Appeal partially allowed against first defendant; appeal dismissed against second defendant regarding Article 281 Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the first defendant, remanding the case for further proceedings, while dismissing the appeal against the second defendant. The court found that the first defendant's conduct violated the good faith principle under Article 281 of the Civil Code, whereas the second defendant's actions did not meet the threshold for abuse of right. Consequently, the first defendant was ordered to pay legal costs, but the second defendant was not liable for the appellants' expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; Abuse of right is established when a claimant's prior conduct or the circumstances created an unacceptable expectation that the right would not be exercised, causing excessive consequences to the obligor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 813 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Β. Μ. του Ι. και 2)Γ. Μ. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Βουκελάτο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Κ. του Δ., και 2)Ν. Κ. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κυλιντηρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάργας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2010 μη οριστική, 48/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/6/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 30/11/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της έκθεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ ΑΠ 17/1995).
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να κρίνεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του.
Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 560 αρ.1 εδ.α’ του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού η διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7-8/2006).
Ο δε κατά το ίδιο άρθρο 560 αρ. 1 εδ.β’ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι αναιρεσείοντες είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του υπ’ αριθ. 422 κληροτεμαχίου, σημερινής εκτάσεως 13.193,81 τμ., που βρίσκεται στη θέση "..." δ.δ....
του Δήμου Πάργας και το οποίο είχε περιέλθει στον αρχικό κληρούχο και απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Δ. Γ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. ...1953 τίτλου (παραχωρητηρίου) του Υπουργείου Γεωργίας, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι ο μεν πρώτος του υπ’ αριθ. ... κληροτεμαχίου, εκτάσεως 5.000 τμ., ο δε δεύτερος του υπ’ αριθ. ...
κληροτεμαχίου, εκτάσεως 3.625 τμ., ομόρων και προς βορράν κειμένων του ειρημένου κληροτεμαχίου των αναιρεσειόντων και ότι οι αναιρεσίβλητοι, ήδη από το έτος 1980 που εγκαταστάθηκαν στα ανωτέρω κληροτεμάχια-ιδιοκτησίες τους με την παράδοση της νομής και κατοχής τους από τους δικαιοπαρόχους τους, κατέλαβαν και ενσωμάτωσαν στα κληροτεμάχια αυτά τμήματα της όμορης ως άνω ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην απόφαση, εμβαδού 441,50 τμ.
ο πρώτος και 1073,20 τμ. ο δεύτερος, στα οποία έθεσαν συρμάτινη περίφραξη συνεχόμενη του υπάρχοντος χάνδακα στην κοινή πλευρά των κληροτεμαχίων των διαδίκων. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο ως άνω δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "από το έτος 1980 οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) άρχισαν να κατέχουν τα επίδικα εδαφικά τμήματα οποία περιέφραξαν με συρμάτινη περίφραξη και ενσωμάτωσαν τοιουτοτρόπως στις όμορες ιδιοκτησίες τους, επί των οποίων έκαστος εξ αυτών ασκούσε εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους, χωρίς ποτέ να παρεμποδιστούν ή παρενοχληθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τους ενάγοντες ή τους δικαιοπαρόχους τους, μέχρι και το έτος 2009 που το πρώτον οχλήθηκαν σχετικά από τους ενάγοντες και σε κάθε περίπτωση μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Ειδικότερα από τον προαναφερόμενο χρόνο ο δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος τυγχάνει μόνιμος κάτοικος του ... και κατά κύριο επάγγελμα είναι κτηνοτρόφος, αφού έλαβε την υπ’ αριθ. ...29.04.1980 άδειας της Νομαρχίας Πρεβέζης, προέβη με δαπάνες του στην κατασκευή ισόγειας σταύλο-αποθήκης, αρχικώς επιφανείας 70.80 τμ., στην οποία στέγαζε τους χοίρους του.
Για την οικοδόμηση της αποθήκης αυτής, καθώς και των προσθηκών στην ανατολική και δυτική πλευρά του βασικού κτιρίου, έλαβε δάνειο από την "Αγροτική Τράπεζα Α.Ε." ποσού 150.000,00 δραχμών και τελικώς το ύψος της "επενδύσεως του για την λειτουργία μιας σύγχρονης χοιροτροφικής μονάδας υπερέβη το ποσό των 200.000 δραχμών.
