Supreme Court dismisses appeal on defamation damages, ruling lower court amounts were not excessive or disproportionate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on a defamation case. The appellant argued that the awarded damages were excessive, but the Court found the amounts reasonable based on judicial practice. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 681 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate review of defamation damages does not constitute a violation of the principle of proportionality or an abuse of discretion if the awarded amounts align with common judicial practice and do not exceed the limits of the court's discretionary power.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 813 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 813/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Μ. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίνας Δαλιάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Ε. Μ. του Ρ., το γένος Ά., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Δαλιάνη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Β. Χ. Μ. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 627/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2344/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/7/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 2645Β'/30-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 122 επ., 142, 143, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 17-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (άρθρο 681 Δ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4335/2015), εκδοθείσα υπ' αριθ. 2344/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε." και έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 627/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 14-5-2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κράτησε και δίκασε αυτήν, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή για τα αναφερόμενα (μεγαλύτερα) ποσά. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ως άνω διατάξεις προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του ανθρώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή αυτής σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη πράγμα που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας.
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.).
Όριο προς την ως άνω κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361-363 ΠΚ και ως εκ τούτου με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος και άρθρο 10 παρ. 1 εδ.
α' και β' της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.
Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, είτε υπό την μορφή της εξύβρισης είτε υπό την μορφή της δυσφήμησης.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 257/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, αυτών της ΕΣΔΑ και των κοινών νόμων, ουδόλως συνάγεται ότι αποκλείεται ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου ή του συντάκτη δημοσιεύματος προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, σε περίπτωση που σε δημοσίευμα ή τηλεοπτική εκπομπή παραλείπονται να αναφερθούν τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα και από την αντίστοιχη παράλειψη προξενείται η προσβολή της υπόληψης άλλου.
Ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια όλων των δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσον άσκησης του έργου της ενημέρωσης, εάν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται.
Ειδικότερα, από το πλέγμα των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται ότι, από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα.
Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, και γι' αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παρανόμου της προσβολής κατ' άρθρο 367 ΠΚ (ΑΠ 129/2020, ΑΠ 574/2019, ΑΠ 1587/2017, ΑΠ 697/2017, ΑΠ 632/2015).
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη ενάγουσα (Φ. Μ. Μ.), θυγατέρα της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων, γεννήθηκε το έτος 1983 στη …. Το έτος 1989, ήλθε με τη μητέρα της και τα αδέλφια της στην Ελλάδα, τα τελευταία δε χρόνια διέμενε μόνιμα στην … εργαζόμενη ως καθηγήτρια της γερμανικής γλώσσας σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών στην … και στη …, ενώ παράλληλε φοιτούσε στο Τμήμα Φυσικοθεραπείας Τ.Ε.Ι.
στη …. Η δεύτερη ενάγουσα, Μ. Ε. Μ. του Ρ., μητέρα της πρώτης ενάγουσας και τέως σύζυγος του τρίτου ενάγοντος, γεννήθηκε το έτος 1958 και διαμένει στη … μαζί με τα δύο άρρενα τέκνα της, Φ. και Π., εργαζόμενη ως μαγείρισσα. Ο τρίτος ενάγων, Β. Χ. Μ., πατέρας της πρώτης ενάγουσας και τέως σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας, γεννήθηκε το έτος 1969 και ζει στο …, εργαζόμενος ως εξειδικευμένο κοινωνικοπαιδαγωγικό προσωπικό σε Σωφρονιστικό Κατάστημα Κράτησης του Βερολίνου.
Την 14η-1-2011, ημέρα Παρασκευή και ώρα 15:40 συνελήφθη η πρώτη ενάγουσα και στη συνέχεια ασκήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις: α) της συγκρότησης και ένταξης σε άγνωστη τρομοκρατική ομάδα, β) της τρομοκρατικής πράξης από κοινού και γ) της διακεκριμένης περίπτωσης κατοχής όπλων από κοινού (άρθρα 45, 187A παρ.1 περ.
Γ, ια', κα', ιι', 4 ΠΚ και 1 παρ.1 περ. α'-δ', 3 περ. α' και 15 παρ. 1 του Ν. 2168/1993) με τους συγκατηγορουμένους της, Δ. Δ. του Π., Δ. Φ. του Ν., Χ. Τ. του Α. και Σ. Τ.. Η σύλληψή της σχετιζόταν με τις έρευνες της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας της ΕΛ.ΑΣ. αναφορικά με τη δράση της οργάνωσης "ΣΥΝΟΜΩΣΙΑ ΤΩΝ ΠΥΡΗΝΩΝ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ". Αυθημερόν και περί ώρα 19:40, η πρώτη ενάγουσα προσήχθη ενώπιον της Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου και έλαβε τριήμερη προθεσμία για τη Δευτέρα, 17-01-2011, προκειμένου να προετοιμάσει την απολογία της.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας από το Γραφείο Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας έγινε άτυπη ενημέρωση προς τους δημοσιογράφους, η οποία ανέφερε ότι συνελήφθη η πρώτη ενάγουσα γεννηθείσα στις 2-8-1983 στη … στα πλαίσια των ερευνών της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας. Ότι η πρώτη ενάγουσα είχε στενές διασυνδέσεις με άλλους τέσσερις συλληφθέντες για την ίδια υπόθεση και ότι για πρόσωπο, με το όνομα Μ.
