Legislator Case Law & Legislation
813/2014 AI generated

Appeal dismissed in part; lawyer's fee dispute remitted for retrial on contract terms and abuse of right.

Case Number 813/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance judgment regarding a lawyer's remuneration dispute. The court found the lower court erred in applying the six-month statute of limitations to the lawyer's claim, ruling that such provisions apply only to salaried employees, not salaried lawyers. Consequently, the appeal was remitted for retrial on the substantive issues of the agreed fee amount and the alleged abuse of rights, while the appellant was ordered to pay partial legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 63, 92A, 94 of the Lawyers Code; Article 6 paragraph 2 of Law 3198/1955: The six-month limitation period for claiming termination compensation applies exclusively to salaried employees and does not extend to lawyers with fixed fees, who are not covered by labor legislation.

Keywords

AI generated
lawyer remuneration statute of limitations fixed fee contract abuse of rights remittal for retrial legal costs allocation labor legislation scope

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the Lawyers Code
Article 63 of the Lawyers Code
Article 92A of the Lawyers Code
Article 94 of the Lawyers Code
Article 6 paragraph 2 of Law 3198/1955
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Law 2112/1920
Royal Decree of 16/18/7/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 813 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Α., …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μπλαβέρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5164/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2012 αίτησή της και τους από 9/4/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου μέρος δεύτερο, σκέλος δεύτερο και του τρίτου λόγων αναιρέσεως, καθώς και των πρώτου και τέταρτου λόγων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ. …/10/12/2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, αποδεικνύεται, ότι αντίγραφο της από 24/10/2013 κλήσης, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, κατά τη δικάσιμο της 24/9/2013 (κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13/11/2012 η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 24/9/2013 και κατ' αυτήν ματαιώθηκε η συζήτησή της) με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα. Αυτή, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ,με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα και η αναιρεσείουσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του Ν. 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων" προκύπτει, ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχολήσεως που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ' εξαίρεση ο τελευταίος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρα 63 παρ. 1-4 του Κωδικός περί Δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (άρθρο 63 παρ. 5 άνω Κωδ.), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω Ν.Δ/τος και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ.3026/1954) και συμπληρωματικά από εκείνες των περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις (Ολ.ΑΠ.45/2002).Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του άνω Κώδικα).

Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες, μόνο με πάγια μηνιαία ή περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, στο Εφετείο ή τον Άρειο Πάγο.

Περαιτέρω, η προαναφερόμενη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή λύεται, εκτός των άλλων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο, η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος, ή με οικειοθελή αποχώρηση του εντολοδόχου για οποιονδήποτε λόγο.

Με τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από το άρθρο 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το πρόσωπο εκείνου που καταγγέλλει τη σύμβαση και το χρόνο παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών στον εντολέα του, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αμοιβές κατ' ανώτατο όριο (Ολ.ΑΠ 56/1987) οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' αυτόν σταθερώς με οποιαδήποτε μορφή, κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση μήνα.

Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών. Έτσι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αποζημίωση ίση, α) με πάγια μηνιαία αμοιβή, αν έχει συμπληρώσει στον εντολέα του εξάμηνη υπηρεσία, β) τρείς πάγιες μηνιαίες αμοιβές, αν έχει συμπληρώσει διετία, γ) έξι αν έχει συμπληρώσει τριετία, δ) δέκα αν έχει συμπληρώσει πενταετία, ε) δώδεκα αν έχει συμπληρώσει οκταετία και στ) γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία άνω των οκτώ ετών, προστίθεται, για κάθε επί πλέον έτος υπηρεσίας, αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, μη δυναμένης να υπερβεί, κατ' ανώτατο όριο, τις τριάντα πάγιες μηνιαίες αμοιβές, για τις οποίες απαιτείται υπηρεσία 20 ετών στον ίδιο εντολέα.

Σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης του εντολέως για οποιονδήποτε λόγο, η ως άνω αποζημίωση καταβάλλεται μειωμένη εις το ήμισυ, αν έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δεκαπενταετή (15) υπηρεσία στον ίδιο εντολέα, μειωμένη στα 2/3 αν έχει συμπληρώσει εικοσαετή (20) υπηρεσία και ολόκληρη αν έχει συμπληρώσει εικοσιοκταετή (28) υπηρεσία.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου , του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος ,αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, επί αγωγής του αναιρεσίβλητου στην οποία εξέθετε, ότι είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, ότι την 1/9/1998 συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, προφορική σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου, με πάγια μηνιαία αμοιβή, ότι παρείχε σ' αυτή τις ως άνω νομικές υπηρεσίες του μέχρι το Δεκέμβριο του 2006, οπότε αιφνιδίως έπαυσε να του καταβάλει τη συμφωνημένη πάγια αντιμισθία του και δήλωσε εμπράκτως την πρόθεσή της για μονομερή λύση της υφιστάμενης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, με την αφαίρεση από τη δεύτερη σελίδα της εφημερίδας της εναγομένης του ονοματεπωνύμου και της ιδιότητας του ως νομικού συμβούλου αυτής, αρνούμενη να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση των 26.385 ευρώ, και με την οποία ζητούσε την εις αυτόν καταβολή, α) μισθών υπερημερίας της χρονικής περιόδου από 1/12/2006 μέχρι 31/8/2008, β) διαφορές μισθών της τελευταίας πενταετίας και γ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ο ενάγων είναι δικηγόρος Πειραιά εγγεγραμμένος στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά από το έτος 1976, ενώ από το έτος 1986 είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, έγγαμος από το 1957 με τρία τέκνα γεννηθέντα τα έτη 1961, 1963 και 1967 αντίστοιχα. Το Σεπτέμβριο του 1998 κατάρτισε σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με το Δ. Ρ., νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εκδοτικής ανώνυμης εταιρείας, ενόψει διαφαινόμενης αντιδικίας του τελευταίου με το συνεργάτη του και επίσης εκδότη Κ.

Μ. Μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εκπροσώπου της εναγομένης υπήρχε ήδη κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως πολύχρονη γνωριμία και φιλία. Η ως άνω αντιδικία μεταξύ Δ. Ρ. και Κ. Μ. έληξε το Νοέμβριο του 2005 με την υπογραφή του από 21/11/2005 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ένα περίπου χρόνο μετά ο ενάγων άρχισε να έχει επαγγελματικές σχέσεις με τον πρώην αντίδικο της εναγομένης Κ.

Μ., με αποτέλεσμα να τον εκπροσωπήσει σε κάποιες ποινικές δίκες. Όταν αυτό έγινε αντιληπτό από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ο τελευταίος περί τα τέλη Νοεμβρίου 2006 κατήγγειλε την μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος υφιστάμενη σύμβαση. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων είχε την πρωτοβουλία της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως ενόψει της επικείμενης επαγγελματικής του συνεργασίας με τον Κ.

Μ. δεν είναι πειστικός, καθόσον στο πρόσωπο του ενάγοντος κανένας λόγος δεν συνέτρεχε όπως προβεί ο ίδιος σε καταγγελία της συμβάσεώς του με την εναγομένη εταιρεία, με την οποία είχε μακροχρόνια συνεργασία, από την οποία απεκόμιζε οικονομικό όφελος, η δε αντιδικία της εναγομένης με τον Κ. Μ., η οποία θα προσέκρουε δεοντολογικά στη νομική εξυπηρέτηση εκ μέρους του των υποθέσεων του τελευταίου είχε ήδη λήξει πριν την ανάληψη από τον ενάγοντα της νομικής υπεράσπισης υποθέσεων του Κ.Μ..

Κατέληξε δε το Εφετείο, ότι η εναγομένη "οφείλει στον ενάγοντα αποζημίωση για τη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία το ποσό των 20.254,68 ευρώ (1.687,89 Χ 12 μήνες) και το ποσό των 35.445,69 ευρώ (1.687,89 ευρώ Χ 21 μήνες) ως οφειλόμενες νόμιμες και όχι τις υπολειπόμενες αυτών συμβατικές μηνιαίες αντιμισθίες για το χρόνο που μεσολαβεί από την καταγγελία της συμβάσεως μέχρι και την πλήρη εξόφληση της αποζημιώσεως, τέτοιο δε γεγονός δεν έχει λάβει χώρα ακόμη οπότε λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία 31/8/2008, την οποία επικαλείται ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς το ζήτημα του ποιος εκ των δύο πλευρών κατήγγειλε τη σύμβαση εντολής που συνέδεε τους διαδίκους, με τις παραδοχές ότι, "Ένα χρόνο περίπου μετά (ενν.

από τις 21/11/2005) ο ενάγων άρχισε να έχει επαγγελματικές σχέσεις με τον πρώην αντίδικο της εναγομένης Κ. Μ. με αποτέλεσμα να τον εκπροσωπήσει σε κάποιες ποινικές δίκες. Όταν αυτό έγινε αντιληπτό από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ο τελευταίος περί τα τέλη Νοεμβρίου 2006 κατήγγειλε την μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος υφισταμένη σύμβαση ...".

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η λύση της μεταξύ τους συμβάσεως έλαβε χώρα πριν ή μετά, είτε από την έναρξη της συνεργασίας του αναιρεσίβλητου με τον Κ. Μ., είτε από τότε που ο νόμιμος εκπρόσωπος της αντιλήφθηκε τη συνεργασία αυτή, και περαιτέρω να ελεγθεί αν είναι "πειστικός" ή μη ο ισχυρισμός της ότι την πρωτοβουλία για την καταγγελία της εντολής την είχε ο αναιρεσίβλητος, ενόψει της συνεργασίας του με την Κ.

