Legislator Case Law & Legislation
813/2017 AI generated

Appeal allowed due to insufficient reasoning on liability causation and procedural defect regarding service of notice.

Case Number 813/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment on a traffic accident liability case. The appellants argued the lower court failed to provide a legal basis for its findings on causation and liability. The court found the reasoning insufficient regarding the pedestrian's movement and the driver's potential avoidance maneuvers, constituting a procedural defect under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was accepted, the case was remitted for retrial before a different judge, and the insurance company was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court's judgment lacks a legal basis for its findings on causation and liability due to insufficient and contradictory reasoning, requiring remittal for retrial.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning causation analysis procedural defect remittal for retrial legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2)(e) of Law 4055/2012
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 813 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. χας Α. Μ., 2) Δ. Μ. του Α., 3) Π. Μ. του Α., κατοίκων ..., 4) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 6) Δ. - Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμολέοντα Φουντεδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος με τις από 3-2-2017 προτάσεις του δήλωσε ότι η ως άνω εταιρία στο αναιρετήριο εκ παραδρομής αναγράφεται εσφαλμένα "..." αντί του ορθού "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της Χ. Μ. του Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12541/ 2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1302/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 10-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 11339/5-9-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Τ. με τις προσαρτημένες σε αυτήν απόδειξη παράδοσης αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στο αστυνομικό τμήμα και βεβαίωσης ταχυδρόμησης ειδοποίησης, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (17-2-2017) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως και αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή νομίμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με δήλωσή του στις προτάσεις που κατέθεσε, διόρθωσε την επωνυμία αυτής από το εσφαλμένο "... Ασφαλιστική Α.Ε." στο ορθόν "... Ασφαλιστική ΑΕ", δεδομένου ότι από την εσφαλμένη αυτή αναγραφή δε δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτής της διαδίκου, ούτε βλάβη στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν αντιλέγουν.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ. προκύπτει ότι ουσιαστική προϋπόθεση της υποχρέωσης για αποζημίωση είναι η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδη συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας την οποία επέφερε και συντρέχει, όταν η παράνομη και κατά κανόνα υπαίτια πράξη η παράλειψη του αδικοπραγήσαντα από μόνη της ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Πότε συμβαίνει αυτό κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατά το άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη λαμβάνει υπόψη για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής αυτής έννοιας κατά την ερμηνεία των σχετικών για τις αδικοπραξίες διατάξεων και τα οποία, όπως προκύπτει από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι αποδεικτικό μέσο.

Γι' αυτό η πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη αδικοπραγήσαντα ήταν ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα υπόκειται μεν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τον λόγο που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφιο δεύτερο του Κ.Πολ.Δ., ήτοι για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) 1) ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2) Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3) Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... κατά τις νυχτερινές ώρες, σε περίπτωση βροχής και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό...

Εξάλλου στην περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζημίων συνεπειών.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο ατύχημα συνέβη στις …-3-2011 και περί ώρα 00.45, στην περιφερειακή οδό …, στο ρεύμα πορείας αυτής από ανατολικά προς δυτικά και στο ύψος της διασταύρωσης Ε..

Η εν λόγω οδός, στο ύψος της διασταύρωσης Ε., είναι διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας πλάτους 0,50 μ. (στον τόπο του ατυχήματος) και στο παραπάνω ρεύμα της δηλ. από ανατολικά προς δυτικά, έχει πλάτος οδοστρώματος 11 μέτρα, με τρείς λωρίδες κυκλοφορίας με 3,50 περίπου μέτρα η κάθε μία, είναι ευθεία και στη συνέχεια παρουσιάζει αριστερή καμπύλη, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας, στο συγκεκριμένο σημείο, ορίζεται σε 80 χιλιόμετρα.

Η οδός διασταυρώνεται με την οδό Λ. Σ., η οποία οδηγεί δεξιά προς Ε. και αριστερά προς οδό Λ. και η κυκλοφορία στον κόμβο ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες. Εκτός των σηματοδοτών για τα οχήματα, υπάρχουν σηματοδότες και για τους πεζούς, ενώ σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων υπάρχει σηματοδοτημένη διάβαση πεζών και σε απόσταση 150 μέτρων προς την ίδια κατεύθυνση υπάρχει αερογέφυρα διέλευσης πεζών.

Στο ύψος του σηματοδότη των πεζών, δεξιά, υπάρχει έρεισμα πλάτους 1,50 μ. και αμέσως μετά τη διασταύρωση υπάρχει μικρού μήκους πεζοδρόμιο πλάτους ενός μέτρου και στη συνέχεια υπάρχει χωμάτινο έρεισμα σε μεγάλη απόσταση. Η κατάσταση της οδού, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ήταν υγρή λόγω βροχόπτωσης, ήταν νύκτα, υπήρχε όμως επαρκής τεχνητός φωτισμός και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα ήταν οι ακόλουθες: Κατά την παραπάνω χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε, με συνοδηγό τον ανήλικο γιό του, το με αριθμ. κυκλοφορίας ΑΜΥ ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και κινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της παραπάνω οδού, με κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά και με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 78,4 χλμ.

