Appeal dismissed because the appellant failed to cite the specific claim of indefiniteness in the second instance appeal. The court ruled that such a claim must have been raised in the lower court to be admissible. The appeal was rejected and costs awarded to the appellees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding leasehold damages. The appellant argued that the First Instance Court erred by not rejecting the claims due to their indefiniteness, but failed to explicitly state this specific ground in the appeal petition. The court held that since the claim of indefiniteness was not formally raised in the second instance proceedings, it could not serve as a valid basis for the appeal, rendering the argument inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 592, 594, 599, 330 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a claim of indefiniteness is inadmissible if that specific claim was not formally raised by the appellant in the second instance proceedings, even if the lower court should have considered it sua sponte.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 812 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 812/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Βραχά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-11-2010 (αρ. εκθ. καταθ. ...2010 και .../2010) αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν με τις από 19-1-2011 (αρ. εκθ. καταθ. ...2011 και ...2011) και 10-5-2011 (αρ. εκθ. καταθ. .../2011) αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4637/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 592, 594, 599 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και επί των εμπορικών μισθώσεων κατ’ άρθρο 44 του ΠΔ/τος 34/1995, συνάγεται ότι ο μισθωτής κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούται να χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια και κατά τους όρους της σύμβασης, ώστε κατά τη λήξη της, να είναι σε θέση να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση, που παρέλαβε τούτο, δηλαδή στην κατάσταση που θα πρέπει να βρίσκεται μετά τη γενόμενη χρήση κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και συνεπώς χωρίς φθορές, πλην εκείνων που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για κάθε φθορά πέραν από εκείνη, που οφείλεται στη συνήθη χρήση, ο εκμισθωτής έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του μισθωτή, η οποία απορρέει από τη μισθωτική σύμβαση και καλύπτει κάθε ζημία θετική ή αποθετική. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι οι φθορές ή οι μεταβολές που προκλήθηκαν από το μισθωτή στο μίσθιο οφείλονται ή όχι στη συμφωνημένη χρήση είναι κρίση ουσιαστική, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τα από 22-03-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης οι ενάγουσες (της πρώτης και δεύτερης αγωγής) εταιρίες με την επωνυμία αντίστοιχα "... ..." και "...
ΑΒΕΕ", εκμίσθωσαν στην εναγομένη εταιρία με την τότε επωνυμία "..." και με την σημερινή επωνυμία "... Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική εταιρία Ηλεκτρικών, Πληροφορικής, Τηλεπικοινωνιών και Ασφαλιστικών Συμβούλων" τα κατωτέρω αναφερόμενα ισόγεια καταστήματα που βρίσκονται εντός κτιρίου επί της οδού..., προκειμένου η τελευταία να τα χρησιμοποιήσει μετά από ενοποίησή τους σε έναν ενιαίο χώρο, για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας....(Ακολουθεί η περιγραφή των μισθίων ακινήτων).
Εξάλλου, με το από 22.03.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης, η ενάγουσα της πρώτης αγωγής υπεκμίσθωσε στην εναγομένη τα κατωτέρω αναφερόμενα ισόγεια καταστήματα της κυριότητας τρίτων, ευρισκόμενα επίσης εντός του ιδίου πιο πάνω κτιρίου, προκειμένου η τελευταία να τα χρησιμοποιήσει, μετά από ενοποίησή τους με τα υπόλοιπα καταστήματα, για τον ίδιο πιο πάνω σκοπό, ήτοι την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας. (Ακολουθεί η περιγραφή των μισθίων ακινήτων).
Η διάρκεια των συμβάσεων μίσθωσης και υπομίσθωσης συμφωνήθηκε δωδεκαετής... ενώ το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε, στο ποσό των... και έγινε συμφωνία αναπροσαρμογής τους. Επίσης, με κοινούς όρους στα πιο πάνω ιδιωτικά συμφωνητικά, συμφωνήθηκε επιπλέον ότι: α) οι εκμισθώτριες εταιρίες αναλάμβαναν την υποχρέωση όπως με δικά τους έξοδα, επιμέλεια και ευθύνη ενοποιήσουν τα επί μέρους καταστήματα σε ένα ενιαίο κατάστημα και συγκεκριμένα να προβούν σε κάθε απαραίτητη εργασία, προκειμένου να παραδώσουν το μίσθιο στην μισθώτρια ενοποιημένο, οριοθετημένο, με μόνιμο υδροδοτικό συγκρότημα, το οποίο θα είναι εγκατεστημένο σε πλήρη λειτουργία, με εγκατάσταση κλιματισμού, με παροχή ηλεκτρικής ισχύος...