Μ. (που συνέπιπτε, κατ' αρχήν, με της μητέρας της), το οποίο εφέρετο να έχει ενταχθεί, κατά το παρελθόν, στην τρομοκρατική οργάνωση RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός), είχε εκδοθεί σε βάρος του ένταλμα σύλληψης από τις Γερμανικές Αρχές. Η, εν λόγω, ενημέρωση ήταν μεν ακριβής ως προς τα στοιχεία της πρώτης ενάγουσας και το γεγονός της σύλληψής της, πλην όμως, δεν είχε διασταυρωθεί για την ακρίβειά της, ως προς την σύνδεση της μητέρας της, δεύτερης ενάγουσας, με τη γερμανική τρομοκρατική οργάνωση RAF και ήταν, κατά το τελευταίο αναφερθέν ως γεγονός, ανακριβής.
Τούτο δε διότι, η δεύτερη ενάγουσα, ναι μεν φέρει συμπτωματικώς το ίδιο πρώτο όνομα και επίθετο με άλλη Γερμανίδα υπήκοο που φέρεται ως μέλος της ένοπλης γερμανικής οργάνωσης με την ονομασία RAF, πλην όμως, όλα τα λοιπά στοιχεία ταυτότητάς της, είναι διαφορετικά. Ειδικότερα, η Μ. Μ., η οποία είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή στην γερμανική οργάνωση RAF, δεν είχε, όπως η δεύτερη ενάγουσα, το δεύτερο κύριο όνομα "Ε." ("E."), γεννήθηκε το έτος 1956 και όχι το έτος 1958 όπως η δεύτερη ενάγουσα, ήταν σύζυγος του ήδη θανόντος και επίσης φερόμενου ως μέλους της RAF, Χ.
Μ. και όχι του Β. Χ. Μ., όπως ονομάζεται ο τέως σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας, ενώ, εν συνεχεία, φέρεται να απέκτησε ένα μόνο άρρεν τέκνο (και όχι τρία τέκνα όπως η δεύτερη ενάγουσα). Την επόμενη ημέρα, Σάββατο, 15-1-2011, εξεδόθη επίσημη ανακοίνωση του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ, η οποία ανέφερε μόνο τη σύλληψη της πρώτης ενάγουσας για συμμετοχή της σε τρομοκρατική δραστηριότητα και τα στοιχεία της ταυτότητάς της, ήτοι ότι ο πατέρας της ονομάζεται W.
και η μητέρα της V., χωρίς οιαδήποτε άλλη αναφορά. Ωστόσο, επειδή η, ως άνω, ανακριβής άτυπη ενημέρωση, που είχε προηγηθεί την 14η-1-2011 και που, χωρίς διασταύρωση, ταύτιζε τη δεύτερη ενάγουσα με τη Μ. Μ. της RAF, είχε ήδη αρχίσει να αναπαράγεται από τα ελληνικά ΜΜΕ και από το διαδίκτυο, η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία της Γερμανίας την 15η-1-2011, διέψευσε την πληροφορία και απέκλεισε ότι η πρώτη ενάγουσα είναι κόρη της Μ.
Μ., κατηγορούμενης για συμμετοχή στην οργάνωση RAF, η διάψευση δε αυτή μεταδόθηκε στις 13:58 της ίδιας ημέρας από το Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων, το οποίο επίσης ανέφερε ότι είχε επικοινωνία με τον τρίτο ενάγοντα, πατέρα της πρώτης ενάγουσας, ο οποίος δήλωσε ότι η μητέρα της κόρης του, ναι μεν, ονομάζεται Μ.
Μ., δεν έχει όμως καμία σχέση με την τρομοκρατική δράση της RAF. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ήδη από την Παρασκευή, 14-1-2011 και στις 17:29, λίγη δηλαδή ώρα μετά τη σύλληψη της πρώτης των εναγόντων δημοσιεύθηκε στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας της πρώτης εναγόμενης και πιο συγκεκριμένα στην ηλεκτρονική σελίδα www.tovima.gr, ενυπόγραφο άρθρο του δεύτερου εναγόμενου με τίτλο "Τρομοκρατία Σύλληψη Γερμανίδας καθηγήτριας ξένων γλωσσών", με το εξής περιεχόμενο: "Η 27χρονη Γερμανίδα Φ.
Μ., καθηγήτρια ξένων γλωσσών η μητέρα της οποίας φέρεται ότι έχει εμπλακεί στο παρελθόν στη δράση της γερμανικής ένοπλης οργάνωσης Μπαάντερ Μάινχοφ-RAF, συνελήφθη την Παρασκευή το μεσημέρι από αξιωματικούς της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας. Παράλληλα κλιμάκιο της Αντιτρομοκρατικής πραγματοποίησε έρευνα στο σπίτι της, επί της οδού ...
στον …. Η 27χρονη φαίνεται ότι είχε στενή συνεργασία με τους τέσσερις αντιεξουσιαστές από τη …, οι οποίοι συνελήφθησαν την Πέμπτη το μεσημέρι σε … και …, με βασική κατηγορία ότι συμμετείχαν στον εμπρησμό οχημάτων της ΔΕΗ στη …, στις 13 Οκτωβρίου 2010. Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, κατά την διάρκεια της παρακολούθησης των τεσσάρων υπόπτων από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, διαπιστώθηκε ότι είχαν πολύωρες συναντήσεις με την 27χρονη σε καφετέριες της ….
