Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds due to lack of notarized power of attorney.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment regarding electricity tariffs. The appellants were represented by a lawyer but failed to provide the required notarized power of attorney, violating strict procedural rules for the Supreme Court. Consequently, the court ruled that the appellants were legally absent and rejected their arguments on the constitutionality of the energy contribution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(3), and 104(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject appeals where parties appear without the mandatory notarized power of attorney, deeming them legally absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 812 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 812/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) … και 48)…. Εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γκλαβίνη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μεϊδάνη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ως άνω εταιρεία έχει μετονομαστεί και ότι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της βρίσκεται σήμερα η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον ..., οδός ..., και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 14803/2013 αγωγή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2969/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Στο δε άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η έλλειψη πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και επομένως ο διάδικος θεωρείται δικονομικώς απών (Ολ ΑΠ 13/2008, ΑΠ 115/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, όλοι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την αναιρετική αυτή δίκη, εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γκλαβίνη. Δεν προσκομίζονται όμως συμβολαιογραφικές πράξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι δόθηκε σχετική πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο προκειμένου να εκπροσωπήσει στη δίκη αυτή τους αναιρεσείοντες: 10η Α.
Π., 11η ….εταιρεία με την επωνυμία "....", 16ο Μ. Α., 31η ……. εταιρεία με την επωνυμία "....", 41ο Ν. Μ., 42η ….. εταιρεία με την επωνυμία "...", 43ο Χ. Ν., 44η Π. Γ. και 45η ……εταιρεία με την επωνυμία "....". Επομένως, όλοι οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και θεωρούνται δικονομικώς απόντες.
Ωστόσο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 552 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, α) εκείνων, οι οποίες παραπέμπουν λόγω αναρμοδιότητας καθ' ύλην την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ή έχουν εκδοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής κατά παράβαση του άρθρου 46 ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ότι η τελεσιδικία της απόφασης του παραπέμποντος δικαστηρίου καθιστά υποχρεωτική την αναρμοδιότητα αυτού και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο η παραπομπή, και β) των οριστικών αποφάσεων, οι οποίες περατώνουν την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή μόνον επί της ανταγωγής.
Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος κατάθεσης του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, προσβλητή με αίτηση αναίρεσης είναι και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εάν παρέλθει η προθεσμία της έφεσης, χωρίς να ασκηθεί έφεση, ή χωρήσει παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση ή από το δικαίωμα της έφεσης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει την δίκη.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 12-12-2013 αγωγή, με την οποία, αφού εξέθεσαν ότι όλοι είναι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς της ιδιοκτησίας τους και ότι όλοι επίσης έχουν συνάψει με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη εταιρεία συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή για τον καθένα από αυτούς, ως υπόλοιπο του τιμήματος της πωληθείσας προς αυτήν ηλεκτρικής ενέργειας. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την 2969/2017 οριστική του απόφαση, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων στην αναιρετική αυτή δίκη αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητης και κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 31-5-2017, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 8-12-2017, όπως προκύπτει από την 6009 Γ'/8-12-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών .... Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το 156/22-1-2018 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έως τις 21-1-2018 δεν ασκήθηκε τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο κατά της ανωτέρω 2969/2017 απόφασης.
Συνεπώς, και δεδομένου ότι με την επίδοση της απόφασης αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της έφεσης όχι μόνο για εκείνο προς τον οποίο έγινε η επίδοση, αλλά και εναντίον εκείνου που επέδωσε την απόφαση (άρθρ. 144 παρ. 2 ΚΠολΔ), στις 8-1-2017, η εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέστη τελεσίδικη. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την κρινόμενη από 5-2-2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 5-2-2018. Η αίτηση αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: ?Δυνάμει πανομοιότυπων συμβάσεων πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας, εικοσαετούς διάρκειας, που κατήρτισε η εναγομένη με τους παριστάμενους ενάγοντες, οι τελευταίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να της πωλούν την ηλεκτρική ενέργεια που θα παράγουν από τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς τους, έναντι του προβλεπόμενου σ' αυτές τιμήματος, σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει την αγορά και την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, πληρωτέο εντός 20 ημερών από την αποστολή και κατάθεση του σχετικού τιμολογίου στην εναγομένη, στα πλαίσια δε των συμβάσεων αυτών οι ενάγοντες της πώλησαν την ηλεκτρική ενέργεια που παρήγαγαν το μήνα Μάρτιο 2013 μέχρι και τον Οκτώβριο 2013, πλην όμως τα ποσά που έλαβαν προς εξόφληση των αντίστοιχων τιμολογίων που εξέδωσαν και της απέστειλαν υπολείπονταν των συμφωνηθέντων.