και με παροχή ψυκτικής ισχύος... (υπ’ αριθμ. 6.2 όρος), β) οι εκμισθώτριες υποχρεούνταν καθ’ όλη την διάρκεια της μίσθωσης να διατηρούν το μίσθιο σε καλή κατάσταση ως ψυχρό κέλυφος (cold shell), εννοώντας με τον τελευταίο αυτό όρο, τον φέροντα οργανισμό του μισθίου, το εξωτερικό κέλυφος (φλοιό) αυτού, την υγρομόνωσή του, το μόνιμο υδροδοτικό του συγκρότημα και την αποχέτευση και ύδρευσή του (υπ’ αριθμ. 6.3 όρος), γ) η μισθώτρια θα δικαιούται, όπως με δικά της έξοδα και ευθύνη και σύμφωνα με τις προδιαγραφές, τα σχέδια και τα υλικά που αυτή θα αποφασίσει και να χρησιμοποιήσει να διαμορφώσει το μίσθιο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αφενός μεν να εξυπηρετούνται πλήρως και απολύτως οι λειτουργικές της ανάγκες και να ασκείται πλήρως και ακωλύτως η επιχείρησή της, αφετέρου δε η αισθητική, το ύφος και η εν γένει εσωτερική διαμόρφωση του μισθίου να είναι πανομοιότυπη με την αισθητική, το ύφος και την εν γένει εμφάνιση των καταστημάτων της ανά την επικράτεια και να προκύπτει σαφώς, ότι το μίσθιο αποτελεί συνέχεια όλης της αλυσίδας των καταστημάτων της, έχοντας, προς τον σκοπό αυτό, το δικαίωμα να ενεργεί στο μίσθιο, καθ’ όλη την διάρκεια των συμβάσεων μίσθωσης και υπομίσθωσης, αποκλειστικά με ευθύνη και δαπάνες της, όσες εσωτερικές διαρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, βελτιώσεις, επισκευές προσθήκες εγκαταστάσεις, διακοσμήσεις και εν γένει τροποποιήσεις κρίνει αυτή απαραίτητες και αναγκαίες, χωρίς αυτές να θεωρούνται ή να μπορούν να θεωρηθούν ως κακή χρήση, ή φθορά ή βλάβη του μισθίου, εφόσον βεβαίως δεν παραβλάπτουν αυτές την στατική αντοχή και στερεότητα του μισθίου (υπ’ αριθμ. 7.3 όρος), δ) ότι η μισθώτρια θα δικαιούται με την λήξη ή την με οποιοδήποτε τρόπο λύση των συμβάσεων μίσθωσης και υπομίσθωσης να παραλάβει τα εγκατασταθέντα στον μίσθιο χώρο και ανήκοντα σε αυτήν έπιπλα, σκεύη, συσκευές, κάθε είδους μηχανήματα και τα κλιματιστικά, που έχει εγκαταστήσει η ίδια και που μπορούν να αποχωριστούν χωρίς βλάβη του μισθίου (υπ’ αριθμ. 7.6 όρος), ε) ότι η μισθώτρια υποχρεούται να κάνει καλή και συνετή χρήση του μισθίου, ευθύνεται δε και υποχρεούται στην άμεση αποκατάσταση και πληρωμή πλήρους αποζημίωσης για κάθε φθορά και βλάβη, που θα προξενηθεί στο μίσθιο, είτε η βλάβη προέρχεται από αυτήν είτε από τους υπαλλήλους της ή τους τρίτους και πελάτες της, εξαιρουμένων των φθορών και βλαβών, που προέρχονται από την συνήθη και συμφωνημένη χρήση του μισθίου (υπ’ αριθμ. 10 όρος), στ) τέλος η μισθώτρια υποχρεούται μετά την λήξη των συμβάσεων μίσθωσης και υπομίσθωσης να εκκενώσει και να παραδώσει άνευ άλλου τινός το μίσθιο στις εκμισθώτριες, χωρίς να υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημιές ή τις φθορές που οφείλονται στην συνήθη ή συμφωνημένη χρήση του μισθίου και χωρίς να υποχρεούται να επαναφέρει και να αποδώσει στις εκμισθώτριες το μίσθιο στην κατάσταση στην οποία το παρέλαβε από αυτές, αλλά στην κατάσταση που θα είναι και θα βρίσκεται αυτό κατά τον χρόνο εκείνο (υπ’ αριθμ. 13 όρος)...