Παράλληλα είχαν συναντήσεις και με ένα άλλο πρόσωπο που έχει μπει στο μικροσκόπιο των αρχών ασφαλείας. Η νεαρή Γερμανίδα διέμενε παλαιότερα στη … και προ μερικών μηνών εγκαταστάθηκε στην …. Οι πέντε συλληφθέντες-κατηγορούμενοι, ως μέλη των πυρήνων της φωτιάς-ζήτησαν και έλαβαν προθεσμία για να απολογηθούν το πρωί της Δευτέρας.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο της 27χρονης Γερμανίδας, Σ. Σ., η εντολέας του δεν έχει σχέση με τρομοκρατική οργάνωση και το μόνο, που την εμπλέκει στην υπόθεση είναι ότι είχε φιλικές σχέσεις με κάποιους από τους κατηγορούμενους. Όπως είπε ο ίδιος "η 27χρονη ανήκει στον αναρχικό χώρο, αλλά δεν έχει αναμιχθεί ποτέ σε τρομοκρατικές οργανώσεις".
Η μητέρα της συλληφθείσας, Φ. Μ. είχε κατηγορηθεί το 1993 από τις γερμανικές αρχές για συμμετοχή σε δολοφονικές επιθέσεις και ληστείες της οργάνωσης RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός), την περίοδο 1984-1986. Θεωρείτο από τους Γερμανούς μέλος της "τρίτης γενιάς", της RAF μαζί με το σύζυγό της, με τον οποίο φέρεται να εντάχθηκαν στην ένοπλη οργάνωση το 1984.
Σύμφωνα με καταγραφές της γερμανικής αστυνομίας, η Φ. Μ. χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο "Γ. Κ.", με το οποίο ενοικίαζε διάφορα διαμερίσματα και δωμάτια σε πανεπιστημιούπολη στην πόλη …, τα οποία ερεύνησαν οι γερμανικές αρχές. Κύρια κατηγορία που αντιμετώπισε ήταν η απόπειρα ανθρωποκτονίας του ιδιοκτήτη πολυεθνικής εταιρείας, Έ.
Ζ.. Σε βάρος της είχε εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης και υπήρχε αναζήτησή της σε πολλές χώρες του κόσμου. Στις αρχές Μαΐου του 1999 παραδόθηκε στη Γερμανική Πρεσβεία στην …. Όμως αφέθηκε ελεύθερη για τα αδικήματα της θεωρούνται παραγεγραμμένα, ενώ όπως ανέφεραν τότε οι Γερμανοί αξιωματούχοι "δεν μπορούμε να τεκμηριώσουμε οτιδήποτε σε βάρος της για την περίοδο μετά το 1986 οπότε δεν ισχύει η περίοδος της παραγραφής".
Ο σύζυγος της Γερμανίδας υπόπτου σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αστυνομικούς στη … το 1999. Ακολούθως, την 15η-1-2011, ο δεύτερος εναγόμενος δημοσίευσε και δεύτερο άρθρο στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας της πρώτης των εναγομένων, ήτοι στην ηλεκτρονική σελίδα www.tovima.gr, με τον τίτλο "Άρωμα RAF" και "Πυρήνες του βορρά", και υπότιτλο "Η σύλληψη Γερμανίδας, κόρης παλαιού στελέχους της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, δίνει τρομοκρατικό χρώμα από τη δεκαετία του 1980, ενώ οι τέσσερις συλληφθέντες την Πέμπτη ήταν γνώριμοι των Αρχών εδώ και μήνες", με το παρακάτω, κατά λέξη, περιεχόμενο: "άνδρες της Αντιτρομοκρατικής ερευνούν το σπίτι της 27χρονης Φ.
Μ. στα …., η οποία υποστήριξε ότι γνώριζε μόνο έναν εκ των τεσσάρων υπόπτων από τη … και ότι δεν είχε καμία σχέση με τη δράση τους. Ομάδα "άμεσης βοήθειας" από την … της αποδυναμωμένης οργάνωσης "Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς", θεωρούν αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ, τους Δ. Φ., Δ. Δ., Σ. Τ. και Χ. Τ., οι οποίοι συνελήφθησαν το βράδυ της Πέμπτης σε δύο σπίτια στον … και στον … στην ….
Ένα 24ωρο αργότερα συνελήφθη και η 27χρονη Φ. Μ., κόρη μιας 55χρονης που είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή στην επονομαζόμενη "Τρίτη γενιά", της οργάνωσης "RAF- Φράξια Κόκκινος Στρατός", η οποία έδρασε την περίοδο 1984-1990. Η 27χρονη είχε συχνές επαφές με τους τέσσερις συλληφθέντες σε καφετέρια στο …. Η ίδια υποστήριξε ότι γνώριζε μόνο έναν εκ των τεσσάρων υπόπτων από τη … και ότι δεν είχε καμία σχέση με τη δράση τους.
Όμως οι αξιωματικοί ερευνούν πολλές πτυχές της παρουσίας της σε … και …". Επιπλέον, την 16η-1-2011, στην έντυπη έκδοση της πρώτης εναγόμενης (ημέρα Κυριακή), δημοσιεύτηκε στην σελίδα Α 20, από τον δεύτερο εναγόμενο, αφιέρωμα γι' αυτήν την υπόθεση με τίτλο "ΠΑΛΙΟΙ ΓΝΩΡΙΜΟΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ". Επίσης, κάτω δεξιά και δίπλα επί του συγκεκριμένου άρθρου δημοσιεύτηκε φωτογραφία της Μ.
Μ., φερόμενου μέλους της RAF, με τη λεζάντα "Η Γερμανίδα καθηγήτρια", όπου αναφέρονται τα κάτωθι "Η 27χρονη Φ. Μ., καθηγήτρια ξένων γλωσσών, σύμφωνα με δηλώσεις αστυνομικών, είναι κόρη της 55χρονης Μ. Μ., η οποία είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή στην επονομαζόμενη "Τρίτη γενιά", της γερμανικής οργάνωσης "RAF-Φράξια Κόκκινος Στρατός", η οποία έδρασε την περίοδο 1984-1990...".
