Legislator Case Law & Legislation
813/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding medical reports and evidence evaluation.

Case Number 813/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision rejecting a will revocation claim. The appellant argued that the appellate court distorted the content of medical reports and misapplied evidence rules regarding mental capacity. The court ruled these grounds inadmissible because medical opinions are evaluated freely by the trial court and do not constitute documents subject to distortion under the relevant procedural articles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 390, 432, 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Medical opinions are expert witness statements evaluated freely by the court and cannot be grounds for appeal based on alleged distortion of document content.

Keywords

AI generated
medical reports mental capacity will revocation inadmissible appeal evidence evaluation code of civil procedure distortion of content

Cited Legislation

AI generated
Article 390 of the Code of Civil Procedure
Articles 432 and following of the Code of Civil Procedure
Article 336 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 12, paragraph 2, letter e of Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 813 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 813/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου-εισηγήτρια, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Πεπόνη Της αναιρεσίβλητης: M. (Μ.) K. (Χ. ) το γένος Π. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Σταματόπουλο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 90/2016 του Εφετείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 90/2016 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, επιλαμβανόμενο έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, αναγνωριστική ακυρότητας δήλωσης ανάκλησης δημόσιας διαθήκης, στην οποία προέβη η διαθέτης με τη σύνταξη μεταγενέστερης δημόσιας διαθήκης, λόγω ανικανότητας αυτής προς δικαιοπραξία, ως στερούμενης κατά τον κρίσιμο χρόνο της χρήσης του λογικού της επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια, την οποία (έφεση) δέχθηκε κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Στις 4-8-2009 απεβίωσε στην Καλαμάτα, η Ε. σύζυγος Α. Κ., που ήταν ηλικίας 72 ετών και κατοικούσε όσο ζούσε στην ίδια πόλη. Ο θάνατος της επήλθε από καρδιακή ανακοπή και πολλαπλά αγγειακά επεισόδια. .......

Κατά την διάρκεια της ζωής της είχε συντάξει τις παρακάτω διαθήκες: α) το έτος 2000, σε ηλικία 63 ετών, δημόσια διαθήκη ........, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τον σύζυγο της, και το ..., στην επικαρπία και στην ψιλή κυριότητα αντίστοιχα της ακίνητης περιουσίας της και των χρηματικών καταθέσεων της σε Τράπεζες, β) το έτος 2006, σε ηλικία 69 ετών, την δημόσια διαθήκη, με την οποία ανακάλεσε μερικά την προηγούμενη και εγκατέστησε κληρονόμο της τον ενάγονται ανιψιό της τέκνο του δεύτερου εναγόμενου αδερφού της, ι) σε ένα οικόπεδο της, που βρίσκεται.......

στον ..., και ιι) στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού της που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... και γ) το έτος 2008, σε ηλικία 71 ετών, την δημόσια διαθήκη της, με την οποία ανακάλεσε ολικά την υπ’ αριθ. .../20-10-2006 διαθήκη της, καθώς και κάθε άλλη προγενέστερη. Η διαθέτιδα ήταν έγγαμη χωρίς τέκνα και κατά το χρόνο του θανάτου της άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της:

α) τον αρχικό πρώτο εναγόμενο, σύζυγο της κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου β) το δεύτερο εναγόμενο αδερφό της Δ. Γ., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και γ) την αδερφή της Μ. χήρα Π. Ε., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου. Η τελευταία αποποιήθηκε την παραπάνω κληρονομιά, με την υπ’ αριθ. ...2009 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς του Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με αποτέλεσμα να επαχθεί το μερίδιο της κατ’ ισομοιρίαν στα τέκνα της (ανηψιές της διαθέτιδας) Κ.

