Supreme Court remands appeal for retrial due to insufficient reasoning on collective agreement salary calculations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the lower court failed to provide adequate reasoning regarding the application of the collective agreement. The appellant argued that the court incorrectly calculated his salary by failing to properly integrate the abolished bonus into the base salary as required by the 1999 collective agreement. The court found the lower court's justification insufficient and ordered a new trial with different judges to address these specific legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(a), (d) and 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial if the lower court's decision lacks sufficient reasoning to demonstrate whether the relevant statutory provisions of a collective agreement were correctly applied to the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 813 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Στυλιανού Βλαστού και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.) Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/12/2005 κύρια και από 7/9/2006 παρεμπίπτουσα αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 797/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 430/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/4/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 16/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης, κατά τους πρώτο, υπό στοιχεία α' και δ' και δεύτερο αναιρετικούς λόγους και την απόρριψη ως προς τους λοιπούς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-6-1999 επιχειρησιακή, συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ), που υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης "Ο.Τ.Ε. Α.Ε." και των εργαζομένων σ' αυτή, που τους εκπροσωπούσε η ΟΜΕ ΟΤΕ και η οποία έχει αναγκαστική ισχύ για όλους τους εργαζομένους στον ΟΤΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1876 1990, δηλαδή έχει ισχύ νόμου, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό εντάσσεται στις παρακάτω μισθολογικές κατηγορίες, εκάστη των οποίων αποτελείται από 17 μισθολογικές βαθμίδες.
Το ποσό της εισαγωγικής μισθολογικής βαθμίδας ορίζεται κατά κατηγορία, ως εξής: 1)... 2) κατηγορία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), 220.000 δραχμές. Κάθε μία από τις επόμενες της εισαγωγικής μισθολογικής βαθμίδας, μέχρι και της 5ης, προσαυξάνεται έναντι της προηγούμενης κατά 2%. Από την 6η μέχρι και την 12η μισθολογική βαθμίδα, η προσαύξηση ορίζεται σε 2,5%.
Από τη 13η μέχρι και τη 17, η προσαύξηση ορίζεται σε 2%. (παρ. 1 και 2). Στις μισθολογικές βαθμίδες ενσωματώνονται, καταργούμενες, οι παρακάτω παροχές: α) το διορθωτικό ποσό, β) η ΑΤΑ, γ) το επιστημονικό επίδομα, δ) το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, ε) το επίδομα ανωτάτου προσωπικού, στ) διαφορές τακτικών αποδοχών, που προβλέπονται από προηγούμενες ΕΣΣΕ.
Στις μισθολογικές βαθμίδες του προσωπικού, που εντάσσεται στις κατηγορίες εξειδικευμένου προσωπικού, περιλαμβάνονται και όλα τα επιδόματα, που διαμορφώνουν τακτικές αποδοχές, πλην του οικογενειακού και του χρονοεπιδόματος (παρ. 6). Τα διατηρούμενα ποσοστιαία επιδόματα υπολογίζονται στην εισαγωγική βαθμίδα της ΥΕ κατηγορίας, πλην του χρονοεπιδόματος, που υπολογίζεται στη διανυόμενη μισθολογική βαθμίδα και του οικογενειακού επιδόματος, που υπολογίζεται στην εισαγωγική βαθμίδα της κατηγορίας ΔΕ-ΔΟΜ" (παρ. 7).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικός τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία ,κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 αναιρετικού λόγου, υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν ο δικαστής: α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δικ., "το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει στην από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια, όταν, κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο". Στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση, αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, κατά τα άρθρα 321-334 Κ.Πολ.Δικ.
και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται, όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση, που έλαβε χώρα.
Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση είναι στις αιτιολογίες, εκτός εάν αυτές επέχουν θέση διατακτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 22-1-1970, ως υπάλληλος προγραμματιστής Η/Υ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου) χρόνου και εντάχθηκε στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας (αναλυτών προγραμματιστών), στις 29-12-72, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του από 8.9.1969 ισχύοντος και έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ/ΟΤΕ) (ΦΕΚ-568/8-9-69 Τ.Β.), το οποίο τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε, από 11 -3-197'2, από το άρθρο 24 "Νέον" του ίδιου ΓΚΠ/ΟΤΕ.
Όταν στις 12-7-1978, καταργήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ΓΚΠ/ΟΤΕ και το άρθρο 24 "Νέον" αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24, με το οποίο δημιουργήθηκε ο Κλάδος Προσωπικού Μισθολογικής Διαβάθμισης, και, σύμφωνα με το άρθρο 66 α' παρ. 49 α' του προϊσχύοντος ΓΚΠ/ΟΤΕ, δόθηκε η δυνατότητα στο "προσωπικό ειδικής μονιμότητας", στο οποίο υπαγόταν και ο ενάγων, να ενταχθεί στον ως άνω Κλάδο είτε σε άλλο Κλάδο (Διοικητικό, Οικονομικό ή Τεχνικό), ο ενάγων δεν έκανε χρήση αυτού του δικαιώματος και παρέμεινε στο "προσωπικό ειδικής μονιμότητας".
