Supreme Court partially allows appeal on interpretation of collective agreement benefits calculation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the calculation of a lump-sum benefit. The appellant argued the lower court failed to apply interpretative rules of civil law to clarify ambiguous provisions in the union's bylaws. The court found the lower court's refusal to use these rules erroneous for the second part of the appeal but dismissed the claim that it misinterpreted the specific articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When a lower court fails to apply interpretative rules of civil law to resolve ambiguities in a collective agreement, the appeal is partially allowed to correct this procedural error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 813 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοηθείας Ενώσεως Προσωπικού Πρακτορείου Εφημερίδων Αθηνών" (ΝΠΙΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλια.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1189/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8247/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 29-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός και οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 4358 Β'/18-1-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 9-12-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8247/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη του αρμόδιου Αντιπροέδρου, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, καθώς και σχετική κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Αυτός όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη, δηλαδή, με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή εάν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Ενώ η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται ή δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα δε, οι δικονομικές ελλείψεις της αγωγής, που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της, ελέγχονται από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, το καταστατικό οποιουδήποτε σωματείου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, αποτελεί δικαιοπραξία και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Με τα άρθρα 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33 - 39 του Β.Δ. της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων", ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.
Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και ύστερα από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 12 εδάφιο β' του ΕισΝΑΚ, καταργήθηκαν μετά την 21-4-1967, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του Ν.Δ. 42/1974 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας", κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", κατά το άρθρο 4 του οποίου σκοπός της συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους.
Έτσι τα αλληλοβοηθητικά σωματεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία. Κάθε δε μέλος του αλληλοβοηθητικού σωματείου, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπο του περίπτωση να λάβει βοήθημα από το ειδικό κεφάλαιο - λογαριασμό, που έχει συσταθεί από το σωματείο, στο οποίο μετέχει γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό, έχει αγώγιμη αξίωση κατά του σωματείου (ΑΠ 426/2010, 77/1989).
Το αναιρεσείον - εναγόμενο "Ταμείο Αλληλοβοήθειας Ενώσεως Προσωπικού Πρακτορείου Εφημερίδων Αθηνών" (Ν.Π.Ι.Δ.) συνεστήθη νόμιμα το 1963 με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του επαγγελματικού σωματείου "Ένωσις Προσωπικού Πρακτορείων Εφημερίδων Αθηνών". Στο ισχύον, μετά από τροποποιήσεις, Καταστατικό του αναιρεσείοντος Ταμείου (σωματείου) ορίζεται ότι, σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή βοηθήματος (εφάπαξ) στα μέλη του και στους δικαιοδόχους αυτών (άρθρο 1).
Μέλη του Ταμείου είναι αυτοδικαίως από την ημέρα της πρόσληψης τους όλοι οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας στις αναφερόμενες στο Καταστατικό αυτό επιχειρήσεις (άρθρο 2). Κάθε μέλος υποχρεούται να συνεισφέρει στο Ταμείο την οριζόμενη στο Καταστατικό εισφορά του, την οποία ο αντίστοιχος εργοδότης, κατά ρητή εντολή και εξουσιοδότηση με το παρόν Καταστατικό, παρακρατεί από την μισθοδοσία και αποδίδει στο Ταμείο (άρθρο 3).
Τα μέλη δικαιούνται τις οριζόμενες από το Καταστατικό παροχές, εφόσον σταματήσει η ασφάλιση τους στο Ταμείο και έχουν συμπληρώσει τον οριζόμενο ελάχιστο χρόνο ασφάλισης. Παύση της ασφάλισης, που θεμελιώνει δικαίωμα στις παροχές του Ταμείου, θεωρείται ότι επιφέρει και η διακοπή καταβολής των εισφορών του μέλους προς το Ταμείο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών.