Ακολούθως οι εκμισθώτριες, πραγματοποίησαν όλες τις απαραίτητες δομικές εργασίες για την ενοποίηση των επί μέρους καταστημάτων σε έναν ενιαίο χώρο, συμπεριλαμβανομένης και της προσαρμογής των βασικών ηλεκτρικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων στην νέα κατάσταση και συγκεκριμένα προέβησαν σε αποξηλώσεις και απομακρύνσεις μπαζών, στην τοποθέτηση υαλοστασίων αλουμινίου περιμετρικά του καταστήματος, στην τοποθέτηση νέων ηλεκτρικών δικτύων και υδραυλικών εγκαταστάσεων, στην κατασκευή νέων WC, στην συντήρηση των ανελκυστήρων, στην τοποθέτηση νέων επενδύσεων στους θαλάμους τους, καθώς και στην εγκατάσταση συστήματος κλιματισμού, μετά δε την περάτωση των εν λόγω εργασιών, παρέδωσαν την χρήση του μισθίου στην μισθώτρια.
Η τελευταία με την σειρά της, αφού προέβη σε μια σειρά προσθηκών και τροποποιήσεων στο μίσθιο, προκειμένου να διαμορφώσει αυτό στο ύφος και τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της και συγκεκριμένα, αφού κατασκεύασε στο εσωτερικό του μισθίου τοιχία, χωρίσματα και γυψοσανίδες και εγκατέστησε εντός αυτού αυτοκόλλητες διαφημιστικές πινακίδες, φωτιστικά σώματα, μοκέτα στο δάπεδο, studio HI-FΙ, σύστημα πυρόσβεσης και πυρανίχνευσης, δίκτυο ήχου, κεραίας, σύστημα συναγερμού επί των θυρών τροφοδοσίας, σύστημα ανοίγματος -κλεισίματος των θυρών εισόδου και εξόδου, κλειδαριές ασφαλείας των γραφείων, UPS, κ.λπ.
ξεκίνησε να λειτουργεί αυτό ως κατάστημα πώλησης των ειδών της εμπορίας της. Οι συμβάσεις μίσθωσης και υπομίσθωσης εξελίχθηκαν ομαλά μέχρι και το Μάϊο του 2010... Ακολούθως, στις 13.10.2010 η ίδια αποχώρησε οριστικά από το μίσθιο... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε στο μίσθιο κατάστημα από τον μηχανολόγο μηχανικό Γ.
Π., ο οποίος εξέτασε το μίσθιο κατόπιν εντολής των εκμισθωτριών, μετά την λύση των επίδικων συμβάσεων και την οριστική αποχώρηση της μισθώτριας, κατά το χρονικό διάστημα από 14.10.2010 μέχρι 29.10.2010, διαπιστώθηκε η ύπαρξη φθορών και ζημιών πέραν της συνήθους χρήσεως και συγκεκριμένα: α) Υπάρχουν εκτεταμένες φθορές επί των τοιχίων και χωρισμάτων, β) ο χρωματισμός της οροφής του καταστήματος έχει φύγει από την κακή χρήση, γ) ο χρωματισμός του ενιαίου καταστήματος έχει.