Και τούτο διότι, η εναγομένη, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 4093/2012, που όριζε ότι επιβάλλεται έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, η οποία υπολογίζεται ως εκατοστιαίο ποσοστό επί του, προ ΦΠΑ, τιμήματος των πωλήσεων ηλεκτρικής ενέργειας, που λαμβάνουν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 30-6-2014, παρακρατούσε σε κάθε εκκαθάριση τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην εισφορά αυτή και αποτελούσαν κατά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη έσοδο του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 40 του Ν. 2773/1999.
Ισχυρίζονται δε οι ενάγοντες ότι η πραγματική φύση της επιβαλλόμενης με τον ως άνω νόμο έκτακτης εισφοράς, δεν είναι φορολογικού χαρακτήρα, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για αναγκαστική μονομερή μείωση της τιμής του παρεχομένου ρεύματος, η οποία παραπλανητικά χαρακτηρίστηκε στο νόμο ως "έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης" προκειμένου με το χαρακτηρισμό αυτό να δικαιολογηθεί από λόγους δημοσίου τάχα συμφέροντος, ότι πρόκειται για αυθαίρετη επέμβαση του νομοθέτη στην ισορροπία της συμβατικής τους σχέσης με την εναγομένη, στο μέτρο που επιβάλλει μία μείωση του οφειλομένου από την τελευταία τιμήματος σε καθένα από αυτούς, χωρίς να τροποποιεί ρητά τις συμβάσεις, γεγονός που δύσκολα αποκρύπτει το δημευτικό χαρακτήρα μιας εντελώς αυθαίρετης νομοθετικής παρέμβασης και ότι η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση να την εφαρμόσει διότι είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτη, καθώς συνιστά μονομερή μεταβολή και μάλιστα αναδρομική των συμβατικών όρων τιμολόγησης του ρεύματος και δη αντίκειται στην οικονομική ελευθερία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Σ., ενώ αντίκειται και στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Οι ως άνω ισχυρισμοί, ωστόσο, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι και τούτο διότι, όπως άλλωστε έχει ήδη κριθεί από το ΣτΕ, η επιβαλλόμενη με το Ν. 4093/2012 έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ούτε στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, επειδή κατά το άρθρο 4 του Σ.
σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ. 1 του Σ., που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβαρύνσεως (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες) συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι κατ' αρχήν ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνόμενους πολίτες με διάφορους τρόπους, περιορίζεται όμως από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από το συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα.
Οι αρχές αυτές είναι, συγκεκριμένα, η καθολικότητα της επιβαρύνσεως και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευομένη με τον, κατ' αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζομένης φορολογητέας ύλης, που μπορεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, να είναι το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές.
Κατά την έννοια των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνο κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφ' όσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία κατ' αυτόν τον τρόπο επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα...
Επειδή, ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσο η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων απορρέοντας από το Σύνταγμα, έχει πεδίο εφαρμογής και επί των συμβληθέντων με το Ελληνικό Δημόσιο, πάντως, αυτή καθαυτή η σύναψη σύμβασης πώλησης με το Δημόσιο είτε άλλο φορέα που τελεί υπό τον έλεγχό του, έστω και με τίμημα καθορισμένο από το νόμο, δεν συνεπάγεται το αφορολόγητο τούτου, είτε του σχετικού εισοδήματος.
Ούτε, εξ άλλου, ένα τέτοιο αφορολόγητο δύναται να συναχθεί από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζοντας ότι "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει ελεύθερα στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη", καθιερώνει ένα ατομικό δικαίωμα των πολιτών που καταρχήν δεν αφορά όσους έχουν συνάψει σύμβαση με το Δημόσιο.
