμιμη αιτία.

Επί πλέον, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι, εφόσον στην αγωγή δεν γίνεται επίκληση ότι προηγήθηκε ανάκληση της επίδικης δωρεάς, ο πλουτισμός του εναγομένου με την ανάληψη του αντικειμένου της δωρεάς από τον κοινό λογαριασμό είναι νόμιμος και επομένως δικαιολογημένος και συνακόλουθα δεν γεννάται αξίωση του δωρητή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για αναζήτηση του δωρηθέντος, ενώ τα στοιχεία αυτά δεν είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση της εν λόγω αξίωσης του δωρητή, από το στιγμή που δεν έχει πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία συμφωνήθηκε η δωρεά κατά το χρόνο ανάληψης του αντικειμένου της από τον εναγόμενο, γεγονός που καθιστά τον από την ανάληψη αυτή πλουτισμό του τελευταίου ως επελθόντα από μη νόμιμη αιτία.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι με το να απορρίψει με τις προαναφερόμενες παραδοχές της απόφασής του την επικουρική βάση της αγωγής της, την επιστηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Παρέλκει δε περαιτέρω, η έρευνα του τρίτου και τέταρτου λόγου αναίρεσης, καθώς οι λόγοι αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των δύο πρώτων αναιρετικών λόγων.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 4028/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό της αίτημα (άρθρ. 173, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4028/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