αλλοιωθεί από κακή χρήση, δ) το μαρμαρόστρωτο δάπεδο για τη δημιουργία καναλιών προς τοποθέτηση πλαστικών ηλεκτρονικών σωλήνων σε έκταση περίπου 200 μέτρων, πλάτους 0,20 έως 0,50 μέτρων έχει καταστραφεί, ε) η απομάκρυνση του συστήματος U.P.S., ιδιοκτησίας της μισθώτριας, από το με στοιχεία ... κατάστημα της συνιδιοκτησίας των εκμισθωτριών, προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στην εγκατάσταση και στ) αποξηλώθηκαν και απομακρύνθηκαν τα συστήματα υγιεινής χαρτιού και σαπουνιού της τουαλέτας ανδρών κοινού του καταστήματος με στοιχεία ...
της συνιδιοκτησίας των εκμισθωτριών. Η υπολογιζόμενη δαπάνη αποκατάστασης των παραπάνω ζημιών στον χώρο του μισθίου ανέρχεται ως εξής:...(Ακολουθεί η αναφορά των εργασιών αποκατάστασης και η δαπάνη κάθε μιας των φθορών). Ενόψει των ανωτέρω, η συνολική αποκαταστατέα περιουσιακή ζημία των εκμισθωτριών, εξαιτίας της υπάρξεως φθορών και ζημιών στο μίσθιο, ανέρχεται στο ποσό των 95.790,90 ευρώ για την ενάγουσα της πρώτης αγωγής και στο ποσό των 42.547,10 ευρώ για την ενάγουσα της δεύτερης αγωγής.
Εάν στα ποσά αυτά συνυπολογιστεί και το ποσοστό του ΦΠΑ εκ 23%, τότε το ποσό που πρέπει τελικά να τους επιδικασθεί ανέρχεται σε 117.822,80 ευρώ (95.790,90 + 23%) για την ενάγουσα της πρώτης αγωγής και σε 52.332,93 ευρώ (42.547,10 + 23%) για την ενάγουσα της δεύτερης αγωγής. Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκαν και οι υπόλοιπες ζημίες που επικαλούνται οι εκμισθώτριες και συγκεκριμένα εκείνες που αφορούν στον χώρο του studio HI-FI, στο αυτόματο σύστημα κλειδώματος της πόρτας καταστήματος - αποθήκης, στις πλάκες κάλυψης οροφής, στα μπουτόν του συστήματος πυρόσβεσης, στον συναγερμό πυρασφαλείας, στα επιδαπέδια συστήματα τροφοδοσίας ρεύματος, ήχου, κεραίας, στο δίκτυο χαμηλής τάσης, στο τηλεφωνικό δίκτυο, στο δίκτυο ήχου και ασφαλείας, καθώς και οι ζημίες που συνίσταται στην παραμονή στον χώρο του μισθίου των αυτοκόλλητων διαφημιστικών πινακίδων και των αλυσίδων ανάρτησης διαφημιστικών πινακίδων, αλλά και εκείνες που συνίστανται στην αφαίρεση από το μίσθιο δέκα τεσσάρων (14) φωτιστικών σωμάτων τύπου PL - SPOTS, επτά (7) φωτιστικών τύπου μπάλας της οροφής, του συστήματος ασφαλείας με πέντε (5) κεφαλές παρατήρησης, του ηχητικού συστήματος της κεντρικής εγκατάστασης, του συστήματος συναγερμού ασφαλείας από τις πόρτες τροφοδοσίας υλικού, του κυψελωτού πολυκαρμπονικόν και τέλος η ζημία που συνίσταται στην επικόλληση μοκέτας στο δάπεδο του καταστήματος.
Και τούτο διότι οι ανωτέρω επικαλούμενες ως "φθορές" δεν εντοπίζονται στο μίσθιο ως υλικό αντικείμενο των επίδικων συμβάσεων μίσθωσης και υπομίσθωσης, όπως αυτό περιγράφεται στα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά - ήτοι ως ο φέρων οργανισμός του κτιρίου, το εξωτερικό κέλυφος (φλοιός) αυτού, η υγρομόνωση, το μόνιμο υδροδοτικό συγκρότημα και η αποχέτευση και ύδρευσή του - αλλά σε αντικείμενα, χώρους και εγκαταστάσεις, που η μισθώτρια τοποθέτησε στο μίσθιο με δικές της δαπάνες και για τις ανάγκες αισθητικής και λειτουργίας της επιχειρήσεώς της και, που σύμφωνα με τους προαναφερθέντες όρους των ιδιωτικών συμφωνητικών, αποτελούν επιτρεπτές τροποποιήσεις και προσθήκες του μισθίου, τις οποίες η μισθώτρια εδικαιούτο, κατά την λήξη των συμβάσεων, να αφαιρέσει ή να εγκαταλείψει στο μίσθιο, δίχως να υποχρεούται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να τις αφήσει σε άριστη ή έστω καλή κατάσταση, αλλά στην κατάσταση που θα βρίσκονταν κατά τον χρόνο εκείνο.