Το συνολικό εμβαδό της εν λόγω εγκατάστασης με τις προσθήκες που πραγματοποίησε μέχρι και το έτος 1985 ο δεύτερος εναγόμενος, ανέρχεται σήμερα σε 291,33 τμ.. Επίσης για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν πέραν των τσιμεντένιων βάσεων, εκατοντάδες τυποποιημένοι και βιομηχανικοί τσιμεντόλιθοι, η εν λόγω δε εγκατάσταση διαθέτει άριστη στέγη από ξύλα και φύλλα αμίαντου, πολλές σιδερένιες θύρες, είναι άριστης κατασκευής και αντοχής και από της ανεγέρσεως του (έτη 1980 έως και 1985) μέχρι και σήμερα βρίσκεται σε άριστη κατάσταση και πλήρη λειτουργία.
Επίσης ολόκληρο το κτίριο, κατόπιν αιτήσεως του δεύτερου εναγομένου, ηλεκτροδοτήθηκε από τη ΔΕΗ, για την εξυπηρέτηση του δε εγένετο τοποθέτηση πλήρους ηλεκτρολογικής εγκατάστασης με αποκλειστικές δαπάνες του δεύτερου εναγομένου. Σήμερα δε και λόγω της συνταξιοδοτήσεως του δεύτερου εναγομένου, η εν λόγω σταυλοαποθήκη, την οποία, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, κατασκεύασε αποκλειστικά και μόνον με δικές του δαπάνες ο δεύτερος εναγόμενος και χρησιμοποιούσε επί σειρά πολλών ετών για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας (χοιροτροφική μονάδα), εξυπηρετεί συνεχώς τις διαρκείς του ανάγκες για την εκμετάλλευση του αγροτικού ακινήτου του, αφού εντός αυτού αποθηκεύει και φυλάσσει σανό, διάφορα εργαλεία, αγροτικά μηχανήματα και εξαρτήματα, καθώς και μηχανήματα ερασιτεχνικής παραγωγής τσίπουρου, όπως δε εκτιμά ο δεύτερος εναγόμενος και δεν αντικρούουν ειδικά οι ενάγοντες, η αξία της υπερκαλύπτει την αξία του επιδίκου εδαφικού τμήματος - την οποία οι ενάγοντες προσδιορίζουν στην αγωγή τους στο ποσό των 3.397,83 ευρώ αφού ανέρχεται στο ποσό των 40.000,00 ευρώ (βλ.
κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων). Τις ως άνω διακατοχικές πράξεις νομής ο δεύτερος εναγόμενος ασκούσε με την καθημερινή του παρουσία στην μονάδα του και στο επίδικο εδαφικό τμήμα, υπό τα όμματα όλων και δη των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αλλά και των ίδιων των εναγόντων οι οποίοι μέχρι και τις 13.02.2009 που όχλησαν σχετικά τους εναγομένους (βλ.
προσκομισθείσα εξώδικη όχληση), ουδέποτε αντέδρασαν σ’ αυτές και ουδέποτε. εναντιώθηκαν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου του δεύτερου εναγομένου. Αντίθετα επί τριάντα (30) περίπου έτη, η συμπεριφορά των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αλλά και των ιδίων των εναγόντων, συνέχισε να είναι η ίδια, δηλαδή ανέχονταν χωρίς διαμαρτυρία την εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου, κατοχή του επιδίκου εδαφικού τμήματος και τη διενέργεια επ’ αυτού των δαπανών και βελτιώσεων που προαναφέρθηκαν.
Επ’ αυτών ακόμη και ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε ότι οι τελευταίοι (ενάγοντες) αμέσως μετά την αγορά του κληροτεμαχίου εγκατέλειψαν το ακίνητο, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα προέβησαν σε οποιαδήποτε πράξη νομής επ’ αυτού και συγκεκριμένα σε καθαρισμό, καλλιέργεια ή επιτήρηση των ορίων του.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι το εδαφικό τμήμα που ο δεύτερος εναγόμενος συμπεριέλαβε στην ιδιοκτησία του ήταν περιποιημένο και περιφραγμένο από τον ίδιο, ότι εντός αυτού είχε κατασκευάσει και λειτουργούσε με την καθημερινή φυσική παρουσία του στο επίδικο επί σειρά πολλών ετών σύγχρονη χοιροτροφική μονάδα, περιποιούταν τα ελαιόδεντρα που υπήρχαν σ’ αυτό και περισυνέλεγε τον ελαιόκαρπο τους, σ’ αυτές δε τις πράξεις προέβη εμφανώς και υπό τα όμματα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, όπως και των ίδιων των εναγόντων, χωρίς οι τελευταίοι να εναντιωθούν, διαμαρτυρηθούν ή εγείρουν την οποιαδήποτε αξίωση επί του επιδίκου τμήματος.