Ε. και Ε. Ε.. Τελικά και η Κ. Ε. αποποιήθηκε την εν λόγω κληρονομιά, με αποτέλεσμα να επαχθεί το παραπάνω μερίδιο στην δεύτερη εναγόμενη. Ο ενάγων μάχεται κατά της εγκυρότητας της τελευταίας διαθήκης, με την οποία η διαθέτιδα ανακάλεσε την προηγούμενη διαθήκη που τον εγκαθιστούσε κληρονόμο της, υποστηρίζοντας με την κρινόμενη αγωγή του, ότι κατά την εποχή της σύνταξής της η διαθέτιδα δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και έπασχε από ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της, δεδομένου ότι από το έτος 2006 έπασχε από κατάθλιψη και άνοια, από τα μέσα του έτους 2007 έπασχε από αλτσχάιμερ, εξαιτίας της οποίας περιόρισε τις κοινωνικές επαφές της μόνο με την οικογένεια του, από τις αρχές του έτους 2008 ελάμβανε ισχυρές δόσεις φαρμάκων, εξαιτίας των οποίων είχε καταβληθεί ο οργανισμός της, είχε περιοριστεί η ομαλή λειτουργία της διάνοιας της και είχε καταστεί δυσχερής έως αδύνατη η επικοινωνία της με το περιβάλλον και τους οικείους της, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί, να εκφράζει με δυσκολία τις ανάγκες της και να μιλά ακατάληπτα και ασυνάρτητα, και στη διάρκεια του ίδιου έτους, η υγεία της παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση, με αποτέλεσμα να έχει αϋπνίες και παραισθήσεις, να φοβάται ότι την καταδιώκουν, να έχει την αίσθηση ότι καίγεται, να βλέπει οράματα, να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια, να κινδυνεύει η σωματική της ακεραιότητα και να μην μπορεί να μετακινηθεί.

Για την απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών επικαλέστηκε και προσκόμισε: α) το υπ’ αριθ. .../24-2-2012 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Καλαμάτας, από το οποίο προκύπτει ότι η διαθέτιδα νοσηλεύθηκε σ’ αυτό στις 5-2-2007 για γαστρίτιδα, σης 9-12-2008 για άνοια και της δόθηκαν οδηγίες για διενέργεια αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, από 2-2-2009 μέχρι 5-2-2008, για ΗΑ\/, άνοια, χολόσταση και εκτακτοσυστολική αρρυθμία και της δόθηκαν οδηγίες για λήψη του φαρμάκου Lobivon (αντυπερτασικό), συνέχιση αγωγής και εφαρμογή δίαιτας χολοκυστοπαθούς και από 12-7-2009 μέχρι 20-7-2009 για εμπύρετο, νεφρική ανεπάρκεια και ουρολοίμωξη, και της δόθηκαν οδηγίες για λήψη των φαρμάκων Αugmentin και Aloperidin (αντιψυχωσικό), β) φωτοτυπίες σελίδων από το βιβλιάριο του ασφαλιστικού οργανισμού ΙΚΑ, στον οποίο ήταν ασφαλισμένη, από τις οποίες προκύπτει ότι στις 16-2-2007 διαπιστώθηκε πως έπασχε από λευκοπενία, στις 16-1-2009 παραγγέλθηκε η διενέργεια αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου και στις 11-2-2009 παραγγέλθηκε η διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων, γ) την από 24-9-2009 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου γιατρού Χ.

Γ., η οποία πιστοποιεί ότι η διαθέτιδα έπασχε από άνοια-αλτσχάϊμερ, με σημαντική επιδείνωση από το έτος 2007, ότι παρουσίαζε διαταραχές μνήμης, διαταραχές λόγου, στην εκπομπή και στην κατανόηση, με αποτέλεσμα η επικοινωνία με το περιβάλλον της να είναι ιδιαίτερα δυσχερής, διαταραχές συμπεριφοράς και αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, δ) την από 10-11-2008 ένορκη εξέταση του συζύγου της στην Πυροσβεστική της Καλαμάτας σχετικά με πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο διαμέρισμα τους από μαγειρικό σκεύος στις 27-8-2008, στην οποία αναφέρει ότι είχε πάει με την γυναίκα του, που έχει αλτσχάϊμερ, βόλτα και είχαν αφήσει στην κουζίνα, την οποία είχαν κλείσει, φακές, οι οποίες άναψαν μάλλον από τη θερμότητα, ε) την υπ’ αριθ. .../29-1-2013 ένορκη βεβαίωση:

α) της Λ. Π., φίλης της διαθέτιδας, η οποία ανέφερε ότι από τις αρχές του έτους 2008 αυτή επικοινωνούσε τηλεφωνικά μαζί της δύο φορές την ημέρα και τη ρωτούσε τι κάνει ο αδερφός της, αντί να επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον ίδιο, ότι από την άνοιξη του παραπάνω έτους δεν την αναγνώριζε στις συναντήσεις τους, ότι από το καλοκαίρι του ίδιου έτους αραίωσε τις επισκέψεις στο κτήμα της, γιατί η κατάσταση της χειροτέρεψε, δεδομένου ότι είχε χάσει πολλά κιλά, ήταν απόμακρη και ψυχρή, κοιτούσε νευρικά το χώρο και είχε απλανές βλέμμα και ότι το μήνα Αύγουστο του εν λόγω έτους έκλαιγε πάνω από ένα σκυλί νομίζοντας ότι είναι το παιδί της και β) της Ε.

Μ., τραυματιοφορέα στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας, η οποία ανέφερε ότι την Πρωτομαγιά του έτους 2008 μετέφερε με φορείο τη διαθέτιδα στο νοσοκομείο για να κάνει εξετάσεις και ακτινογραφία, ότι τα είχε χαμένα και δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, ότι ήταν νευρική και ανήσυχη, ότι έλεγε ασυναρτησίες και ότι ήθελε να πηδήξει από τα κάγκελα.

Επίσης, εξέτασε ως μάρτυρα στο ακροατήριο την Γ. Σ., οικογενειακή φίλη της διαθέτιδας, η οποία ανέφερε ότι το έτος 2007 είχε διαγνωστεί από την γιατρό Χ. Γ. του ΙΚΑ στην Καλαμάτα ότι έπασχε από άνοια, ότι στις αρχές του έτους 2008 διαγνώσθηκε από τον γιατρό Τ. στην Αθήνα ότι έπασχε από αλτσχάιμερ, ότι κατά την διάρκεια του ίδιου έτους είχε τρομερή υπερένταση και ακαθησία, φώναζε τις νύχτες και ξυπνούσε τους γείτονες, δεν επικοινωνούσε με τους οικείους της και δεν μπορούσε να σταθεί όρθια, να πλυθεί, να ντυθεί και να λάβει τροφή και ότι μέχρι τον θάνατο της ελάμβανε ισχυρές δόσεις φαρμάκων, με αποτέλεσμα κατά τον χρόνο της σύνταξης της διαθήκης να μην είναι σε θέση να σταθμίσει τις συνέπειες της.

Από την άλλη πλευρά οι εναγόμενοι μάχονται υπέρ της εγκυρότητας της παραπάνω διαθήκης, υποστηρίζοντας με τις προτάσεις τους, ότι κατά την εποχή της σύνταξης της η διαθέτιδα είχε καλή σωματική και ψυχική υγεία, εξυπηρετούσε μόνη της τον εαυτό της, διατηρούσε την πνευματική διαύγεια, τη μνήμη και τη λογική της, ;επικοινωνούσε πλήρως με το περιβάλλον και τους άλλους, δεν έπασχε από τις προαναφερόμενες σοβαρές ψυχικές διαταραχές και δεν έπαιρνε φάρμακα.

Για την απόδειξη των ισχυρισμών τους αυτών επικαλέστηκαν και προσκόμισαν: α) το από 1-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η διαθέτιδα και ο σύζυγος της μίσθωσαν στον Κ. Χ. ένα αγροτεμάχιο στο Ασπρόχωμα Καλαμάτας, που ανήκε στον καθένα κατά ποσοστό %. εξ αδιαιρέτου, το οποίο φέρει την υπογραφή της και β) απόκομμα ταχυδρομικής επιταγής, ,οε την οποία η διαθέτιδα εισέπραξε τη σύνταξη της από τον ΟΓΑ το Μάιο του έτους 2008.

Ωστόσο, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ότι η διαθέτιδα κατά τη σύνταξη της τελευταίας διαθήκης της βρισκόταν σε κάποια από τις προαναφερόμενες καταστάσεις (έλλειψη συνείδησης των πραττομένων και μόνιμη ψυχική διαταραχή), που θόλωναν τη διάνοια σε βαθμό συγχύσεως, μείωναν σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και απέκλειαν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης της με λογικούς υπολογισμούς, διότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα και δεδομένα που να δικαιολογούν μια τέτοια κρίση.