Οι παροχές του Ταμείου είναι είτε το εφάπαξ βοήθημα, είτε οι επιστρεφόμενες εισφορές, καταβάλλονται δε στους δικαιούχους (μέλη ή δικαιοδόχους αυτών) κατόπιν αίτησης τους προς το Ταμείο. Το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος είναι ίσο με το γινόμενο των μέσων μηνιαίων αποδοχών του δωδεκάμηνου που προηγείται της ημέρας, κατά την οποία έπαψε η ασφάλιση του μέλους στο Ταμείο, επί των ετών ασφάλισης του σ' αυτό.
Οι μηνιαίες αποδοχές αποτελούνται από τον βασικό μισθό, τις τιμαριθμικές αυξήσεις, τα κάθε είδους επιδόματα και κάθε άλλη τακτική παροχή, όπως προκύπτουν από τις μισθοδοτικές καταστάσεις των εργοδοτών, καθώς και από την αναλογία των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος άδειας. Μέσες μηνιαίες αποδοχές για τον υπολογισμό του βοηθήματος θεωρούνται εκείνες, που είναι ίσες με το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των προαναφερομένων αποδοχών που το μέλος έλαβε κατά το παραπάνω δωδεκάμηνο, διά του αριθμού 14.
Οι παροχές του Ταμείου καταβάλλονται στους δικαιούχους ύστερα από έγγραφη αίτηση τους προς αυτό και μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα κατάθεσης στο Ταμείο όλων των σχετικών δικαιολογητικών, τα οποία καθορίζονται έγκαιρα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου (άρθρο 4). Στην ένδικη από 2-3-2005 αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας ερευνάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, εκθέτει ότι το έτος 1983 προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Κεντρικό Πρακτορείο Ημερήσιου και Περιοδικού Τύπου Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για να εργασθεί ως οδηγός στην επιχείρηση αυτής και από τότε κατέστη αυτοδικαίως μέλος του εναγόμενου, ήδη αναιρεσείοντος, σωματείου.
Ότι στην επιχείρηση της παραπάνω εταιρείας εργάσθηκε συνεχώς έως τις 13-12-1999, οπότε προσλήφθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως οδηγός, από την δραστηριοποιούμενη επίσης στη διανομή εφημερίδων και περιοδικών ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Πρακτορεύσεως και Διανομής Ημερήσιου και Περιοδικού Τύπου - Ευρώπη", στην οποία εργάζεται έκτοτε συνεχώς.
Ότι από το έτος 1983 έως και τις 31-7-2003 ήταν μέλος του εναγόμενου σωματείου, στο οποίο συνεισέφερε ανελλιπώς τις δέουσες εισφορές του ως μέλος αυτού, τις οποίες παρακρατούσαν από τις αποδοχές του οι παραπάνω εργοδότριες του εταιρείες και απέδιδαν στο εναγόμενο. Ότι στις 31-7-2003 διέκοψε την καταβολή των εισφορών του προς το εναγόμενο και από τότε έπαυσε να έχει την ιδιότητα του μέλους αυτού και να είναι ασφαλισμένος στο εναγόμενο και στη συνέχεια, στις 11-2-2004, μετά δηλαδή από την παρέλευση εξαμήνου από την παραπάνω διακοπή καταβολής των εισφορών του στο εναγόμενο, οπότε θεμελίωνε πλέον δικαίωμα χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος που παρέχει το εναγόμενο στα μέλη του, υπέβαλε σ' αυτό την από 2-2-2004 έγγραφη αίτηση του, συνοδευόμενη από αντίγραφα μισθοδοτικών καταστάσεων του τελευταίου εργοδότη του, με την οποία ζητούσε να του καταβληθεί το παραπάνω εφάπαξ βοήθημα, ανερχόμενο στο ποσό των 42890,61 ευρώ, σύμφωνα με τις μέσες μηνιαίες αποδοχές του κατά το δωδεκάμηνο, που προηγείται της ημερομηνίας, κατά την οποία έπαυσε η ασφάλιση του στο εναγόμενο, δηλαδή τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από τον Αύγουστο του 2002 έως και τον Ιούλιο του 2003, οι οποίες (αποδοχές) παρατίθενται στην αγωγή για κάθε ένα μήνα, και τα έτη ασφάλισης του στο εναγόμενο, το οποίο όμως αρνείται να καταβάλει σ' αυτόν το εν λόγω εφάπαξ βοήθημα.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το παραπάνω ποσό των 42.890,61 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, αφού περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για να κρίνει το δικαστήριο, εκτιμώντας τις αποδείξεις και τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αν δικαιούται να λάβει ή όχι ο ενάγων το εφάπαξ βοήθημα που παρέχει το εναγόμενο Ταμείο (σωματείο) στα μέλη του.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την υπόψη αγωγή, καθόσον ο ενάγων δεν προσκόμισε τα απαραίτητα δικαιολογητικά, τα οποία να αποδεικνύουν την συνεχόμενη συνεισφορά του προς το εναγόμενο Ταμείο, καθώς και η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε (το Εφετείο) την αγωγή ως αόριστη, λόγω του ότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτή η ακριβής ημερομηνία και το έτος, κατά το οποίο έγινε μέλος του εναγόμενου Ταμείου ο ενάγων, ούτε η οικογενειακή κατάσταση αυτού.