Αντιθέτως για πρώτη φορά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2009 και ακολούθως με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, οι ενάγοντες ζήτησαν από τον δεύτερο εναγόμενο την απόδοση του επιδίκου εδαφικού τμήματος. Περαιτέρω και όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο ομοίως αποδείχθηκε ότι από το έτος 1980 συμπεριέλαβε την επίδικη έκταση στην όμορη ιδιοκτησία του, τοποθέτησε σ’ αυτό περίφραξη με συρματόπλεγμα, περιποιούταν με δικές του δαπάνες το επίδικο εδαφικό τμήμα και επιτηρούσε τα όρια του, για διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τους ενάγοντες ή τους δικαιοπαρόχους αυτών.
Κατόπιν όλων αυτών, ναι μεν οι ενάγοντες είναι συγκύριοι και πλασματικοί συννομείς των επιδίκων εδαφικών τμημάτων του υπ’ αριθ. 422 κληροτεμαχίου του, πλην όμως επί τριάντα (30) έτη πιο πάνω συμπεριφορά τόσο των ιδίων, όσο και των δικαιοπαρόχων τους, όπως και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε από τη συμπεριφορά τους αυτή, όχι μόνον δεν δικαιολογούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού την άσκηση εκ μέρους τους του δικαιώματος να εγείρουν την υπό κρίση αγωγή μετά την πάροδο μάλιστα τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, αν ληφθεί υπόψη και το συμφέρον των εναγομένων, αλλά, αντίθετα η άσκηση αυτού (δικαιώματος), κατά τους κανόνες του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του, της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, γίνεται αφορμή αδικίας εξαιτίας των επαχθών συνεπειών, τις οποίες συνεπάγεται για τους εναγομένους η ανατροπή της οικονομικής και πραγματικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε στα επίδικα εδαφικά τμήματα με την πλήρη αδράνεια και αδιαφορία των εναγόντων.
Με τα δεδομένα αυτά, η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, ήδη εφεσίβλητων, προς διεκδίκηση των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και προσκρούει στα κριτήρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. αφού ήδη από το έτος 1987, που απέκτησαν την (συγ)κυριότητα του κληροτεμαχίου τους, αυτοβούλως εγκατέλειψαν την ιδιοκτησία τους, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία γι’ αυτήν, δίδοντας την εντύπωση μάλιστα στους εναγομένους ότι παραιτήθηκαν από τα δικαιώματα τους, ενώ οι εναγόμενοι κατείχαν, περιποιούνταν, επιτηρούσαν και εκμεταλλεύονταν τα επίδικα εδαφικά τμήματα ήδη από το έτος 1980, με την ανοχή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αλλά και των ιδίων των εναγόντων, χωρίς αυτοί να προβάλλουν οποιαδήποτε αξίωση επ’ αυτών ή να οχλήσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τους εναγομένους, με αποτέλεσμα η προπεριγραφείσα συμπεριφορά τους να δημιουργήσει στους εναγομένους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ν’ ασκήσουν το δικαίωμα διεκδικήσεως τούτων (επιδίκων εδαφικών τμημάτων).
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ δεν αναιρείται από το ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούσαν τμήματα του υπ’ αριθ. 422 κληροτεμαχίου των εναγόντων, αφού και στην περίπτωση αυτή η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου κληρούχου να ασκήσει κατά του τρίτου τις παραπάνω προστατευτικές της νομής του εξουσίες, συνδυαζόμενη με τις ειδικές περιστάσεις, όπως αυτές αποδείχθηκαν στην προκείμενη περίπτωση, μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση, από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κατά του τρίτου, μετά τη μεταγραφή του τίτλου και τη συνακόλουθη έκτοτε απόκτηση από τον κληρούχο δικαιώματος κυριότητας.
Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο άγεται στην ασφαλή κρίση ότι το δικαίωμα των εναγόντων ασκείται καταχρηστικά, όπως βάσιμα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν και στο Δικαστήριο αυτό με σχετικό λόγο της εφέσεως τους.