Ως εκ της παραμονής του στο "προσωπικό ειδικής μονιμότητας", οι αποδοχές του ενάγοντος εξακολούθησαν, σύμφωνα με την παρ. 49 γ' του αμέσως προαναφερόμενου άρθρου του προϊσχύοντος ΓΚΠ/ΟΤΕ, να ρυθμίζονται από το άρθρο 24 "Νέον" (προϊσχύον), το οποίο προέβλεπε στην παρ. 2 εδ. γ' ότι, "το ύψος των αποδοχών του (δηλαδή του προσωπικού ειδικής μονιμότητας) καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου".
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, με την υπ' αριθμ. 414/Δ. 1354/7-10-94 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του εναγομένου ανατέθηκε στον ενάγοντα η άσκηση καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οργάνωσης, από 1-8-1994 και του Διευθυντή της ίδιας Διεύθυνσης Οργάνωσης, από 1-1-1995, τα οποία άσκησε μέχρι 24-7-1997. Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 24 "Νέον" του προϊσχύσαντος ΓΚΠ/ΟΤΕ, το προσωπικό ειδικής μονιμότητας, με την ειδικότητα του αναλυτή - προγραμματιστή, όπως ο ενάγων, μπορούσε να ασκεί καθήκοντα Διευθυντή ή Υποδιευθυντή το δε ύψος των αποδοχών του στην περίπτωση αυτή καθοριζόταν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ, χωρίς να είναι δυνατό να υπολείπονται αυτές των αποδοχών του αντίστοιχου βαθμού του Διοικητικού - Εκμετάλλευσης Κλάδου.
Ακολούθως, στις 10.06.1999 υπογράφηκε η από της ίδιας ημερομηνίας Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. (Ε.Σ.Σ.Ε.), μεταξύ της εναγομένης εταιρείας (Ο.Τ.Ε. Α.Ε.) και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, η οποία έκτοτε ισχύει ως προς όλους τους εργαζομένους, και επομένως, και ως προς τον ενάγοντα. Με την εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκαν, μεταξύ των άλλων και τα εξής: 1) Στον όρο 1 ότι, "το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό εντάσσεται σε μισθολογικές κατηγορίες, ανάλογα με τη στάθμη εκπαίδευσης του και τα έτη σπουδών του ως εξής:
Κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) 185.000 δρχ., Κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) 220.000 δρχ., Κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δομικών (ΔΕ-ΔΟΜ) 227.000 δρχ., Κατηγορία Διετούς Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ2) 232.000 δρχ., Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) 260.000 δρχ. κατηγορία Τετραετούς Παν/κής Εκπαίδευσης (ΠΕ4) 270.000 δρχ.
κλπ.", 2) στον όρο 4, ότι, "η ένταξη του υπηρετούντος προσωπικού στις μισθολογικές κατηγορίες γίνεται ως ακολούθως: α... β. Στην Κατηγορία δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) εντάσσεται το προσωπικό με τίτλο σπουδών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται και το προσωπικό που είχε ενταχθεί σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις στην κατηγορία ΜΕ ...", 3) στον όρο 6 της ως άνω ΕΣΣΕ, ότι, "στις μισθολογικές βαθμίδες ενσωματώνονται καταργούμενες, οι παρακάτω παροχές:
το διορθωτικό ποσό, το επιστημονικό επίδομα, το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, το επίδομα ανωτάτου προσωπικού και οι διαφορές τακτικών αποδοχών προβλέπονται από προηγούμενες ΕΣΣΕ", και 4) στον όρο 9 ότι, "σε περίπτωση που το προσωπικό μετά την κατά τα παραπάνω ένταξη υπολείπεται των τακτικών αποδοχών που λάμβανε την 31.3.1999 εντάσσεται με τις αποδοχές αυτές ...".
Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω κανονιστικών όρων (οι οποίοι έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990), ο ενάγων εντάχθηκε, από 10.06.1999, με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου, στον Κλάδο Διοικητικού -Εκμετάλλευσης, στη μισθολογική κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, καθόσον διέθετε απολυτήριο Λυκείου και πτυχίο προγραμματιστή Η/Υ της ιδιωτικής Σχολής Εφαρμογών BULL GENERAL ELECTRIC, που δεν αποτελεί αναγνωρισμένο τίτλο σπουδών.
Αυτός, μέχρι την ένταξη του στην ως άνω κατηγορία, ήτοι, μέχρι τις 09.06.1999, λάμβανε το ποσό των 488.949 δρχ. (65.000 δρχ. βασικό μισθό + 3.500 διορθωτικό + 6.850 δρχ. επίδομα απόδοσης + 53.430 δρχ. χρονοεπίδομα + 265.534 δρχ. ΑΤΑ + 94.635 οικογενειακό επίδομα), μετά δε την ένταξη του στην προαναφερθείσα μισθολογική κατηγορία (από 10.06.1999), λάμβανε 566.420 δρχ. (300.393 δρχ.