Επί των ανωτέρω τριών (3) δημοσιευμάτων, τα οποία επαναλαμβάνουν στην ουσία τους τα ίδια γεγονότα, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Τα, ως άνω, δημοσιεύματα κατά το μέρος που επιχειρούν να συνδέσουν την πρώτη ενάγουσα και τους γονείς της, δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, με την ένοπλη γερμανική οργάνωση RAF είναι ψευδή, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, η δεύτερη ενάγουσα-μητέρα της πρώτης, δεν ταυτίζεται με τη Μ.
Μ., που είχε κατηγορηθεί ως μέλος της RAF και της οποίας η φωτογραφία δημοσιεύθηκε, ούτε συνδέεται με οιονδήποτε τρόπο με αυτήν. Συνακόλουθα είναι ψευδές ότι η δεύτερη ενάγουσα χρησιμοποιούσε στο παρελθόν το ψευδώνυμο "Γ. Κ.", ότι συμμετείχε στη "σκληρή τρίτη γενιά της RAF" πρωταγωνιστώντας σε απόπειρες δολοφονίας και ληστείες και ότι παραδόθηκε τελικώς στη γερμανική πρεσβεία στη ….
Ομοίως, είναι ψευδές ότι ο πατέρας της πρώτης ενάγουσας είναι ο Χ. Μ., επίσης μέλος της RAF, που σκοτώθηκε σε ανταλλαγή πυροβολισμών στη … κατά το έτος 1999, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε πατέρας της πρώτης ενάγουσας και τέως σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας, είναι ο τρίτος ενάγων, που ονομάζεται Β. Μ. και ουδεμία σχέση έχει με τον αποβιώσαντα Χ.
Μ. και τη RAF. 'Αλλωστε, τα ως άνω δημοσιεύματα, καθ' ο μέρος επικαλούνται στενές σχέσεις της πρώτης ενάγουσας με τους λοιπούς συγκατηγορούμενούς της για συμμετοχή στην οργάνωση "Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς", είναι επίσης ψευδή, αφού, όπως αποδείχθηκε, η πρώτη ενάγουσα είχε συναντήσει τους λοιπούς κατηγορούμενους μία μόνο φορά την 8η-1-2011, σε δημόσιο χώρο, ενώ δεν υφίστατο οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτουν κινήσεις της, που υποδήλωναν ότι, μαζί με τους λοιπούς συλληφθέντες, συμμετείχε στην προαναφερόμενη τρομοκρατική οργάνωση, όπως ψευδώς αναφέρεται στα επίδικα δημοσιεύματα ούτε υπήρχαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα είχε "συχνές επαφές με τους τέσσερις συλληφθέντες" ή που συναντούσε έναν "...άλλο πρόσωπο που έχει μπει στο μικροσκόπιο των αρχών ασφαλείας".
Είναι δε ενδεικτικό, της ελλείψεως σχετικών στοιχείων, το γεγονός ότι, αν και κατ' αρχήν, δυνάμει του υπ' αριθμόν 462/9-2-2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που ήρε τη διαφωνία μεταξύ Ανακριτή και Εισαγγελέως υπέρ του δεύτερου, είχε διαταχθεί, αρχικώς, η προσωρινή κράτηση της πρώτης ενάγουσας, εντέλει η τελευταία, δυνάμει του υπ' αριθμόν 122/12-1-2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο, απηλλάγη της κατηγορίας.
Περαιτέρω, η διάδοση των, ως άνω, ψευδών γεγονότων ήταν εντόνως δυσφημιστική για τους όλους ενάγοντες, οι οποίοι εμφανίζονταν ως μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων διεθνών και εγχώριων και ειδικότερα οι μεν δεύτερη και τρίτος εξ αυτών ως δήθεν μέλη "τρίτης γενιάς" της γερμανικής τρομοκρατικής Οργάνωσης RAF, η δε πρώτη ενάγουσα, κόρη τους, εμφανιζόταν να είχε "στενή συνεργασία με τους τέσσερις αντιεξουσιαστές από τη Θεσσαλονίκη", ήτοι να συνδέεται δήθεν στενά με την οργάνωση "Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς", στην οποία έχει αποδοθεί η τέλεση-δια των μελών της-άδικων πράξεων, στο πλαίσιο οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας.
Οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι, οι οποίοι δεν αρνούνται ότι τα, ως άνω, αναφερόμενα είναι ψευδή, ισχυρίζονται πως ουδεμία υπαιτιότητα τους βαρύνει, διότι οι, εν λόγω, ανακριβείς πληροφορίες τους είχαν παρασχεθεί από το Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ και ειδικότερα από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία αυτού, ήτοι από, κατά τεκμήριο, αξιόπιστη πηγή και, επομένως, ο, εν λόγω, εναγόμενος δημοσιογράφος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν είχε τη δυνατότητα αλλά ούτε και την υποχρέωση να διασταυρώσει την πληροφορία, η δε μεταγενέστερη διάψευση από την Ομοσπονδιακή Εισαγγελία της Γερμανίας, που μεταδόθηκε το μεσημέρι της 15ης-1-2011, απετέλεσε αφορμή ώστε ο δεύτερος των εναγομένων να σπεύσει, άμεσα, να αποκαταστήσει τα πράγματα με το δημοσίευμά του την Τρίτη 18-01-2011, με τίτλο "Γκάφα ολκής σε δέκα απλά βήματα".