Το Καταστατικό του αναιρεσείοντος σωματείου, όπως άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, και οποιουδήποτε άλλου σωματείου, αποτελεί σύμβαση και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεων του δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Γι' αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ . Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Το εναγόμενο συνιστά αλληλοβοηθητικό ταμείο, αποτελεί ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό επικουρικής ασφάλισης και λειτουργεί ως σωματείο, είναι δε αυτόνομο και αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.
Έχει αναγνωρισθεί ως σωματείο με την 23177/1963 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το καταστατικό του τροποποιήθηκε και εγκρίθηκε με τις 19462/1968 και 3180/1987 αποφάσεις του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Ακολούθως, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 22-8-1983 προσλήφθηκε και απασχολήθηκε έως τον Δεκέμβριο του 1999 ως οδηγός στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Κεντρικό Πρακτορείο Ημερήσιου και Περιοδικού Τύπου Α.Ε.".
Στη συνέχεια, στις 13-12-1999, προσλήφθηκε και απασχολήθηκε στην ανώνυμη εταιρεία πρακτορεύσεως και διανομής ημερήσιου και περιοδικού τύπου "ΕΥΡΩΠΗ", ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου. Ο ενάγων, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, από την αρχική πρόσληψη του ήταν μέλος του εναγόμενου Ταμείου αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού του, έως και την 31-7-2003, οπότε με τις με ίδια ημερομηνία επιστολές του γνωστοποίησε στην εργοδότρια του εταιρεία και στο εναγόμενο ότι δεν επιθυμεί πλέον να είναι μέλος του και για τον λόγο αυτό να μην γίνονται κρατήσεις.
Ακολούθως ο ενάγων, μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την διακοπή της καταβολής των εισφορών, υπέβαλε την από 2-2-2004 αίτηση του στο εναγόμενο με την οποία αξίωνε την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος που προέβλεπαν οι διατάξεις του καταστατικού του εναγομένου. Αποδείχθηκε ακόμη, δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ενάγων κατά το τελευταίο, πριν τη λήξη της ασφάλισης του δωδεκάμηνο, δηλαδή από 1-8-2002 έως 31-7-2003, έλαβε τις ακόλουθες αποδοχές: 2186,69 ευρώ τον Αύγουστο, 1951,17 ευρώ τον Σεπτέμβριο, 1987,11 ευρώ τον Οκτώβριο, 2005,17 ευρώ τον Νοέμβριο, 2160,94 ευρώ τον Δεκέμβριο, 2203,25 ευρώ δώρο Χριστουγέννων, το έτος 2003 έλαβε 1838,08 ευρώ τον Ιανουάριο, 2113,92 ευρώ τον Φεβρουάριο, 1985,46 ευρώ τον Μάρτιο, 1855,12 ευρώ τον Απρίλιο, 1053,35 ευρώ δώρο Πάσχα, 1970,89 ευρώ τον Μάιο, 2065,43 ευρώ τον Ιούνιο, 2239,79 ευρώ τον Ιούλιο και 976,13 ευρώ επίδομα αδείας 2003.