Τον ίδιο χρόνο, στο χωμάτινο έρεισμα που βρίσκεται δεξιά της οδού και σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων από την παραπάνω συμβολή της περιφερειακής οδού με την οδό Λ. Σ., κινούνταν με σκουρόχρωμη ενδυμασία, ομορρόπως με τα οχήματα, υπό την επήρεια μέθης, καθόσον όπως προκύπτει από τις από 16-4-2011 και 21-6-2011 εκθέσεις εξέτασης αίματος της Δ/νσης εγκληματολογικών ερευνών της αστυνομίας η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα του παραπάνω πεζού ήταν 1,94 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 1,87 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη μέτρηση και έχοντας στα αυτιά του ακουστικά σύνδεσης με το κινητό του τηλέφωνο, ο Α.

Μ., σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου και τρίτης, γιος του τέταρτου και αδελφός των πέμπτου, έκτης και έβδομου των εναγόντων. Αυτός, ενώ κινούνταν στο χωμάτινο έρεισμα, στο μέσον περίπου μεταξύ του πεζοδρομίου και της κολώνας φωτισμού, ξαφνικά και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην περιφερειακή οδό, επιχείρησε να διασχίσει, εκτός διαβάσεων πεζών, οι οποίες υπήρχαν σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων, κάθετα το οδόστρωμα αυτής, με κατεύθυνση προς τη διαχωριστική νησίδα, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί ξαφνικά στην πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.

Ο τελευταίος, λόγω της ξαφνικής εισόδου του ενάγοντος στο ρεύμα πορείας του, καθόσον ο πεζός είχε διανύσει πέντε περίπου μέτρα εντός του οδοστρώματος, δηλ. είχε εισέλθει στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της οδού στην οποία κινούνταν ο παραπάνω οδηγός, ευρισκόμενος σε πολλή μικρή απόσταση από αυτόν δεν απέφυγε τη σύγκρουση και με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του επέπεσε επί του πεζού, ο οποίος προσέκρουσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, μεταξύ του εμπρόσθιου δεξιού φαναριού και της πινακίδας κυκλοφορίας, ανυψώθηκε και προσέκρουσε στο παρμπρίζ του οχήματος, το οποίο έσπασε και στη συνέχεια έπεσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού πλησίον της διαχωριστική νησίδας, ενώ ο εναγόμενος οδηγός κινήθηκε προς τα δεξιά και στάθμευσε το όχημά του, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος.

Από τη σύγκρουση αυτός υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κάταγμα θόλου και βάσης κρανίου, υπαραχνοειδή αιμορραγία πλάγιων κοιλιών, βαριά αυχενική κάκωση με κάταγμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, θωρακική κάκωση με πολλαπλά κατάγματα των πλευρών, θλάσεις πνευμόνων, βαριά κοιλιακή και πυελική κάκωση με ρήξεις ήπατος, αιμοπεριτόναιο, κάταγμα πυέλου, κακώσεις σκελών (του τύπου των εκδορών και εκχυμώσεων) και συντριπτικό ανοικτό κάταγμα αριστερής κνήμης, από τα οποία επήλθε ο θάνατός του.

Η τελική θέση του οχήματος και του πεζού, αμέσως μετά τη σύγκρουση, δεν απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο αστυφύλακας Κ. Σ., το οποίο συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος το Α' Τ.Τ. …, καθόσον ο μεν πεζός παραλήφθηκε από το ΕΚΑΒ, πριν από την άφιξη της Τροχαίας, ενώ το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου μετακινήθηκε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, για να μην παρεμποδίζει την κυκλοφορία.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο καταλήγει στην κρίση, ότι το ένδικο ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες οφείλονται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του παραπάνω πεζού, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής του, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, κατά την προπεριγραφείσα πορεία του επί της περιφερειακής οδού … κινήθηκε υπό την επήρεια μέθης, γεγονός που είχε ως περαιτέρω συνέπεια να κινηθεί αταξικά και χωρίς δυνατότητα να αντιληφθεί τα επί του οδοστρώματος κινούμενα τροχοφόρα (αριθμός, θέση, σχετική ταχύτητα), να λάβει θέση ή να μεταβάλλει την θέση του ανάλογα με την πορεία ή του συνδυασμού των πορειών των τροχοφόρων και γενικότερα να πραγματοποιήσει, εκτός διάβασης πεζών, την διάσχιση με ασφάλεια της εν λόγω οδού, νύκτα και με βροχή.

Η κίνηση, σε ένα ταχείας κυκλοφορίας οδόστρωμα, από πεζό σε κατάσταση μέθης, αταξικά κινούμενου και με καταστολή των πνευματικών και νευρολογικών του λειτουργιών πολλαπλασιάζει την πιθανότητα ατυχήματος. Οι επερχόμενοι οδηγοί αδυνατούν να προβλέψουν τις κινήσεις ενός τέτοιου ανθρώπου και στην προσπάθειά τους να τον αποφύγουν είναι πιθανό να συναντήσουν μη λογική αντιαποφευκτική κίνηση από τον πεζό, αφού ο τελευταίος συμπεριφέρεται αταξικά.

