Legislator Case Law & Legislation
813/2008 AI generated

Supreme Court overturns lower court ruling on public employee salary claims, ruling statute of limitations starts from claim generation.

Case Number 813/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Poly-member First Instance Court's decision regarding a public employee's salary claim. The lower court incorrectly applied the statute of limitations by starting the two-year period from the end of the fiscal year, whereas the Court held it must start from the claim's generation. Consequently, the appeal was allowed, the case remitted for retrial, and the appellant ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90 para. 3 and 91 of Law 2362/1995; The statute of limitations for public or private law employees' claims regarding salaries or benefits starts from the generation of the claim, not from the end of the fiscal year in which it arose.

Keywords

AI generated
statute of limitations public employee salaries Law 2362/1995 claim generation fiscal year end appeal against judgment statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 90 para. 3 of Law 2362/1995
Article 91 para. 1 of Law 2362/1995
Article 568 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 12 para. 1 and 2 of Law 2298/1995

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 813 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 813/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: .....η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 749/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4160/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 6-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-10-2005 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, η κλήση επιδίδεται μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον εξήντα ημερών πριν από τη δικάσιμο στον αναιρεσείοντα και ότι αν ο επισπεύδων αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί κατ' αυτή το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρών και αυτός. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ....... ακριβές αντίγραφο της από 5.3.2007 κλήσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την 5.2.2008 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη, πρέπει το δικαστήριο, σύμφωνα με τα παραπάνω, να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και αυτή.-

Επειδή προσκομίζεται η 1617/2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 12 παρ. 1 και 2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999. Όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση αυτή η γνώμη του ΝΣΚ είναι αρνητική και ως προς τους δύο λόγους της αναιρέσεως από την έννοια ότι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον είναι ορθή η κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ότι υφίσταται υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή του επιδίκου οικογενειακού επιδόματος στην αναιρεσίβλητη και ότι αξίωσή της αυτή δεν υπέκυψε στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1993. Ενόψει όμως ότι πρόκειται για υπόθεση στην οποία αντικείμενο της διαφοράς είναι περιοδικές παροχές, ο 'Αρειος Πάγος πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι, παρά την αρνητική γνωμοδότηση του ΝΣΚ ως προς τους λόγους αναιρέσεως, έπρεπε μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως να περιέλθει στο Δικαστήριο τούτο και έγκριση από τον Υπουργό Οικονομικών (άρθ. 12 παρ. 3 του Ν. 2298/1995, 179/1995 απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, ΑΕΔ 32/1999), γεγονός που δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας.-

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, προκύπτει, ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.

Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στον δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.

Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470/1997, ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας ίων υπαλλήλων που εμπίπτουν στον νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.

Με το άρθρο 12 παρ. 4 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/1997, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του, δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο, υπάλληλο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής:

α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν ίο καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίστηκε αρχικά με τον ν. 1505/1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και τον νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού.

Εξάλλου η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (αρθ. 4 παρ. 1 του Σ.) Η εξίσωση, με βάση την αρχή αυτή, γίνεται προς τα άνω (αποφάσεις ΔΕΚ επί της ερμηνείας του άρθρου 119 στις υποθέσεις 12/81 και C 337/89, ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001).

Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.

Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, που εργάζονταν στο αναιρεσείον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως νηπιαγωγός, αμοιβόμενη σύμφωνα με το ν. 2470/1997, δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 28.2.2001 το προβλεπόμενο από το άρθρο 12 του ν. 2470/1997 οικογενειακό επίδομα, ως έγγαμη μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων, το οποίο και επιδίκασε, διότι έκρινε ότι η απαγόρευση χορήγησης σ' αυτή του ανωτέρω επιδόματος, εκ του λόγου ότι αυτό λαμβάνει ο σύζυγός της, είναι αντίθετη προς την συνταγματική αρχή της ισότητας.

Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.-

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της", κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α, και επομένως κατισχύει αυτής (ολ ΑΠ 29/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του οικογενειακού επιδόματος του χρονικού διαστήματος από 1.1.2000 - 31.12.2000 δεν υπέπεσε στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού κλπ", διότι η αξίωσή της αυτή γεννήθηκε από το τέλος του οικονομικού έτους και μέχρι το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (30.12.2002) δεν παρήλθε διετία και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος.

Με την κρίση του αυτή παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995, γιατί υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και όχι από το χρόνο της γεννέσεώς της. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το βάσιμο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4160/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει σε τριακόσια πενήντα (350 ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