Βάσει των παραδοχών αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως καταχρηστική την ένδικη διεκδικητική των επίδικων ως άνω κτημάτων αγωγή των αναιρεσειόντων, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως. Με τον πρώτο από τον αρ.1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο παραβίασε με την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, στην οποία στηριζόταν η ένσταση του αναιρεσίβλητου που έγινε δεκτή και της οποίας δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο, διότι μόνη η επί μακρόν πράγματι χρόνο (τριάντα τρία έτη) αδράνεια των αναιρεσειόντων και του δικαιοπαρόχου τους να ασκήσουν το δικαίωμα τους επί του επιδίκου και η εντεύθεν δημιουργία στον αναιρεσίβλητο εύλογης πεποίθησης ότι οι αναιρεσείοντες δε θα ασκήσουν το δικαίωμα τους αυτό, δεν αρκεί, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, αλλά απαιτείται η άσκηση αυτή και η ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης που συνεπάγεται να επιφέρει επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο αναιρεσίβλητο, κρινόμενες και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος των δικαιούχων αναιρεσειόντων από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος τους, τέτοιες δε επαχθείς συνέπειες για τον αναιρεσίβλητο δεν προκύπτουν από μόνο το γεγονός ότι αυτός τοποθέτησε στο επίδικο τμήμα, το οποίο θα υποχρεωθεί να αποδώσει, περίφραξη με συρματόπλεγμα, ενσωματώνοντας το επίδικο στην όμορη ιδιοκτησία του (1980), ότι περιποιούνταν το επίδικο με δικές του δαπάνες και επιτηρούσε τα όρια του επί τριάντα έτη, όπως δέχεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πολλώ δε μάλλον αν ληφθεί υπόψη και η συνέπεια την οποία επιφέρει η παραδοχή της ένστασης ως προς τους αναιρεσείοντες, συνιστάμενη στην απώλεια του επίδικου τμήματος των 441,50 τμ., μέρους της όλης ιδιοκτησίας τους εμβαδού 13.193,81 τμ, κατά τα προεκτεθέντα, με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν εν προκειμένω όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειρημένης διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία επομένως και παραβίασε με την εφαρμογή της το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Με τον δεύτερο και τελευταίο επίσης (από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ) λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι και με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο το δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, της οποίας δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία της διάταξης αυτής και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην ίδια διάταξη.
Από τις ανωτέρω, όμως, παραδοχές του δικαστηρίου προκύπτει ότι τούτο δέχεται, εν σχέσει με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, εκτός των λοιπών στοιχείων που προαναφέρθηκαν (μακρά αδράνεια των αναιρεσειόντων-δικαιούχων, εύλογη πεποίθηση στον αναιρεσίβλητο ότι αυτοί δεν θα ασκήσουν το δικαίωμα τους κλπ.) και ότι ανατροπή, με την απόδοση του επίδικου τμήματος που κατέχει ο δεύτερος αυτός αναιρεσίβλητος, της δημιουργηθείσας ως άνω κατάστασης που διατηρήθηκε επί 30 περίπου έτη θα επιφέρει επαχθείς συνέπειες εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, συνιστάμενες στην αχρήστευση της σύγχρονης χοιροτροφικής μονάδας του, εμβαδού 291,33 τμ., που ο τελευταίος λειτουργεί στο επίδικο από το έτος 1985 και εφεξής, αξίας 40.000 ευρώ, και της όλης αγροτικής του εκμετάλλευσης ως ενιαίου συνόλου, σε συνάρτηση με τη μικρή, έναντι της αξίας της παραπάνω χοιροτροφικής μονάδας, αξίας του επίδικου τμήματος, το οποίο θα στερηθούν οι αναιρεσείοντες, ύψους 3.397,83 ευρώ.
Υπό τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ειρημένης διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, και το δικαστήριο που εφάρμοσε τη διάταξη αυτή ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, δεχόμενο τη σχετική ένσταση του δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το αναιρετήριο (δεύτερος λόγος) αναιρετική πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα κατά τούτο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Όσον δε αφορά τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή για την εκμετάλλευση της "σταυλαποθήκης" (χοιροτροφικής μονάδας) που ο δεύτερος αναιρεσίβλητος διατηρεί στο επίδικο δεν είναι απαραίτητο ο τελευταίος να κατέχει εσαεί ολόκληρο το επίδικο, και τον ακάλυπτο δηλαδή χώρο του, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού τα φερόμενα ως παραβιασθέντα αυτά διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμεύσουν για την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, εν προκειμένω δε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Β. Κ., να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, να απορριφθεί δε η αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν. Κ. και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τελευταίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται εν μέρει την από 30/6/2014 αίτηση των Β. και Γ. Μ. για αναίρεση της 103/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας που δίκασε ως Εφετείο, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Β. Κ..
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν. Κ..
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