Ειδικότερα, α) ενώ η διαθέτιδα νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Καλαμάτας από το έτος 2007 για πρώτη φορά διαγνώσθηκε ότι πάσχει από άνοια τον Δεκέμβριο του έτους 2008 (πέντε σχεδόν μήνες μετά την σύνταξη της διαθήκης) και της συστήθηκε η περαιτέρω διερεύνηση της με αξονική τομογραφία εγκεφάλου, γεγονός που σημαίνει ότι μέχρι τότε δεν είχε υποβληθεί σε όμοιες ή παρόμοιες (π.χ.

μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου) απεικονιστικές εξετάσεις, β) ενώ προσερχόταν για εξέταση στα ιατρεία του ΙΚΑ, ποτέ δεν διαγνώσθηκε ότι έπασχε από άνοια ή αλτσχάιμερ, αλλά μόνο παραπέμφθηκε στις 16-1-2009 για διενέργεια αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο της Καλαμάτας και προς εκτέλεση των σχετικών οδηγιών που είχε λάβει από αυτό, γ) ενώ κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια της παραπάνω απεικονιστικής εξέτασης, δεν προσκομίζονται από τον ενάγοντα τα αποτελέσματα της, τα οποία θα παρείχαν τουλάχιστον ενδείξεις για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των παραπάνω ασθενειών, το στάδιο εξέλιξης τους και τη βαρύτητα των συνεπειών και των επιπλοκών τους, δ) ενώ περιγράφονται στην αγωγή ως συμπτώματα της διαθέτιδας κατά το έτος 2008 η ανησυχία, η υπερδιέγερση, η υπερκινητικότητα, οι αϋπνίες, οι παραισθήσεις, ο ιδέες καταδίωξης, οι αναίτιες κλήσεις σε βοήθεια κλπ.

δεν προσκομίζονται από τον ενάγοντα εργαστηριακές, διαγνωστικές και απεικονιστικές εξετάσεις που παραγγέλλονται για την εξακρίβωση των αιτιών τους (λ.χ. αιματολογικές εξετάσεις, ορμονολογικές εξετάσεις, εγκεφαλογράφημα κλπ) και συνταγογραφήσεις φάρμακων που χορηγούνται τουλάχιστον για την ανακούφιση των ασθενών σε τέτοιες περιπτώσεις, ε) ενώ αναφέρεται στην αγωγή ότι η νόσος αλτσχάιμερ άρχισε να εκδηλώνεται από το έτος 2007 δεν προσκομίζεται από τον ενάγοντα κάποια ιατρική γνωμάτευση που να έχει συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο, (μολονότι η διαθέτιδα κατά το φέρεται να έχει εξετασθεί από τρεις γιατρούς, τη Χ.

Γ. νευρολόγο Καλαμάτας, Τ. ψυχίατρο Αθήνας και Ε. Σ. ψυχίατρο Καλαμάτας) αλλά μόνο η από 16-11-2009 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου γιατρού Χ. Γ., που συντάχθηκε μετά το θάνατό της οποία δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία, διότι δεν συνδυάζεται με κάποιο άλλο πρόσφορο στοιχείο (λ.χ. σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατά το έτος 2007 υπήρχαν φανερά συμπτώματα της νόσου αλτσχάιμερ της διαθέτιδας, όπως διαταραχές στη μνήμη, διαταραχές στην εκπομπή και κατανόηση του λόγου και διαταραχές στη συμπεριφορά της, τα οποία όμως δεν έγιναν αντιληπτά κατά την νοσηλεία της στο νοσοκομείο Καλαμάτας στις 5-2-2007 και δεν αναφέρθηκαν στο παραπάνω πιστοποιητικό του), στ) η ένορκη κατάθεση του συζύγου της διαθέτιδας στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Καλαμάτας, η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων σε συμβολαιογράφο Καλαμάτας δεν αρκούν από μόνες τους για την εξαγωγή κάποιου άλλου συμπεράσματος, διότι περιέχουν υποκειμενικές κρίσεις ...........

και δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο άλλο στοιχείο και ζ) το Μάρτιο του έτους 2008 η διαθέτιδα λαμβάνει την απόφαση μαζί με το σύζυγο της να μισθώσει το παραπάνω αγροτεμάχιο και την υλοποιεί, συμμετέχοντας ως συμβαλλόμενη στην κατάρτιση της σχετικής σύμβασης και υπογράφοντας το σχετικό έγγραφο και δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο ότι ενεργούσε για λογαριασμό της λόγω αδυναμίας προσδιορισμού της βούλησής της ο σύζυγός της.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η διαθέτιδα κατά το χρόνο σύνταξης της κρίσιμης διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεων της και δεν έπασχε από κάποια περιοδική, ή παροδική, ή βαριά, ή μη ιάσιμη ψυχική διαταραχή και συγκεκριμένα δεν είχε θολωμένη διάνοια, δεν βρισκόταν σε σύγχυση, μπορούσε να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη και την ουσία, το περιεχόμενο, τη σημασία και τις συνέπειες της, είχε αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και μπορούσε ελεύθερα να προσδιορίσει τη βούληση της με λογικούς υπολογισμούς".

Επειδή τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ.1β Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που, για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της παραβίασης δηλαδή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε στις διατάξεις των άρθρων 131 και 1719 ΑΚ, στην έλλειψη συνδρομής των όρων των οποίων στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο της ουσίας, και απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι με το να δεχθεί ότι "δεν μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ότι η διαθέτιδα κατά την σύνταξη της τελευταίας διαθήκης της βρισκόταν σε κάποια από τις προαναφερόμενες καταστάσεις (έλλειψη συνείδησης των πραττομένων και μόνιμη ψυχική διαταραχή, που θόλωναν τη διάνοια σε βαθμό συγχύσεως, μείωναν σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και απέκλειαν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης της με λογικούς υπολογισμούς, διότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά ευρήματα και δεδομένα που να δικαιολογούν μια τέτοια κρίση", επιστηρίζει δε την τοιαύτην κρίσιν του, μεταξύ των άλλων, και εις το ότι "για πρώτη φορά διαγνώσθηκε ότι πάσχει από άνοια τον Δεκέμβριο 2008 (πέντε σχεδόν μήνες μετά την σύνταξη της διαθήκης)...." παραβίασε, δια της παραλείψεως εφαρμογής του, το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι "η άνοια δεν εκδηλώνεται και ούτε εμφανίζεται δια μιας αλλά βαθμιαίως, βαίνουσα διαρκώς επιδεινούμενη".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον το παραπάνω συμπέρασμα δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αφού κάθε περίπτωση πάσχοντος από άνοια είναι ιδιαίτερη και εμφανίζει τις δικές της διαβαθμίσεις κατά την εξέλιξη της νόσου και τα στάδια πνευματικής έκπτωσης, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελεί επιχείρημα για τη στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος ότι η διαθέτης κατά το χρόνο ανάκλησης της επίμαχης διαθήκης δεν ήταν ικανή προς δικαιοπραξία, λόγω πνευματικής νόσου που στερούσε από αυτήν τη χρήση του λογικού της.

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσον αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκαν, ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία (αποδεικτική δύναμη) είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος και το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή πως επέδρασε η παραβίαση στο διατακτικό της αποφάσεως και από ποιόν έχει προσαχθεί το έγγραφο.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο προεχόντως ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας ως προς τα οποία τούτο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμή τους και ποια ήταν η διαφορετική αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά, από εκείνη που τους αποδίδει ο νόμος.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Περαιτέρω οι ιατρικές γνωματεύσεις, είναι αποδεικτικά μέσα με την έννοια του άρθρου 390 ΚΠΔ, ως βεβαιώσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, που εκτιμώνται ελευθέρως από το δικαστήριο και δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 336 και 339 ΚΠολΔ ώστε να υπόκεινται σε παραμόρφωση. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 16-11-2009 ιατρικής γνωμάτευσης της νευρολόγου ιατρού Χ.

Γ., καθώς και το περιεχόμενο "των ιατρικών γνωματεύσεων του Νοσοκομείου Καλαμάτας". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε δεν ιδρύεται ως προς τις ιατρικές γνωματεύσεις. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδε του Ν. 4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2017 αίτηση του Α. Γ., περί αναιρέσεως της 90/2016 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