Η τελευταία αυτή κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται κυρίως από τον συνδυασμό των περιληφθέντων, σε όλα πιο πάνω ιδιωτικά συμφωνητικά, με αριθμ. 7.6 και 13, αντίστοιχα, συμβατικών όρων, στους οποίους αναφέρεται επί λέξει: α) "Οίκοθεν νοείται, ότι η μισθώτρια θα δικαιούται με τη λήξη ή την με οποιονδήποτε τρόπο λύση της μισθώσεως, να παραλάβει τα εγκατασταθέντα στον μίσθιο χώρο και ανήκοντα σε αυτήν έπιπλα, σκεύη, συσκευές, κάθε είδους μηχανήματα και τα κλιματιστικά, που έχει εγκαταστήσει η ίδια και που μπορούν να αποχωριστούν χωρίς βλάβη του μισθίου (αριθμ. 7.6 όρος)" και β) "Η μισθώτρια υποχρεούται μετά τη λήξη της μίσθωσης και εφόσον αυτή δε έχει παραταθεί, νόμιμα ή αναγκαστικά, να εκκενώσει και να παραδώσει άνευ άλλου τινός το μίσθιο στην εκμισθώτρια, χωρίς να υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημιές ή φθορές που οφείλονται στην συνήθη ή συμφωνημένη χρήση του μισθίου και χωρίς να υποχρεούται να επαναφέρει και να αποδώσει στην εκμισθώτρια το μίσθιο στην κατάσταση στην οποία το παρέλαβε από την εκμισθώτρια, αλλά στην κατάσταση που θα είναι και θα βρίσκεται αυτό κατά τον χρόνο εκείνο (αριθμ. 13 όρος)".
Από την γραμματική διατύπωση των όρων αυτών προκύπτει ότι η μισθώτρια εδικαιούτο κατά την λύση των επίμαχων συμβάσεων είτε να αφαιρέσει τις τροποποιήσεις και προσθήκες που επέφερε στο μίσθιο, είτε να αφήσει αυτές στον χώρο του μισθίου, σε όποια κατάσταση κι αν αυτές βρίσκονταν κατά τον χρόνο εκείνο, εφόσον από την αφαίρεση ή την παραμονή τους στο μίσθιο, δεν προκαλείτο φθορά ή βλάβη στον φέροντα οργανισμό αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι από την αφαίρεση ή την εγκατάλειψη στο μίσθιο των προαναφερόμενων υλικών αντικειμένων και τεχνικών εγκαταστάσεων της μισθώτριας προκλήθηκε οποιαδήποτε φθορά ή βλάβη στα φέροντα στοιχεία του μισθίου και ως εκ τούτου η μισθώτρια δεν υποχρεούται σε αποζημίωση των εκμισθωτριών εκ μόνου του λόγου ότι αφαίρεσε αυτά ή τα εγκατέλειψε σε κακή κατάσταση και δίχως να καταβάλει στις εκμισθώτριες τις δαπάνες για την απομάκρυνσή τους...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες κατά ένα μέρος τις ένδικες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, επιδίκασης αποζημίωσης για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, που προκάλεσε η ήδη αναιρεσείουσα μισθώτρια, περιορίζοντας τη ζημία σε ορισμένα κονδύλια που έκρινε ότι αφορούν φθορές πέραν της συμφωνημένης χρήσης.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι φθορές που προκάλεσε η μισθώτρια στο μίσθιο ακίνητο για την αποκατάσταση των οποίων επιδίκασε αποζημίωση στις αναιρεσίβλητες, εκμισθώτρια και υπεκμισθώτρια, εντοπίζονται στις θέσεις αυτού, όπως τούτο παραδόθηκε στην τελευταία και αναφέρεται στη μισθωτική σύμβαση, δηλαδή ως ένα ενιαίο κτίριο με ολοκληρωμένο το εξωτερικό του κέλυφος και με τις κεντρικές παροχές του ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτροδότησης και κλιματισμού, το οποίο είχε αυτή (μισθώτρια) υποχρέωση να παραδώσει κατά τη λήξη της ίδιας σύμβασης, χωρίς φθορές, πλην όσων προκλήθηκαν από τη συμφωνημένη χρήση και έτσι δημιουργούν αξίωση αποζημίωσης.