Κατ' αρχήν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι ψευδείς πληροφορίες, που είχαν εμφιλοχωρήσει στο επίδικο δημοσίευμα σχετικά με τη δήθεν σύνδεση της δεύτερης ενάγουσας με την γερμανική οργάνωση RAF καθώς και με τις δήθεν στενές διασυνδέσεις της πρώτης ενάγουσας με λοιπούς συλληφθέντες για συμμετοχή στην οργάνωση "ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΩΝ ΠΥΡΗΝΩΝ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ", είχαν προέλθει από άτυπη ενημέρωση της ΕΛ.ΑΣ προς τους δημοσιογράφους, για τα πρώτα στοιχεία που προέκυπταν από τις έρευνες των υπηρεσιών της, το απόγευμα της Παρασκευής 14-1-2011, τούτο δε προκύπτει από το γεγονός ότι την ίδια ψευδή είδηση μετέδωσαν πληθώρα Μ.Μ.Ε..
Η ως άνω, ενημέρωση, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν ήταν επίσημη αλλά άτυπη, όπως αποδεικνύεται, αφενός μεν, από το ότι την επόμενη ημέρα (15-1-2011) ακολούθησε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η επίσημη ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ και, αφετέρου, από την από 17-1-2011 διευκρινιστική ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΕΛ.ΑΣ και του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, στην οποία αναφέρεται ότι: "Στο πλαίσιο των ερευνών για την ταυτότητα των υπόπτων και προκειμένου να μην δημιουργηθούν εσφαλμένες εντυπώσεις, όσον αφορά την τυχόν σχέση άλλων ατόμων με την υπόθεση που ερευνάται από την Αντιτρομοκρατική, έγινε άτυπη ενημέρωση.
Στην ενημέρωση αυτή αναφερόταν ότι η μητέρα της συλληφθείσας είναι μέλος της RAF, που, όμως, ουδεμία σχέση έχει με την υπόθεση. Στη διαδικασία αυτή υπήρξε πρόωρα η άτυπη ενημέρωση όσον αφορά τα στοιχεία της μητέρας προκειμένου, όπως προαναφέρεται, να προληφθεί η δημιουργία εντυπώσεων από εμπλοκή μέλους της RAF, λόγω κατ' αρχήν ταύτισης στοιχείων ταυτότητας".
Ωστόσο, δεδομένου του ατύπου της ενημέρωσης και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, οι εναγόμενοι δημοσιογράφοι δεν απηλλάγησαν της βασικής υποχρεώσεώς τους προς στοιχειώδη, έστω, έλεγχο της αλήθειας της σχετικής ειδήσεως - στο πλαίσιο των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου - και επομένως δεν μπορούσαν να τη μεταδώσουν ανεπιφύλακτα, αφού η άτυπη ενημέρωση δεν παρέχει τα εχέγγυα της αξιοπιστίας της επίσημης ανακοίνωσης της αρμόδιας αρχής, δεδομένου άλλωστε ότι η μετάδοση της συγκεκριμένης είδησης θα προκαλούσε έντονη προσβολή στην προσωπικότητα των εναγόντων.
Επομένως, ο δεύτερος εναγόμενος όφειλε, κατ' εφαρμογή της υποχρέωσης του τύπου που απορρέει από το καθήκον αληθείας να εξακριβώσει, πριν την δημοσίευσή της, εάν η συγκεκριμένη είδηση ανταποκρινόταν ή όχι στην πραγματικότητα, διαφορετικά ν' αποφύγει αυτή (δημοσίευση) μέχρι να γίνει επίσημη ενημέρωση, δεδομένου, άλλωστε, ότι μετά την πρώτη, άτυπη και ανεπίσημη πληροφόρηση της 14-1-2011, μέχρι και την εκπομπή της 15ης-1-2011, είχαν την ευχέρεια τουλάχιστον ως προς την φερόμενη ως έκνομη δραστηριότητα των γονέων της πρώτης ενάγουσας (δεύτερης και τρίτου των εναγόντων) με έρευνα στο διαδίκτυο να διαπιστώσουν τη διαφορά στα στοιχεία ταυτότητάς τους με τους πράγματι κατηγορηθέντες στη ….
Κατά τα λοιπά και ως προς το υπόλοιπο δημοσίευμα, ερευνητέο τυγχάνει για το εάν ο ανωτέρω δημοσιογράφος μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και με βάση τα μέσα που διέθετε να ελέγξει την αλήθεια των εν λόγω γεγονότων, λαμβανομένου υπ' όψη και του χρόνου που απαιτείτο προς τούτο. Ειδικότερα και όσον αφορά το σκέλος της άτυπης ενημέρωσης, που αφορούσε στη δήθεν στενή σχέση της πρώτης ενάγουσας με τους λοιπούς συλληφθέντες, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος των εναγόμενων δεν είχε τη δυνατότητα, κατά το χρόνο δημοσίευσης των επίδικων άρθρων, να ελέγξει την αλήθεια της είδησης, αφού εύλογα δεν είχε ούτε θα μπορούσε να έχει γνώση των ειδικότερων στοιχείων που είχε συλλέξει η Αντιτρομοκρατική υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ, ούτε άλλωστε όφειλε να αναμένει την τελική έκβαση της ποινικής υπόθεσης προκειμένου να δημοσιεύσει τη σχετική είδηση και επομένως για τη διάδοση των, εν λόγω, ψευδών γεγονότων ο εναγόμενος δημοσιογράφος δεν έχει υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και ως εκ τούτου ως προς το μέρος αυτό, τα επίδικα δημοσιεύματα δεν δύναται να θεωρηθούν συκοφαντικά απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου λόγου εφέσεως της πρώτης των εναγόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμου.