Συνεπώς, εφόσον ο νομοθέτης τηρήσει τις προαναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη αρχές, δεν παρακωλύεται, ασκώντας κυρίαρχα μία βασική εξουσία του Κράτους, να επιβάλλει σχετικό φόρο, έστω και αν ο φόρος επιβαρύνει κατ' αποτέλεσμα το ως άνω τίμημα. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α' 256) ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Επειδή η πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ με εγγυημένη τιμή μέσω του ειδικού λογαριασμού που συνεστήθη δυνάμει του άρθρου 40 του ν. 2773/2009 θεσπίστηκε προκειμένου να επιτευχθεί η διείσδυση ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο και η ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας χάριν της προστασίας του περιβάλλοντος μέσω της χρήσης φιλικών προς αυτό πηγών ενέργειας, αλλά και χάριν της εθνικής οικονομίας, ήτοι προς εξυπηρέτηση γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.
Συνεπώς, και η κάλυψη του ελλείμματος του λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999, ανεξαρτήτως των αιτιών δημιουργίας του (στρεβλώσεων κατά τη διαμόρφωση του συστήματος πώλησης/αγορά/τιμολόγησης ηλεκτρικής ενέργειας και κατά τη μεθοδολογία πληρωμών των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, είτε αυξημένης διείσδυσης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ σε συνδυασμό προς τις υψηλές εγγυημένες τιμές), συνιστά σκοπό γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.
Επειδή, πέραν των μέτρων προς κάλυψη του ελλείμματος, αλλά και των πολλών άλλων που τα ακολούθησαν, με το άρθρο πρώτο παρ. 1.2 υποπαρ. 1 του αναφερθέντος νόμου 4093/2012 επιβλήθηκε η ένδικη εισφορά, μεταξύ άλλων, στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς που υπολογίζεται επί του τιμήματος των πωλήσεών τους σε συγκεκριμένο διάστημα.
Το τίμημα αυτό, έχοντας ορισθεί με νόμο και περιληφθεί στη συνέχεια σε εικοσαετούς διάρκειας συμβάσεις σε ύψος, που σε συνδυασμό με την υποχρέωση της ... για την κατά προτεραιότητα απορρόφηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, εξασφάλιζε, όπως καταδεικνύεται από τις συνθήκες της αγοράς, τον κατ' αρχήν κερδοφόρο χαρακτήρα των οικείων επενδύσεων, η δε ένδικη διαφορά επιβλήθηκε για τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας από 1-7-2012 μέχρι 30-6-2014, συνεπαγόμενη την επιβάρυνση των αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων για περιορισμένο, σύντομο συγκριτικά με τη διάρκεια των συμβάσεων χρονικό διάστημα.
Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει του ότι το γεγονός της σύναψης συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τίμημα καθορισμένο από το νόμο δεν συνεπαγόταν το αφορολόγητο τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. 1.2 υποπαρ. 1 του ν. 4093/2012 που προβλέπουν την εισφορά αυτή, αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.
Συνεπώς, ο λόγος περί παράβασης της διάταξης αυτής, καθώς και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ως εκ του ότι κατ' αποτέλεσμα μειώνεται μονομερώς το αντάλλαγμα πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ που έχει ορισθεί τόσο κανονιστικά όσο και συμβατικά, αναιρούμενου του αντίστοιχου δικαιώματος προσδοκίας των παραγωγών και μάλιστα προς θεραπεία όχι του δημοσίου συμφέροντος, αλλά προς κάλυψη του ταμειακού ελλείμματος του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου πρώτου παρ. 1.2 υποπαρ. 1 του ν. 4093/2012, η εισφορά που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή έχει, ειδικότερα, το χαρακτήρα φόρου επί των συναλλαγών, καθώς επιβάλλεται επί ποσού που προκύπτει από συναλλαγή, δηλαδή επί του (προ Φ.Π.Α.) τιμήματος των πωλήσεων ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται από τον παραγωγό στο σύστημα ή στο Διασυνδεδεμένο Δίκτυο ή στα ηλεκτρικά συστήματα των μη διασυνδεδεμένων νησιών.
Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, η επιβολή της ένδικης εισφοράς, όπως διαμορφώνεται στο νόμο, με προσδιορισμό, δηλαδή, των συντελεστών αυτής αναλόγως της συνδρομής στοιχείων (τιμής αναφοράς, χρόνου θέσης σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποίησης της σύνδεσης σε συνδυασμό με τη μείωση του κόστους του εξοπλισμού) που συνάπτονται με την ωφέλεια που προκύπτει από τις συνιστώσες το αντικείμενο της εισφοράς πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας, από την οποία τεκμαίρεται αντίστοιχη οικονομική δύναμη των βαρυνομένων επιχειρήσεων, συνάπτεται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα και δεν υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων, ούτε παραβιάζει τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και αρχές, ενώ, εξάλλου, το ότι ανατρέχει σε πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας από 1-7-2012 δεν αντίκειται προς την παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος.
Ούτε, περαιτέρω, μπορεί να θεωρηθεί ότι η εισφορά αυτή, που, σύμφωνα με τα αναφερόμενα σε προηγούμενες σκέψεις, προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων μέτρων, για τη θεραπεία σκοπού δημοσίου συμφέροντος για περιορισμένο χρονικό διάστημα συγκριτικά με τη διάρκεια των κατ' αρχήν κερδοφόρων, ενόψει των ειδικών περί αυτών νομοθετικών προβλέψεων, συμβάσεων, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
Τέλος, υπό τα πιο πάνω δεδομένα, συνιστά ανεκτό κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περιορισμό της περιουσίας?. Με βάση τις παραδοχές αυτές το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χαρακτηρίζοντας ως φόρο την έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου πρώτου παρ. 1.2.1.
Ν. 4093/2012, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 117 του Ν. 4001/2012 για τη "Λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου κλπ", σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του Ν. 3468/2006, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο αναίρεσης και τα κατ' ιδίαν σκέλη του, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με το Π.Δ. 328/2000 συστήθηκε, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 2773/1999, ανώνυμη εταιρεία που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, με την επωνυμία "...." (...), με σκοπό τη λειτουργία, εκμετάλλευση, διασφάλιση της συντήρησης και μέριμνα για την ανάπτυξη του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς και των διασυνδέσεών του με άλλα δίκτυα για να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός της χώρας με ηλεκτρική ενέργεια με τρόπο επαρκή, ασφαλή, οικονομικά αποδεκτό και αξιόπιστο (άρθρ. 2 παρ. 1), ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1, 3 και 4, ορίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα κατέχει ποσοστό τουλάχιστον 51% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, που ανήλθε αρχικά σε 100.000.000 δραχμές, η δε ΔΕΗ ποσοστό 49%.
Προβλέφθηκε, επίσης (άρθρ. 5 παρ. 5) ότι το ποσοστό συμμετοχής της ΔΕΗ στο μετοχικό κεφάλαιο θα περιορίζεται σταδιακά μέσω της διάθεσης μετοχών στους κατόχους άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, των οποίων οι μονάδες παραγωγής συνδέονται στο Σύστημα, πρόβλεψη, η οποία ωστόσο, καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 31 Ν. 3426/2005.
Στη συνέχεια, για τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009, δημοσιεύθηκε ο Ν. 4001/2011, στο άρθρο 99 παρ. 6 του οποίου ορίστηκε ότι "Εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου η ΔΕΗ μεταβιβάζει στο Ελληνικό Δημόσιο το σύνολο των μετοχών που κατέχει στην εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (...
ΑΕ), χωρίς αντάλλαγμα". Επίσης, με το άρθρο 117 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου ορίστηκε ότι ?Με την ολοκλήρωση της μεταφοράς των δραστηριοτήτων της ... ΑΕ στην ΑΔΜΗΕ ΑΕ, η ... ΑΕ μετονομάζεται σε "..." και με διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" (εφεξής Λειτουργός Αγοράς), η οποία θα λειτουργεί σύμφωνα με του κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και θα διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και τις διατάξεις του παρόντος νόμου, προσαρμόζοντας αντίστοιχα το καταστατικό της?.