Διέκρινε δε τις φθορές αυτές, για τις οποίες επιδίκασε αποζημίωση, από άλλες που προκλήθηκαν στο μίσθιο, για τις οποίες δέχθηκε ότι εντοπίζονται "σε αντικείμενα, χώρους και εγκαταστάσεις που η μισθώτρια τοποθέτησε στο μίσθιο με δικές της δαπάνες και για ανάγκες αισθητικής και λειτουργίας της επιχείρησής της, που σύμφωνα με τους όρους της μισθωτικής σύμβασης αποτελούν επιτρεπτές τροποποιήσεις και προσθήκες τις οποίες η μισθώτρια εδικαιούτο μετά τη λήξη των συμβάσεων να αφαιρέσει ή να εγκαταλείψει στο μίσθιο, δίχως να υποχρεούται στην τελευταία αυτή περίπτωση να τις αφήσει σε άριστη ή έστω καλή κατάσταση, αλλά στην κατάσταση που βρίσκονταν κατά το χρόνο εκείνο" και για τις οποίες δεν επιδίκασε αποζημίωση, αφού δεν αφορούσαν φθορές στο εξωτερικό κέλυφος και τις κεντρικές παροχές του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι οι παραπάνω φθορές, για την αποκατάσταση των οποίων επιδίκασε αποζημίωση δεν οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες σ’ αυτόν αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της ότι οι φθορές για την αποκατάσταση των οποίων επιδικάσθηκε αποζημίωση με την προσβαλλομένη απόφαση στις αναιρεσίβλητες, αφορούσαν προσθήκες και μεταβολές στο μίσθιο που πραγματοποίησε η τελευταία με δικές της δαπάνες, για τις ανάγκες της λειτουργίας της ασκούμενης σ’ αυτό εμπορικής της δραστηριότητας, δικαίωμα που διατηρούσε με βάση τη μισθωτική σύμβαση και οι οποίες ήταν συνήθους χρήσης και δεν δημιουργούσαν αξίωση αποζημίωσης, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου) (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του.
Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις ένδικες αγωγές, λόγω ποσοτικής αοριστίας αυτών, από τον ελλιπή προσδιορισμό των επικαλουμένων στον αναιρετικό λόγο φθορών του μισθίου ακινήτου, των εργασιών αποκατάστασής τους και των αντίστοιχων προς τούτο δαπανών.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας, που στηρίζει αυτόν, προτάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση από την αναιρεσείουσα -εκκαλούσα με λόγο έφεσης. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ’ όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αγωγών εκτίθενται σ’ αυτές επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη των ενδίκων δικαιωμάτων των εναγουσών και ειδικότερα προσδιορίζονται σ’ αυτές οι επικαλούμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο, φθορές, που έχουν προκληθεί στα συγκεκριμένα μέρη των μισθίων ακινήτων, και οι απαιτούμενες για την αποκατάσταση της κάθε μίας τούτων δαπάνες, έτσι ώστε παρέχεται η δυνατότητα στους εναγόμενους να αμυνθούν για το επίδικο αντικείμενο.
Ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά περαιτέρω εξειδίκευσης κάθε δαπάνης που πραγματοποιήθηκε, η οποία μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/ 2012, παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθείσα διάδικος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 13-6-2016 αίτηση της ΑΕ με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Ηλεκτρικών, Πληροφορικής, Τηλεπικοινωνιών και Ασφαλιστικών Συμβούλων" περί αναιρέσεως της 246/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