Πλην, όμως, κρίνονται εξ αντικειμένου δυσφημιστικά (συντρέχουσας εν προκειμένω απλής δυσφημίσεως), με αποτέλεσμα να προσβάλλεται με αυτά η τιμή και η υπόληψη της πρώτης ενάγουσας. Ωστόσο, ο άδικος χαρακτήρας της ως άνω υπαίτιας και παράνομης πράξης των, ως άνω, εναγομένων αίρεται από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του τύπου για την ενημέρωση της κοινής γνώμης σχετικά με τη φερόμενη δράση τρομοκρατικής οργάνωσης, ο τρόπος δε διάδοσης της είδησης δεν έγινε με σκοπό εξύβρισης ούτε υπήρξε υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου στις σχετικές αναφορές.
Επομένως, με την δημοσίευση της, εν λόγω, ειδήσεως και στις δύο ανωτέρω επίμαχες δημοσιεύσεις, ως προς τη συμμετοχή της ενάγουσας στην προαναφερόμενη τρομοκρατική οργάνωση, δεν στοιχειοθετείται προσβολή της προσωπικότητας της τελευταίας, δια της τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής ή της απλής δυσφημίσεως, δεκτής γενομένης της προβληθείσας από τους εναγόμενους ενστάσεως, που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 εδ.
γ' Π.Κ. και απορριπτόμενης, αντιστοίχως, της σχετικώς προβληθείσας από τους ενάγοντες αντενστάσεώς τους, στηριζόμενης στην διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 περ. α' Π.Κ., οι οποίες και επαναφέρονται νομοτύπως, με τις εφέσεις και τις προτάσεις τους, στο παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, όμως, ως προς το σκέλος της είδησης, σύμφωνα με την οποία, η μητέρα της πρώτης ενάγουσας συνδέεται με την ένοπλη γερμανική οργάνωση RAF, αποδεικνύεται ότι πράγματι η μετέπειτα διάψευση της είδησης από την Ομοσπονδιακή Εισαγγελία της Γερμανίας και από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αποτέλεσαν αφορμή ώστε ο δεύτερος των εναγομένων να σπεύσει στην αποκατάσταση των πραγμάτων, όπως ανωτέρω αναλύεται.
Ωστόσο, η διασταύρωση της συγκεκριμένης είδησης, πριν τη μετάδοσή της, ήταν εν προκειμένω ιδιαιτέρως ευχερής και ουδόλως χρονοβόρα, αφού με απλή διαδικτυακή έρευνα θα μπορούσε αμέσως να διαπιστωθεί ότι η Μ. Μ., που κατηγορήθηκε ως μέλος της RAF, είχε γεννηθεί σε διαφορετική ημερομηνία σε σχέση με τη δεύτερη ενάγουσα και είχε μόνο ένα άρρεν τέκνο, γεγονός που, ευλόγως, εφόσον υπήρχε στοιχειώδης πρόνοια να ερευνηθεί, θα δημιουργούσε επιφυλάξεις ως προς την αλήθεια της πληροφορίας.
Άλλωστε, όπως αποδεικνύεται από το συνολικό περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων, ο συντάξας δημοσιογράφος είχε το χρόνο να ερευνήσει και να συγκεντρώσει τη φωτογραφία της Μ. Μ., που κατηγορήθηκε για συμμετοχή στη RAF και σχεδόν όλα τα υπόλοιπα διαθέσιμα στοιχεία του βίου της, όπως λ.χ. ποια ήταν η φερόμενη δράση της, ποιος ήταν ο σύζυγός της, πότε εκδόθηκε ένταλμα σύλληψής της, ποιο ήταν το ψευδώνυμό της, πότε παραδόθηκε στην Πρεσβεία της ….
καθώς και ότι αφέθηκε ελεύθερη λόγω παραγραφής των αδικημάτων της. Επίσης αυθαίρετη και ψευδής ήταν η είδηση ότι ο πατέρας της πρώτης ενάγουσας ήταν ο ήδη θανών Χ. Λ. Μ., επικηρυγμένο επίσης μέλος της RAF, ο οποίος φερόταν να σκοτώθηκε σε συμπλοκή του με αστυνομικούς στη … το 1999 και του οποίου το κύριο όνομα ήταν διαφορετικό από τα δύο κύρια ονόματα (Β.-Χ.) του πατέρα της πρώτης ενάγουσας και πρώην συζύγου της δεύτερης ενάγουσας.
Με τις αυθαίρετες και ψευδείς ως άνω αναφορές και συνδέσεις ο δεύτερος των εναγομένων, με μοναδικό έρεισμα μία ανεξακρίβωτη και ανεπίσημη ενημέρωση, συνέταξε τρία (3) εκτενή άρθρα, που έδιναν στον αναγνώστη την εντύπωση δήθεν τεκμηριωμένου ρεπορτάζ, που ωστόσο, κατά το σκέλος τους αυτό, ουδόλως ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, σε συνδυασμό δε με τον τίτλο που επιλέχθηκε σε μερικά από αυτά, ήτοι "Τρομοκρατία Σύλληψη Γερμανίδας καθηγήτριας ξένων γλωσσών" και "Τρομοκρατία Άρωμα RAF και υποψίες για Πυρήνες" όχι μόνο δεν εξυπηρετήθηκε η ανάγκη του κοινού για πληροφόρηση αλλά τουναντίον επήλθε αποπροσανατολισμός από την πραγματικότητα.
Περαιτέρω, όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύονται περιστατικά ικανά να στηρίξουν το στοιχείο του δόλου στο πρόσωπο του δεύτερου εναγομένου-εκκαλούντος, ότι δηλαδή αυτός δολίως απέβλεπε στην προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων και ότι, επιπλέον, τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των εκτιθέμενων στα δημοσιεύματα.