Μ. είναι αλυσιτελείς, καθόσον το ζήτημα αν ο αναιρεσίβλητος άρχισε τη συνεργασία του με τον Κ. Μ. πριν από τη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται, ότι η καταγγελία έγινε από την αναιρεσείουσα μόλις ο νόμιμος εκπρόσωπος της πληροφορήθηκε, ότι άρχισε η συνεργασία του αναιρεσίβλητου με τον Κ.

Μ.. Όσα στη συνέχεια διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν είναι "πειστικός" ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι την πρωτοβουλία της καταγγελίας την είχε ο αναιρεσίβλητος αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται παραδοχές, για το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για το ποια ήταν η συμφωνία των διαδίκων ως προς την αμοιβή του αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα αν συμφωνήθηκε ότι ο τελευταίος θα αμείβεται μόνο με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, περιοδική αμοιβή (άρθρο 63 παρ. 4 του Κώδικα Δικηγόρων) ή όχι, καθώς και ποία ήταν η αμοιβή του (άρθρα 92 παρ. 2 και 92Α παρ. 1 και 2 Κώδικα Δικηγόρων), δηλαδή αν ήταν νόμιμη ή συμβατική και στη τελευταία περίπτωση ποίο το ύψος αυτής στοιχείο αναγκαίο, τόσο για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως, λόγω της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως, όσο και για τον προσδιορισμό των αιτούμενων διαφορών, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και ο πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ (όχι και από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ο πρώτος εξ αυτών), με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις για ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ζητήματα είναι βάσιμος.

Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη είναι αβάσιμος, καθόσον με το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού σ' αυτή διαλαμβάνονται όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ σε συνδυασμό με τα άρθρα 63, 92 και 94 του Κώδικα περί δικηγόρων στοιχεία και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, από το έτος 1986, έγγαμος μετά τριών ενηλίκων τέκνων, ότι συνήψε με την εναγομένη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αμοιβή το ύψος της οποίας είχε ανέλθει για το από μηνός Ιανουαρίου 2004 κι' εντεύθεν χρονικό διάστημα σε 1.310 ευρώ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν.Δ. 3790/1957, που ορίζει ότι, "εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τη συμπεφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους αποζημιώσεως", προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.

Πρόκειται δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 ΑΚ εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως.

Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και να απαλλαγεί αν επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ.

ΑΠ 570/1986). Περαιτέρω, από το άρθρο 591 παρ.1β, 679 παρ.1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους - όπως είναι αυτός περί συγγνωστής πλάνης του ή εύλογης αμφιβολίας ως προς το ύψος της αποζημιώσεως απολύσεως - προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (Ολ.ΑΠ 2/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη από τους διαδίκους Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (στο τελευταίο όταν δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ διαδικασία για την επαναφορά τους).

Ενόψει αυτών, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η μη καταβολή της αποζημιώσεως στον αναιρεσίβλητο οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη, άλλως σε εύλογη αμφιβολία, αναφορικά με το αν αυτός εδικαιούτο αποζημιώσεως και σε καταφατική περίπτωση ποίο το ύψος αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ότι τον είχε προτείνει παραδεκτά στον πρώτο βαθμό ή ότι συνέτρεχε κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. εξαιρέσεις για τη βραδεία προβολή του. Επιπλέον από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει, ότι τον ισχυρισμό αυτό δεν τον είχε προτείνει παραδεκτά, με καταχώριση στα πρακτικά αυτά και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τον θεμελίωναν .

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ .ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, και με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη της τον αυτοτελή ισχυρισμό της ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ., γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος (α') που η αναιρεσείουσα επικαλείται πραγματικά περιστατικά καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, σχετιζόμενα με την οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτος, καθόσον, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά από αυτά που τον θεμελιώνουν και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη συνδέουσα αυτή με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση.

Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος (β') που η αναιρεσείουσα επικαλείται πραγματικά περιστατικά καταχρηστικής συμπεριφοράς σχετιζόμενα με τη συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, για το ύψος της καταβαλλόμενης από την αναιρεσείουσα αμοιβής του από το έτος 1998 έως και το Νοέμβριο του 2006, σε συνδυασμό με άλλες παροχές, είναι βάσιμος, καθόσον το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του, τον αυτοτελή ως άνω ισχυρισμό, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για το αν τα γεγονότα που επικαλέσθηκε παραδεκτά η αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για τη θεμελίωση της καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσίβλητου και επανέφερε νομίμως ενώπιον του Εφετείου, με λόγο εφέσεως, καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική ή όχι, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτή αντίθετες, με τα ως άνω περιστατικά που επικαλείται η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της αυτού, παραδοχές.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 92 και 92 Α του Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες, μόνο με πάγια μηνιαία ή ετήσια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, το Εφετείο ή τον Άρειο Πάγο.