βασικό μισθό + 234.307 χρονοεπίδομα + 77.180 οικογενειακό επίδομα μείον Ο 92.200 δρχ. διαφορά ΕΣΣΕ + 36.740 δρχ. διαφορά μισθού), ήτοι, ελάμβανε ό,τι και ένας υπάλληλος του Διοικητικού-Εκμετάλλευσης Κλάδου, με τα ίδια προσόντα, έτη υπηρεσίας, οικογενειακή κατάσταση κλπ., σύμφωνα με τις ισχύουσες Ε.Σ.Σ.Ε. Ενόψει των ανωτέρω, και ειδικότερα, ενόψει του ότι, με τον όρο 6 της από 10.06.1999 Ε.Σ.Σ.Ε., ενσωματώθηκαν στις μισθολογικές βαθμίδες και καταργήθηκαν το διορθωτικό ποσό, το επίδομα ανώτατου προσωπικού και η Α.Τ.Α., το δε επίδομα απόδοσης, εκ ποσοστού 10%, χορηγείται έκτοτε, υπό προϋποθέσεις, μόνο στο έκτακτο προσωπικό και όχι και στο μόνιμο στο οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, εντάχθηκε και ο ενάγων από 10.06.1999, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, για καταβολή μισθολογικών διαφορών ύψους 210.772,86 ευρώ (2.320,40 ευρώ το μήνα Χ 14 για το έτος 2000, 2.662,44 ευρώ το μήνα Χ 14 για το έτος 2001, 2.928,68 ευρώ το μήνα Χ 14 για το έτος 2002, 3.221,55 ευρώ το μήνα Χ 14 για το 2003, 3.543,70 ευρώ το μήνα Χ14 για το έτος 2004, και 3.898,08 ευρώ το μήνα Χ 1 για το έτος 2005), λόγω μη ορθής προσαρμογής των τακτικών αποδοχών του και συνυπολογισμού σ' αυτές (μετά την ένταξη του στη μισθολογική βαθμίδα ΔΕ), των επιδομάτων ανωτάτου, απόδοσης και διορθωτικού, καθώς και λόγω μη υπολογισμού της Α.Τ.Α.
επί του συνόλου των προκυπτουσών τακτικών αποδοχών του, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατόπιν τούτων, οι ένδικες αγωγές πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες κατ1 ουσίαν". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με την κρίση του, περί του ύψους των αποδοχών του αναιρεσείοντα, στο οποίο έπρεπε να ανέρχονται, μετά την εφαρμογή της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε., με συνέπεια να μη μπορεί να διαγνωσθεί αν ορθά εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της Συλλογικής αυτής Συμβάσεως Εργασίας, τις οποίες, επομένως, παρεβίασε εκ πλαγίου και να ελεγχθεί, συνεπώς, αν τα περιστατικά αυτά μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το, κατά τα άνω, διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα:
α) ενώ δέχεται ότι με αμετάκλητη απόφαση, έγινε δεκτό ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικαιούται να λαμβάνει το επίδομα ανωτάτου προσωπικού, εντούτοις δεν προκύπτει από τις αιτιολογίες της απόφασης, αν για τον υπολογισμό του, από την 10-6-1999 και μετά, βασικού μισθού, συνυπολογίσθηκε και το εν λόγω επίδομα, όπως προβλέπεται από την ως άνω επιχειρησιακή σύμβαση και με δεδομένο ότι, αυτή μεν εφαρμόσθηκε από 106|1999, η δε απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων δικαιούται να λαμβάνει το ανωτέρω επίδομα, εκδόθηκε το έτος 2002 και η προσαρμογή των μισθών, σύμφωνα με την άνω επιχειρησιακή σύμβαση, έγινε τον Οκτώβριο του 1999.
Και ναι μεν, όπως αναφέρεται και στην απόφαση, το εν λόγω επίδομα καταργήθηκε, μετά την Ε.Σ.Σ.Ε του 1999, όμως αυτό έγινε, διότι το επίδομα αυτό ενσωματώθηκε στον βασικό μισθό. Επίσης, ανεπαρκής αιτιολογία υπάρχει και ως προς την απόρριψη του αιτήματος, για καταβολή του εκ ποσοστού 10% " επιδόματος απόδοσης", αναφέροντας ότι "έκτοτε", ήτοι μετά το νέο, κατά τα άνω, μισθολόγιο, "χορηγείται υπό προϋποθέσεις, μόνο στο έκτακτο προσωπικό και όχι στο μόνιμο, που ανήκει ο ενάγων", χωρίς όμως και να αιτιολογεί το δικαστήριο, πού στηρίζει το εν λόγω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως και κατά παραδοχή του πρώτου, υπό στοιχ. α' από τον αριθ. 1, αληθώς, όμως, από τον αριθμό 19 και υπό στοιχ. δ', από τον αριθ., επίσης 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και του δευτέρου (και τελευταίου), από τον αριθ. 1, αληθώς δε και αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα άνω και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω έρευνα, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.
Μετά από αυτά, παρέλκει η εξέταση των λοιπών, από τους αριθμούς 16 και 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγων. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 430 2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών,
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012.
Ο