Στις παραπάνω αποδοχές περιλαμβάνονται και η προσαύξηση για νυκτερινή εργασία, η προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες και η αμοιβή για ιδιόρρυθμη και νόμιμη υπερωριακή εργασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4Δ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το άρθρο 5 παρ. 1) του καταστατικού του εναγομένου, κατά τις οποίες διατάξεις οι αποδοχές επί τη βάσει των οποίων προσδιορίζεται το εφάπαξ βοήθημα αποτελούνται από το βασικό μισθό, τις τιμαριθμικές αυξήσεις, τα κάθε είδους επιδόματα και κάθε άλλη τακτική παροχή, και σαν τέτοιες (τακτικές παροχές) θεωρούνται οι ως άνω πρόσθετες παροχές.
Έτσι οι μέσες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος προσδιορίζονται στο ποσό των 2042,41 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού του εναγομένου. Σημειώνεται - συνεχίζει το Εφετείο - ότι η από 10-1-2006 έγγραφη βεβαίωση του εναγομένου και η από 7-8-2001 βεβαίωση της εργοδότριας εταιρείας του ενάγοντος, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ", οι οποίες (βεβαιώσεις) είναι συγκεντρωτικές και δεν προσδιορίζεται σε τι συνίστανται οι μηνιαίες αποδοχές που περιλαμβάνονται σ' αυτές, ούτως ώστε να κριθεί εάν συμπεριλαμβάνεται σ' αυτές το σύνολο των τακτικών αποδοχών, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του καταστατικού, δεν παρέχουν πίστη στο Δικαστήριο.
Κατόπιν αυτών και ενόψει του ότι ο ενάγων είχε 20 χρόνια ασφάλισης στο εναγόμενο, το εφάπαξ βοήθημα που κατ’ αρχήν δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού, ανέρχεται στο ποσό των 40848,20 ευρώ (2042,41 ευρώ Χ 20 έτη). Όμως, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, σύμφωνα με το καταστατικό του εναγομένου (άρθρο 4 Δ), οι μέσες μηνιαίες αποδοχές που αντιστοιχούν στο πηλίκο της διαίρεσης των τακτικών αποδοχών του τελευταίου δωδεκάμηνου, που προηγείται της ημέρας κατά την οποία έπαυσε η ασφάλιση μέλους του εναγομένου, διά του αριθμού 14, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν περισσότερο από 10% το σύνολο των αποδοχών, που προκύπτουν από τις ισχύουσες κάθε φορά εθνικές και ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Στη κρινόμενη δε υπόθεση ο σχετικός ισχυρισμός περί περιορισμού του εφάπαξ βοηθήματος στο ως άνω ποσό, παραδεκτά προβάλλεται από το εκκαλούν - εναγόμενο το πρώτο ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 527 αριθμ. 3 ΚΠολΔ. Σύμφωνα δε με την ΔΑ 15/2003 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 19-5-2003, οι αποδοχές του ενάγοντος, ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου με 20 έτη προϋπηρεσία, ανέρχονται από 1-1-2003 στο ποσό των 973,32 ευρώ, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι είναι έγγαμος και πατέρας ενός παιδιού.