Ειδικότερα, το κατώτατο όριο της μηνιαίας αμοιβής του είναι αντίστοιχο με το βασικό μηνιαίο μισθό των εν λόγω υπαλλήλων του 15ου μισθολογικού κλιμακίου, αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, του 8ου μισθολογικού κλιμακίου, αν πρόκειται για δικηγόρο στο Εφετείο και του 1ου μισθολογικού κλιμακίου, αν πρόκειται για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, αυτά δε τα κατώτατα όρια προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις.

Εξάλλου κατά το άρθρο 11 του ν. 3205/2003 (μισθολόγιο λειτουργών, υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λ.π.) για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων ως εξής: α . Για έγγαμο υπάλληλο, χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, τριάντα πέντε (35) ευρώ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 11 του Κ.Πολ.Δ η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις, α) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου δεν ήταν 1687,89 ευρώ αλλά 1669,09 ευρώ, αφού σ' αυτές υπολόγισε και ανύπαρκτο επίδομα τέκνων ύψους 18.80 ευρώ και β) δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου ότι τα τρία τέκνα του είναι ενήλικα και ότι ως εκ τούτου δεν δικαιούται επίδομα γι' αυτά.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κατά το πρώτο μέρος, καθόσον το Εφετείο επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσίβλητου προστίθεται και το ποσό των 35 ευρώ "επίδομα γάμου" (ορθό οικογενειακή παροχή) το οποίο λαμβάνουν οι έγγαμοι δημόσιοι υπάλληλοι "χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα", σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3205/2003 και δεν υπολόγισε επίδομα για κάθε τέκνο χωριστά.

Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο μέρος είναι αλυσιτελής καθόσον η δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου ότι τα τρία τέκνα του είναι ενήλικα δεν είχε δυσμενείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες ,αφού στον αναιρεσίβλητο δεν επιδικάσθηκε "επίδομα τέκνων", ως εάν τα τέκνα του ήταν ανήλικα ,αλλά η οικογενειακή παροχή των 35 ευρώ, την οποία δικαιούνται οι έγγαμοι χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, όπως ο αναιρεσίβλητος.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 και 346 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο, να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 11γ'του Κ.Πολ.Δ (όχι και από το αρ. 8 του ίδιου άρθρου), προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 1/12/2006 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του αντιδίκου της, την οποία αυτή υπέβαλε προς τον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού, στην οποία δήλωνε ότι ο αναιρεσίβλητος που απασχολήθηκε σ' αυτήν, με την ειδικότητα του δικηγόρου επί παγία αντιμισθία, από 1/9/1998 μέχρι 30/11/2006, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς Ό λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το ως άνω έγγραφο.

Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν.3198/1955, "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το ν 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή το β.δ. της 16/18/7/1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ' ης κατέστη απαιτητή". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, "Δικηγόρος παρέχων τις υπηρεσίες αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ. 4 λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως, α) δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως..., δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν, μηνιαίαν περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β) τρεις τοιαύτας περιδοικάς αμοιβάς αν έχη συμπλήρωσει διετίαν, γ) έξι τοιαύτας περιοδικός αμοιβάς αν έχη συμπληρώσει τριετίαν, δ) δέκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει πενταετίαν, ε) δώδεκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει δωδεκαετία, στ) δια τους έχοντες υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι' έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσία αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβεί τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατ' ανώτατο όριον......

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, που καθορίζει την αποσβεστική προθεσμία των έξι (6) μηνών, α) αφορά την αποζημίωση των μιθωτών και όχι των δικηγόρων με πάγια αντιμισθία, η σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών των οποίων δεν μπορεί ν' αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, και β) αφορά την αποζημίωση την οποία δικαιούται ο μισθωτός απ' ευθείας από το ν. 2112/1920 ή το β.δ.

της 16/18/7/1920 και όχι την αποζημίωση που δικαιούται από άλλη αιτία, όπως είναι εκείνη του άρθρου 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Συνεπώς, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, που προβάλλεται με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου, ότι η αγωγή για καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως είναι απαράδεκτη, γιατί δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου που κατέστη απαιτητή, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, είναι αβάσιμη. Επομένως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα δύο ως άνω κεφάλαια (ως προς το εάν η αμοιβή του αναιρεσίβλητου ήταν η νόμιμη ή η συμβατικώς συμφωνηθείσα και στην τελευταία περίπτωση ποίο το ύψος αυτής και ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου), να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους και της έκτασης αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 64/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