Συνεπώς, η παρακινδυνευμένη ενέργεια του παραπάνω πεζού να επιχειρήσει να διέλθει κεντρική λεωφόρο νύκτα, με βροχή και εκτός διάβασης πεζών, σε συνδυασμό με την μέθη του κατά το παραπάνω ποσοστό, αποτελούν παράγοντες που οδήγησαν αιτιακά στο επελθόν αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τις επιταγές του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (άρθρο 38 παρ. 4 περ.

δ'), ο θανών πεζός ήταν υποχρεωμένος να μη κατέλθει στο οδόστρωμα εάν προηγουμένως δεν είχε βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε τη κυκλοφορία των οχημάτων του ρεύματος από ανατολικά προς δυτικά και μάλιστα σε σημείο, όπου η άνω οδός είναι ταχείας κυκλοφορίας (ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος 80 χλμ/ώρα) και παρουσιάζει ιδιαίτερη επικινδυνότητα.

γι' αυτό και έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και να μην επιχειρήσει να διασχίσει κάθετα την εν λόγω οδό εκτός διάβασης πεζών, ενώ σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων υπήρχε σηματοδοτημένη διάβαση πεζών, όπως και αερογέφυρα πεζών σε απόσταση 150 περίπου μέτρων (άρθρο 38 παρ. 4 περ. α' του Κ.Ο.Κ.), χωρίς κανένα απολύτως έλεγχο των κινουμένων οχημάτων, υπό την επήρεια οινοπνεύματος... (Ακολουθούν σχολιασμός των αποδεικτικών μέσων και πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου προς στήριξη των παραπάνω παραδοχών του).

Αντίθετα ο εναγόμενος οδηγός δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, αφού αυτός οδηγούσε σύννομα στο ρεύμα πορείας του, με επιτρεπόμενη ταχύτητα, δεν μπορούσε δε να αντιληφθεί την ξαφνική είσοδο, κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, του πεζού στο οδόστρωμα, λόγω της βροχής και των φώτων διασταύρωσης με εμβέλεια 40 μέτρων (άρθρ. 64 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.).

Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός των εναγόντων για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού στο ένδικο ατύχημα κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση για τη θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του παραπάνω πεζού, στην οικογένεια του οποίου ανήκουν, που συνέβη κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα, από αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση του οχήματός του, που ήταν ασφαλισμένο για ζημιές τρίτων στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή τους (αναιρεσειόντων) κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του προαναφερομένου οχήματος στην πρόκληση του τροχαίου ενδίκου ατυχήματος με την παράσυρση του πεζού και το θάνατό του, στην οποία υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, για να δικαιολογηθεί η μη εφαρμογή τους.

Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση δε γίνεται αναφορά της απόστασης από την οποία ο οδηγός του οχήματος, έχοντας τεταμένη την προσοχή του, αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό πριν από το σημείο της παράσυρσης αυτού, ενόψει των παραδοχών της ότι ο οδηγός εκινείτο στη μεσαία λωρίδα και ότι ο πεζός είχε διανύσει πέντε μέτρα εντός του οδοστρώματος δηλαδή είχε εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κινούμενος από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός.

Επίσης δε διευκρινίζεται αν όφειλε να τον αντιληφθεί νωρίτερα κατά τη διάρκεια της πορείας του εκτός του οδοστρώματος και πριν αυτός εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο το όχημά του εκινείτο, ώστε να μειώσει την ταχύτητα αυτού, ενόψει και των δυσμενών συνθηκών που επικρατούσαν κατά το χρόνο του ατυχήματος στην οδό όπου συνέβη τούτο.

Περαιτέρω δε διευκρινίζεται και ο τρόπος της κίνησης του πεζού κατά την είσοδό του στο οδόστρωμα, δηλαδή αν κινήθηκε, τρέχοντας ή με κανονικό βηματισμό, γεγονός που συναρτάται με το χρόνο παραμονής του στο οδόστρωμα μέχρι την παράσυρσή του και τη δυνατότητα να γίνει αντιληπτός από τον εναγόμενο οδηγό.

Επίσης δε γίνεται αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση αν ερευνήθηκε η δυνατότητα διενέργειας από τον ίδιο οδηγό έγκαιρης τροχοπέδησης ή ελιγμού προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματός του, ο οποίος μπορούσε να αποτρέψει το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται τόσον η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, και σε αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, προς στήριξη του αγωγικού ισχυρισμού της υπαιτιότητας του οδηγού και της αιτιώδους συνάφειας με το επελθόν αποτέλεσμα, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αυτής, που καθίσταται αλυσιτελής, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε' του Ν. 4055/2012 στους καταθέσαντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1302/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