Με το άρθρο 118 παρ. 2 περ. θ' του ίδιου επίσης πιο πάνω νόμου 4001/2011, ορίστηκε ότι μεταξύ των αρμοδιοτήτων της ... ΑΕ περιλαμβάνεται και η σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 3468/2006, που παράγονται από εγκαταστάσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) ή Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.), εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου και καταβάλλει τις πληρωμές που προβλέπονται στις συμβάσεις αυτές.
Προηγουμένως, με το άρθρο 12 Ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 3851/2010, ορίστηκε ότι "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής. 2.
Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής". Αναφορικά δε με τη τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, το ζήτημα αυτή ρυθμίστηκε με το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009.
Περαιτέρω, με το άρθρο 40 του Ν. 2773/1999 συστήθηκε ειδικός λογαριασμός για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α., με τις τιμές που ορίζονται σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 27Α Ν. 3734/2009 και δυνάμει των προαναφερθέντων διατάξεων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, και ο οποίος λογαριασμός τελεί υπό τη διαχείριση της ...
και ήδη, κατά το άρθρο 143 του Ν. 4001/2011, της ... ΑΕ. Στο εν λόγω άρθρο 40 Ν. 2773/1999, προβλέπονται τα έσοδα του ειδικού αυτού λογαριασμού, μεταξύ των οποίων είναι και τα έσοδα από την επιβολή ειδικού τέλους για τη Μείωση Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ) επί της κατανάλωσης, που διαφοροποιείται ανά κατηγορία πελατών, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, ομοιόμορφα για όλη την επικράτεια.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου πρώτου, παράγραφος Ι., υποπαράγραφος Ι.2., περ. 1 του Ν. 4093/2012, όπως ίσχυσε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο πρώτο, παρ. ΙΓ., υποπαρ. ΙΓ.8., περ. 4 του Ν. 4254/2014, ορίστηκε ότι "1. Επιβάλλεται έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, η οποία υπολογίζεται επί του τιμήματος των πωλήσεων ηλεκτρικής ενέργειας που λαμβάνουν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 30-6-2014 και αφορά τους λειτουργούντες σταθμούς, καθώς και όσους σταθμούς τεθούν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιηθεί η σύνδεσή τους εφεξής.
Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται ως εκατοστιαίο ποσοστό επί του, προ ΦΠΑ, τιμήματος πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, που εγχέεται από τον Παραγωγό στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο ή στα ηλεκτρικά συστήματα των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών και ανέρχεται: α) Σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους έως 31-12-2011.
Β) Σε τριάντα τοις εκατό (30%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους μετά την 1-1-2012 κα η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας υπολογίζεται βάσει της τιμής αναφοράς του πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως κάθε φορά ισχύει, που αντιστοιχεί σε μήνα προγενέστερο του Φεβρουαρίου 2012.
γ) Σε είκοσι επτά τοις εκατό (27%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους μετά την 1-1-2012 και η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας υπολογίζεται βάσει της τιμής αναφοράς του πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως κάθε φορά ισχύει, που αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 2012 και 9 Αυγούστου 2012.
δ) Σε δέκα τοις εκατό (10%) για τους λοιπούς σταθμούς ΑΠΕ και τους σταθμούς ΣΗΘΥΑ... Τα ποσά που αντιστοιχούν στην ανωτέρω εισφορά υπολογίζονται και παρακρατούνται σε κάθε εκκαθάριση από τη ... ΑΕ και, για την περίπτωση των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, από τη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ και αποτελούν έσοδο του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999.
Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Προκειμένου να επιτευχθεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου 3468/2006, χάριν της προστασίας του περιβάλλοντος μέσω της χρήσης φιλικών προς αυτό πηγών ενέργειας, αλλά και χάριν της εθνικής οικονομίας, ως εκ της επίτευξης ενεργειακής αυτάρκειας, δημιουργίας τοπικών θέσεων απασχόλησης και αποκέντρωσης, η διείσδυση ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας και η ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ήτοι προς εξυπηρέτηση γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (μεταξύ των οποίων και οι παραγωγοί από φωτοβολταϊκούς σταθμούς) και ΣΗΘΥΑ, πληρώνονται με εγγυημένη τιμή μέσω του ειδικού λογαριασμού που συστήθηκε δυνάμει του άρθρου 40 Ν. 2773/2009.
Ωστόσο, "για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση αντιμετώπιση του συνεχώς διογκούμενου ταμειακού ελλείμματος του ανωτέρω ειδικού λογαριασμού που τηρείται για την αποζημίωση των παραγωγών ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ" κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση, επιβλήθηκε υπέρ του λογαριασμού αυτού με το άρθρο πρώτο, παρ.
Ι., υποπαρ. Ι.2., περ. 1. του νόμου 4093/2012, έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ προκειμένου ειδικότερα, σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική έκθεση, "υπό τις παρούσες πρωτόγνωρες ιστορικά δυσμενείς συνθήκες της οικονομίας και στο πλαίσιο της αναλογικότητας της επιβάρυνσης για την επίτευξη των στόχων διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο, να προστατευθεί ο τελικός καταναλωτής ενέργειας...
από υπέρογκη αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ (ειδικού τέλος μείωσης εκπομπών αερίων ρύπων), το οποίο αποτελεί τον κύριο τροφοδότη του ανωτέρω ελλειμματικού ειδικού λογαριασμού". Η κατά την πιο πάνω διάταξη επιβαλλόμενη εισφορά, με διατύπωση που κατά το γράμμα της απηχεί την άσκηση φορολογικής πολιτικής, ώστε να μη δύναται να θεωρηθεί ως μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης μεταξύ του βαρυνόμενου παραγωγού και της ..., έστω και αν καταλήγει σε μείωση του συμβατικού τιμήματος της πώλησης της παραγόμενης υπ' αυτού ηλεκτρικής ενέργειας, μη προβλεπόμενη σε ανταπόδοση συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας προς τους βαρυνόμενους με αυτήν, δεν συνιστά ανταποδοτικό τέλος, αλλά φόρο, κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος, με έκτακτο, όπως εξειδικεύεται στην ίδια τη διάταξη, χαρακτήρα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες (βλ.
και ΣτΕ 87/2020 για την έκτακτη εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης του άρθρου 2 Ν. 3808/2009). Εξ άλλου, η εισφορά αυτή, ως πόρος ειδικού λογαριασμού, του οποίου τόσο οι εν γένει πόροι, όσο και ο σκοπός και ο τρόπος διάθεσής τους, καθώς και ο φορέας διαχείρισης και συγκεκριμένα η ήδη ανήκουσα, σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ. 6 του Ν. 4001/2011, στο Ελληνικό Δημόσιο, ..., ορίζονται με νόμο, ήτοι το άρθρο 40 του Ν. 2773/2009 (βλ.
και άρθρο 143 Ν. 4001/2011), τελεί στη διάθεση και υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, συνιστώντας δημόσιο έσοδο. Επομένως, η ..., κατά την έκδοση του εκκαθαριστικού σημειώματος για τον υπολογισμό της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, έστω και αν έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, λειτουργώντας εν προκειμένω χάριν δημοσίου συμφέροντος στα πλαίσια της διαχείρισης του λογαριασμού που της έχει ανατεθεί υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, ασκεί κατά τούτο δημόσια εξουσία (ΣτΕ 2406/2014), (βλ.
και την αντίστοιχη περίπτωση του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Ακινήτων - ΕΕΤΗΔΕ - που επιβλήθηκε με το άρθρο 53 παρ. 1 Ν. 4021/2011, το οποίο βεβαίωνε και εισέπραττε η ΔΕΗ και απέδιδε στο Δημόσιο και το οποίο κρίθηκε με την Ολ ΑΠ 7/2016 ότι αποτελεί φόρο και όχι ανταποδοτικό τέλος, χωρίς αυτό να συνιστά παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών).