Ωστόσο, ως προς τα ανωτέρω διαδοθέντα ψευδή γεγονότα, ο δεύτερος των εναγομένων, συντάκτης των ένδικων δημοσιευμάτων, έχει υπαιτιότητα καθώς από βαρεία αμέλειά του, δεν τήρησε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου και, ειδικότερα, το καθήκον αληθείας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενό τους να συμπίπτει με την πραγματικότητα και συγκεκριμένα δεν διασταύρωσε, ως όφειλε και μπορούσε με βάση τα μέσα και το χρόνο που διέθετε εάν η δεύτερη και τρίτος των εναγόντων, γονείς της πρώτης ενάγουσας είχαν σύνδεση με την οργάνωση RAF αλλά αντιθέτως προέβη στη δημοσίευση της σχετικής ψευδούς είδησης εμπλουτίζοντάς την ταυτοχρόνως με έτερα ψευδή γεγονότα, προσβάλλοντας την προσωπικότητα, την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων.
Η υπαίτια μη τήρηση, άλλωστε, του καθήκοντος αλήθειας, αποκλείει σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δεύτερου των εναγομένων προς ενημέρωση του κοινού και για το λόγο αυτό δεν τίθεται ζήτημα άρσης του παρανόμου της προσβολής κατ' άρθρο 367 παρ.1 εδ.γ' ΠΚ και επομένως η σχετική ένσταση του δεύτερου των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη, όπως άλλωστε και ο σχετικός λόγος εφέσεως και, συναφώς, με αυτόν ο λόγος που πλήττει την κριθείσα από κοινού ευθύνη αυτών.
Κατόπιν τούτων, αποδεικνύεται ότι από τα επίδικα δημοσιεύματα κατά το ως άνω αναφερόμενο μέρος τους, που αφορούσαν στη συμμετοχή της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων στην γερμανική τρομοκρατική οργάνωση RAF, αλλά και, συνακόλουθα, στη σύνδεση της πρώτης ενάγουσας με την, εν λόγω, τρομοκρατική οργάνωση, ένεκα της συγγενικής της σχέσεως με τους ανωτέρω γονείς της, υπήρξε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, οι οποίοι υπέστησαν για το λόγο αυτό ηθική βλάβη.
Μάλιστα δε, η προσβολή της προσωπικότητας της πρώτης ενάγουσας και, εξ αυτού του λόγου, η προκληθείσα σε αυτήν ηθική βλάβη, επιτείνεται έτι περαιτέρω, λαμβανομένων υπ' όψη και των λοιπών περιστάσεων και συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι προαναφερθείσες δυσφημιστικές διαδόσεις, αφού έγινε στο πλαίσιο της δημοσιεύσεως της, ως άνω ειδήσεως, περί αναμίξεως της πρώτης ενάγουσας στην τρομοκρατική οργάνωση "Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς", με την παράλληλη προβολή και της εικόνας της, με αποτέλεσμα, αφενός μεν, να προσδιορίζεται πλήρως η ταυτότητά της τόσο στο συγγενικό και ευρύτερο φιλικό περιβάλλον της όσο και στο απροσδιόριστο αναγνωστικό κοινό των, εν λόγω, δημοσιευμάτων, αφετέρου δε, να προκαλείται στο μέσο αναγνώστη η εσφαλμένη εντύπωση ότι η έκνομη δράση, που φερόταν ότι είχε αναπτύξει η πρώτη ενάγουσα, οφειλόταν στις οικογενειακές της καταβολές και στις παραστάσεις της από την παραβατική συμπεριφορά του οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος - εκκαλών, ισχυρίζεται ότι τη βλάβη αυτή αποκατέστησε, με επανορθωτικά δημοσιεύματά του στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, ήδη την 18η-1-2011. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός τυγχάνει απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί στα, ως άνω, δημοσιεύματα, οι εναγόμενοι δεν αναγνωρίζουν την υπαιτιότητα του συντάκτη του δημοσιεύματος αλλά επέρριψαν τη σχετική ευθύνη της παραπληροφορήσεώς τους στην ΕΛ.ΑΣ, με την άτυπη ενημέρωση που είχε προβεί προς τους δημοσιογράφους, την οποία, όμως, είχαν, στο πλαίσιο των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου, (υποχρέωση) να ελέγξουν και διασταυρώσουν, κατά τα προαναφερθέντα.
Σημειώνεται δε ότι, το δικαίωμα του θιγομένου, από ψευδή δημοσίευση, για επανόρθωση και η αντίστοιχη υποχρέωση του τύπου είναι ανεξάρτητα από την ύπαρξη τυχόν αστικής ή ποινικής ευθύνης. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη εξαιτίας της, ως άνω, παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς τους από τις επιμέρους ενέργειες και παραλείψεις εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου, για την αποκατάσταση της οποίας (ηθικής βλάβης), λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας-ειδικότερα δε του τρόπου και του χρόνου της προσβολής, της δημοσιότητας, την οποία αυτή έλαβε ένεκα των ένδικων δημοσιευμάτων, του βαθμού υπαιτιότητας του ευθυνόμενου υποκειμενικώς εναγομένου δημοσιογράφου, της oικονομικής κατάστασης των φυσικών προσώπων σε συνδυασμό και με την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται ως εύλογο και δίκαιο το ποσό των 18.000 ευρώ, για την πρώτη ενάγουσα, το ποσό των 10.000 ευρώ, για την δεύτερη ενάγουσα και το ποσό των 8.000 ευρώ για τον τρίτο των εναγόντων, τα οποία και πρέπει να υποχρεωθούν οι, εν λόγω, εναγόμενοι, να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, αφού η μεν πρώτη τυγχάνει ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, που δημοσίευσε το επίδικο άρθρο και ο δεύτερος των εναγομένων, ως συντάκτης του άρθρου, ευθυνόμενος υποκειμενικώς, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τους, ως άνω, εναγόμενους, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 15.000 ευρώ και στον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες, το ποσό των 7.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής εσφαλμένα, σε συνδυασμό με την εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ως επιδικαστέα τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά, και πρέπει να εξαφανιστεί, γενομένης δεκτής της υπό κρίση έφεσης των τελευταίων ως βάσιμης κατ' ουσίαν και απορριπτόμενης της έφεσης του, ως άνω, δεύτερου εναγομένου-εκκαλούντος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης στο σύνολο της.
Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή-η οποία είναι, κατά τα ανωτέρω, ορισμένη και νόμιμη...να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην πρώτη ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 18.000 ευρώ, για την δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 10.000 ευρώ και για τον τρίτο ενάγοντα, το ποσό των 8.000 ευρώ ...".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 362, 363, 367 του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους (πλην της ΑΚ 367 παρ. 1γ'), ενώ δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της τελευταίας διάταξης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων (πλην της ΠΚ 367 παρ. 1γ'), δεδομένου ότι κατά τις επιμέρους παραδοχές του ήσαν ψευδή τα ως άνω αναφερόμενα στα τρία δημοσιεύματα με συντάκτη τον αναιρεσείοντα στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ Α.Ε." και συγκεκριμένα στην ηλεκτρονική σελίδα www.tovima.gr σχετικά με το ότι η μητέρα της πρώτης ενάγουσας (δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) συνδέεται με την ένοπλη τρομοκρατική γερμανική οργάνωση RAF, καθώς και για το ότι ο πατέρας της πρώτης ενάγουσας (δεύτερος των αναιρεσιβλήτων) ήταν ο ήδη θανών Χ.
Λ. Μ., επικηρυγμένο επίσης μέλος της RAF, ο οποίος φερόταν να σκοτώθηκε σε συμπλοκή του με αστυνομικούς στη … το 1999. Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων δεν απέβλεπε δολίως στην προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων ούτε τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των εκτιθέμενων στα δημοσιεύματα, πλην όμως από βαριά αμέλειά του δεν τήρησε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου και ειδικότερα το καθήκον αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων και συγκεκριμένα δεν διασταύρωσε, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, αλλά αντιθέτως προέβη στη δημοσίευση της σχετικής ψευδούς είδησης, εμπλουτίζοντάς την ταυτόχρονα με άλλα ψευδή γεγονότα, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητα, την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων.
Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε ότι η κατά τα ως άνω υπαίτια μη τήρηση των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου, που επιβάλλουν τον έλεγχο της αλήθειας των πληροφοριών και ειδήσεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος συντάκτη των επίμαχων δημοσιευμάτων και ο οποίος (έλεγχος) ήταν δυνατός στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποκλείει την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτού προς ενημέρωση του κοινού και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα άρσης του παρανόμου της προσβολής κατ' άρθρ. 367 παρ. 1γ' ΠΚ, απορριπτομένης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της σχετικής ένστασης αυτού.
Επίσης, αναφέρεται ότι από τα παραπάνω δημοσιεύματα, που αφορούσαν τη συμμετοχή των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων στη γερμανική τρομοκρατική οργάνωση RAF και τη συναγόμενη σύνδεση της πρώτης αυτών με την εν λόγω οργάνωση λόγω της συγγενικής της σχέσης με τους ως άνω γονείς της, υπήρξε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας όλων των αναιρεσιβλήτων.
Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι το Εφετείο, που κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων και τέλεση σε βάρος τους αδικοπραξίας με τη μορφή της δυσφήμησης, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και περί της μη συνδρομής αυτών καθόσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ, που δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ανεπάρκεια και ασάφεια στις αιτιολογίες αυτής ως προς το ζήτημα της διασταύρωσης των αναφερόμενων πληροφοριών και ειδήσεων, ενόψει του εκτιθέμενου κατά τα ως άνω συγκεκριμένου τρόπου πραγματοποίησης αυτής (έρευνα στο διαδίκτυο).
Επίσης, δεν υπάρχει αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ζήτημα των περιλαμβανομένων στα επίμαχα δημοσιεύματα ειδήσεων και πληροφοριών ως προς την αναφερόμενη στενή σχέση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων με τους λοιπούς συλληφθέντες, ως προς την οποία δέχεται ότι δεν υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας και διάπραξη αδικοπραξίας, με τις αιτιολογίες που αφορούν το σκέλος της είδησης ως προς τη σύνδεση των γονέων της πρώτης, δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, με την τρομοκρατική οργάνωση RAF, ενόψει του ότι πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα με αυτοτελείς αιτιολογίες.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
ΙV. Από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μια δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, καθώς και οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Σε κάθε περίπτωση όμως επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και ως εκ τούτου το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 10/2017, Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 1414/2019, ΑΠ 1170/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τις πιο πάνω κρίσεις και παραδοχές του το Εφετείο, καθορίζοντας τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε 18.000 για την πρώτη, σε 10.000 ευρώ για τη δεύτερη και σε 8.000 ευρώ για τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν (και μάλιστα καταφανώς) τα συνήθως επιδικαζομένα σε παρόμοιες περιπτώσεις και ως εκ τούτου δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-7-2019 αίτηση του Β. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2344/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)