Έτσι το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούται ο ενάγων δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 21413 ευρώ (973,32 ευρώ + 10 % = 1070,65 Χ 20 έτη). Το εναγόμενο- δέχθηκε επίσης το Εφετείο- υποστηρίζει ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 Ζ του καταστατικού του, που ορίζει ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου μπορεί με απόφαση του, που παίρνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, να αυξάνει ή να ελαττώνει τις παροχές του άρθρου τούτου, κατόπιν αναλογιστικής μελέτης που συντάσσεται από ειδικό αναλογιστή, μέλους του οικείου Σωματείου, έστω και αν δεν έχει παρέλθει ο χρόνος εφαρμογής προηγούμενης μελέτης, εκτιμώντας ανάλογα την οικονομική κατάσταση του Ταμείου", το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, στη συνεδρίαση του στις 25-9-2001, αποφάσισε ομόφωνα ότι οι αποχωρούντες από αυτό (Ταμείο) λόγω εθελουσίας εξόδου να εισπράττουν το 30 % της εφάπαξ παροχής του Ταμείου, γι' αυτό και πρέπει, κατ' εφαρμογή της ως άνω απόφασης, να περιορισθεί η εφάπαξ παροχή σε ποσοστό 30 % του οφειλομένου, κατά τα ως άνω, στον ενάγοντα ποσού.
Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, από το απόσπασμα του πρακτικού συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της 25-9-2001, στο οποίο αναφέρεται ότι "το Δ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα ... δ )αλλαγή του ποσοστού αποζημίωσης 30% σε περίπτωση εθελουσίας εξόδου από τα Πρακτορεία ή συνταξιοδότησης ή απόλυσης ...", δεν προκύπτει ότι αποφασίσθηκε περιορισμός σε ποσοστό 30 % του οφειλομένου, με βάση τις διατάξεις του καταστατικού, εφάπαξ βοηθήματος, αφού στην ως άνω απόφαση γίνεται αναφορά αορίστως "σε αλλαγή ποσοστού αποζημίωσης 30 %" και όχι σε μείωση σε ποσοστό 30 % του οφειλομένου κατά τα ως άνω εφάπαξ, γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, ως εφάπαξ βοήθημα, το ποσό των 21.413 ευρώ και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε (μετά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου) την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει στον ενάγοντα για την εν λόγω αξίωση του το ποσό των 40848,14 ευρώ, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή για το παραπάνω ποσό.
Από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τούτο (Εφετείο) διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας, αλλά και κενού, αφού προβαίνει σε συλλογισμούς προκειμένου να κρίνει περί του αν με την από 25-9-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου μειώθηκε, από 25-9-2001, σε ποσοστό 30% το εφάπαξ βοήθημα που παρέχει, σύμφωνα με το καταστατικό του, το εναγόμενο στα μέλη του, το οποίο (εναγόμενο) υποστηρίζει ότι δεσμεύεται από την εν λόγω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του να χορηγήσει στον ενάγοντα το εφάπαξ βοήθημα, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 30% του γινομένου των μέσων μηνιαίων αποδοχών του, κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από την παύση της ασφάλισης του, επί τον αριθμό των ετών ασφάλισης του.
Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαγνώσει την αληθινή έννοια της κρίσιμης διατάξεως της ως άνω αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αντιθέτως, από τις αυτές ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται φανερό ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας, προκειμένου να κρίνει ότι, κατά την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1 και του άρθρου 4 Δ του καταστατικού του εναγομένου, στις αποδοχές των μελών αυτού (και του ενάγοντος), για τον υπολογισμό του παρεχομένου εφάπαξ βοηθήματος, περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις για εργασία Κυριακών και ημερών αργίας, για νυκτερινή εργασία και για υπερωριακή απασχόληση, εφόσον καταβάλλονται σταθερά και μόνιμα, και συνεπώς ορθώς δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Άρα είναι αβάσιμος ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 173 κα 200 ΚΠολΔ, παραλείποντας να εφαρμόσει και στην περίπτωση αυτή τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου τούτο να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των δικαιοπραξιών, που ορίζουν τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προς αναζήτηση της αληθούς έννοιας της κρίσιμης διατάξεως της ως άνω αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του αναίρεσειόντος (κατά την συνεδρίαση αυτού στις 25-9-2001), ως προς το ουσιώδες ζήτημα του περιορισμού (σε ποσοστό 30%) ή όχι του εφάπαξ βοηθήματος που παρέχει, σύμφωνα με το καταστατικό του, το αναιρεσείον στα μέλη του. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8247/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκαση της από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