Περαιτέρω, το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει στη μεν παράγραφο 1 ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" και στην παράγραφο 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι κατ' αρχήν ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνόμενους πολίτες με διάφορους τρόπους, περιορίζεται, όμως, από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από το συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα.
Οι αρχές αυτές είναι, συγκεκριμένα, η καθολικότητα της επιβάρυνσης και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευόμενη με τον, κατ' αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζομένης φορολογητέας ύλης, που μπορεί κατά το οριζόμενα στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, να είναι το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές.
Κατά την έννοια των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνο κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφόσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία κατ' αυτόν τον τρόπο επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα (ΣτΕ 3345/2013).
Επίσης, και ανεξάρτητα του αν και κατά πόσο η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων, απορρέοντας από το Σύνταγμα, έχει πεδίο εφαρμογής και επί των συμβληθέντων με το Ελληνικό Δημόσιο, πάντως, αυτή καθεαυτή η σύναψη σύμβασης πώλησης με το Δημόσιο είτε και με άλλο φορέα που τελεί υπό τον έλεγχό του, έστω και με τίμημα καθορισμένο από το νόμο, δεν συνεπάγεται το αφορολόγητο τούτου ή του σχετικού εισοδήματος.
Ούτε, εξάλλου, ένα τέτοιο αφορολόγητο δύναται να συναχθεί από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζοντας ότι "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη", καθιερώνει ένα ατομικό δικαίωμα των πολιτών που καταρχήν δεν αφορά όσους έχουν συνάψει σύμβαση με το Δημόσιο.
Συνεπώς, εφόσον ο νομοθέτης τηρήσει τις προαναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη αρχές, δεν παρακωλύεται, ασκώντας κυρίαρχα μία βασική εξουσία του Κράτους, να επιβάλλει σχετικό φόρο, έστω και αν ο φόρος αυτός επιβαρύνει κατ' αποτέλεσμα το ως άνω τίμημα (ΣτΕ 2406/2014). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ΝΔ 53/1974, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους είσπραξής τους κατ' εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους.
Όμως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκόμενων σκοπών.
Ως εκ τούτου, επιβολή φορολογικής υποχρέωσης που συνιστά υπερβολικό βάρος για τα πρόσωπα που βαρύνονται με αυτήν ή κλονίζει ριζικά την οικονομική τους κατάσταση, αντίκειται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Ολ ΣτΕ 1972/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ με εγγυημένη τιμή μέσω του ειδικού λογαριασμού που συνεστήθη δυνάμει του άρθρου 40 του Ν. 2773/1999, θεσπίστηκε προκειμένου να επιτευχθεί η διείσδυση ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο και η ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας χάριν της προστασίας του περιβάλλοντος μέσω της χρήσης φιλικών προς αυτό πηγών ενέργειας, αλλά και χάριν της εθνικής οικονομίας, δηλαδή προς εξυπηρέτηση γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.
Συνεπώς, και η κάλυψη του ελλείμματος του επίμαχου λογαριασμού, ανεξαρτήτως των αιτιών δημιουργίας του (στρεβλώσεων κατά τη διαμόρφωση του συστήματος πώλησης-αγοράς-τιμολόγησης ηλεκτρικής ενέργειας ή αυξημένης διείσδυσης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ σε συνδυασμό με τις υψηλές εγγυημένες τιμές), συνιστά σκοπό γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 2406/2014).
Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, με το άρθρο πρώτο, παρ. Ι., υποπ. Ι.2., περ. 1. του προαναφερθέντος Ν. 4093/2012 επιβλήθηκε η ένδικη έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης, μεταξύ άλλων, στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, που υπολογίζεται επί του τιμήματος των πωλήσεών τους σε συγκεκριμένο διάστημα.
Το τίμημα αυτό, έχοντας ορισθεί με νόμο και περιληφθεί στη συνέχεια σε εικοσαετούς διάρκειας συμβάσεις σε ύψος, που σε συνδυασμό με την υποχρέωση της ... για την κατά προτεραιότητα απορρόφηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, εξασφάλιζε, όπως καταδεικνύεται από τις συνθήκες της αγοράς, τον κατ' αρχήν κερδοφόρο χαρακτήρα των οικείων επενδύσεων, η δε ένδικη εισφορά επιβλήθηκε για τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας από 1-7-2012 έως 30-6-2014, συνεπαγόμενη την επιβάρυνση των αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων για περιορισμένο, σύντομο, συγκριτικά με τη διάρκεια των συμβάσεων, χρονικό διάστημα.
Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει του ότι το γεγονός της σύναψης συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τίμημα καθορισμένο από το νόμο δεν συνεπαγόταν, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σκέψεις, το αφορολόγητο τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου πρώτου, παρ. Ι., υποπαρ. Ι.2., περ. 1.
του Ν. 4093/2012 που προβλέπουν την εισφορά αυτή αντίκεινται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου στη διοίκηση, ως εκ του ότι κατ' αποτέλεσμα μειώνεται μονομερώς το αντάλλαγμα πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, που έχει ορισθεί τόσο κανονιστικά όσο και συμβατικά, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων, επίσης, η επιβολή της επίδικης εισφοράς αλληλεγγύης, όπως διαμορφώνεται στο νόμο, με προσδιορισμό, δηλαδή, των συντελεστών αυτής ανάλογα με τη συνδρομή στοιχείων (τιμής αναφοράς, χρόνου θέσης σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποίησης της σύνδεσης κλπ), συνάπτεται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα και δεν υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων, ούτε παραβιάζει τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και αρχές, όπως και την αρχή της ισότητας, ενώ εξ άλλου, το ότι ανατρέχει σε πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας από 1-7-2012, δεν αντίκειται προς την παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος.
Ούτε, επίσης, μπορεί να θεωρηθεί ότι η εισφορά αυτή, που, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω, προβλέφθηκε για τη θεραπεία σκοπού δημοσίου συμφέροντος για περιορισμένο χρονικό διάστημα συγκριτικά με τη διάρκεια των συμβάσεων, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Τέλος, η επιβολή της επίδικης εισφοράς, ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, συνιστά ανεκτό, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, περιορισμό της περιουσίας του προσώπου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες.
Όλα τα ανωτέρω εξ άλλου δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι με το άρθρο πρώτο, παρ. ΙΓ., υποπαρ. ΙΓ.8, περ. 4 του Ν. 4254/2014 καταργήθηκε το άρθρο πρώτο, παρ. Ι., υποπαρ. Ι.2., περ. 1 του Ν. 4093/2012, με το οποίο επιβλήθηκε η επίδικη έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης, η οποία άλλωστε ήταν περιορισμένης χρονικής διάρκειας (για μία διετία, με πρόβλεψη παράτασης με υπουργική απόφαση για ένα ακόμα έτος), ούτε, επίσης, αναιρούνται από το γεγονός ότι με το άρθρο πρώτο, παρ.
ΙΓ., υποπαρ. ΙΓ.1, περ. 1 του αυτού ως άνω νόμου 4254/2014 επανακαθορίστηκαν τα στοιχεία και οι τιμές αναφοράς που προβλέπονταν στα άρθρα 13 του Ν. 3468/2006 και 27Α του Ν. 3734/2009 για την τιμολόγηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι συγκεκριμένα διατείνονται ότι με την αλλαγή αυτή στα ανωτέρω άρθρα, η τιμολόγηση της παραγόμενης ενέργειας από τους εν λόγω σταθμούς έγινε δικαιότερη.
Περαιτέρω, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, δεν συντρέχει λόγος στην προκειμένη περίπτωση για την υποβολή, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για το αν είναι συμβατή με το ενωσιακό δίκαιο η υποχρέωση που επιβάλλεται με κανόνα εσωτερικού δικαίου σε ένα Λειτουργό μιας Εθνικής Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας να λειτουργεί ως φορολογική αρχή του κράτους, βεβαιώνοντας και εισπράττοντας φόρους που επιβάλλει το κράτος αυτό, όπως συνέβη με τη ...
ΑΕ, και για το λόγο αυτό το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων κρίνεται απορριπτέο. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τα κατ' ιδίαν σκέλη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2969/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