Legislator Case Law & Legislation
812/2015 AI generated

Appeal dismissed for lack of evidence regarding the admissibility of witness affidavits exceeding statutory limits.

Case Number 812/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to reject the plaintiff's claim. The appellant argued that the appellate court improperly considered only three of six submitted witness affidavits, violating the statutory limit of three per party. The court found this argument baseless because the lower court had already examined and weighed all submitted evidence, including the additional affidavits, in its reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 270(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court does not err by considering evidence beyond the statutory limit if it has already examined and weighed all submitted evidence in its reasoning.

Keywords

AI generated
witness affidavits statutory limit appellate review evidence admissibility procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 270(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 812 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 812/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Στεργιάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Β. συζ. Δ. Β., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λάμπρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5026/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής κατά την επικουρική της βάση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου λόγω αρμοδιότητας, 16/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και 108/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 14-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ε. Κ. πατέρας των διαδίκων, είχε στην αποκλειστική κυριότητα του ένα ακίνητο εκτάσεως 2.000 τετραγωνικών μέτρων περίπου, που βρίσκεται εντός του οικισμού "..." ή "..." του Δήμου Παρακαμπυλίων Νομού Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησίες Γ.

Κ., Ε. Τ., Γ., Δ. Ζ. και με κοινοτικό δρόμο, εντός του οποίου βρίσκεται μία παλαιά οικία............... Το ακίνητο αυτό, μετά της εντός αυτού οικίας, αποτελούσε τη μόνιμη κατοικία του Ε. Κ. και της συζύγου του μέχρι και το έτος 2002, όταν λόγω προβλημάτων υγείας αυτοί αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στην Αθήνα, για την καλύτερη αντιμετώπιση των προβλημάτων τους και διέμεναν στην οικία του ενάγοντος.

Ο Ε. Κ. απεβίωσε στις 11-11-2004 στην Αθήνα, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ενώ κατέλειπε μοναδικούς συγγενείς τη σύζυγο του Ε. Κ. και τα μοναδικά τέκνα από το γάμο του ενάγοντα και την εναγόμενη. Στις 26-5-2006, απεβίωσε στην Αθήνα και η μητέρα των διαδίκων, χωρίς και αυτή να αφήσει διαθήκη. Όσο ζούσε ο πατέρας των διαδίκων και μέχρι το έτος 2002, που μετακόμισε στην Αθήνα, κατοικούσε μόνιμα στο επίδικο ακίνητο, το κατείχε με διάνοια κυρίου, με την πεποίθηση και τη θέληση ότι ήταν δικό του νέμονταν δηλαδή αυτό χωρίς νόμιμο τίτλο, πλέον των είκοσι ετών.

Ασκούσε σ' αυτό τις προσιδιάζουσες σε κύριο πράξεις εξουσιάσεως τούτου - διακατοχής - ήτοι περιέφραξε και έκανε χρήση, δενδροφύτευσε κυρίως με ελαιόδεντρα και γενικά συντηρούσε, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 2002, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει κάποιος το δικαίωμα κυριότητας τους επ' αυτού, που είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι ο Ε. Κ., δικαιοπάροχος πατέρας των διαδίκων, είχε από το έτος 1977 προβεί σε άτυπη διανομή της περιουσίας του, παραχωρώντας, ως γονική παροχή, το εν λόγω ακίνητο στον ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στο ακίνητο αυτό, ως μοναδικός κύριος.

Επίσης, δεν αποδείχτηκε ότι η εναγομένη-εφεσίβλητος, μετά τη προικοδότηση της με την αγορά ενός διαμερίσματος στην Αθήνα με χρήματα των γονέων λόγω του γάμου της με τον νυν σύζυγο της Δ. Β., είχε παραιτηθεί από οποιοδήποτε κληρονομικό δικαίωμα από την περιουσία των γονέων τους και είχε αποδεχθεί την άτυπη παραχώρηση του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα αδελφό της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος- εκκαλών.

Στο από 20 Ιουλίου 1979 ιδιόγραφο σημείωμα της, το περιεχόμενο του οποίου η ίδια αναγνωρίζει, δεν περιέχεται καμία δήλωση αποποίησης μελλοντικού δικαιώματος της επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας των γονέων της, η δε καταγραφή της αγοράς του προικώου διαμερίσματος και του τρόπου αποπληρωμής του έγιναν απλώς και μόνο προς απόδειξη της προικοδότησης αυτής.

Ούτε αποδείχτηκε ότι ο ενάγων από το έτος 1977 και έπειτα προέβαινε σε πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο ιδίω ονόματι, αφού οι γονείς του κατοικούσαν σ' αυτό μέχρι το 2002, οι οποίοι επιμελούνταν και καλλιεργούσαν αυτό, ενώ ο ενάγων επισκεπτόταν περιστασιακά τους γονείς του χωρίς ενεργή συμμετοχή σε πράξεις διακατοχής, ιδίως μίσθωσης ή καλλιέργειας, όπως άλλωστε προκύπτει από τις ...25-1-2008 και ...30-1-2008 βεβαιώσεις της ΔΕΗ Αγρινίου και Δήμου Παρακαμπυλίων αντίστοιχα, που εκδόθηκαν επί αιτήσεων της εναγομένης, τα συμβόλαια παροχής ηλεκτρικού ρεύματος από το 1974 και παροχής νερού ανήκουν στο όνομα του πατέρα των διαδίκων, γεγονός που ενισχύει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου.

Εξάλλου ενώ ο ενάγων ισχυρίζεται ότι από το έτος 1995 δηλώνει ο ίδιος, ως κύριος, το επίδικο στις δηλώσεις φόρου εισοδήματος και ακίνητης περιουσίας δεν προσκομίζει αντίστοιχη δήλωση ή επικυρωμένο αντίγραφο αυτής σε προγενέστερο χρόνο του θανάτου του δικαιοπαρόχου πατέρα του, πλην του αντιγράφου της δήλωσης του οικονομικού έτους 2007, σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπάρχει ήδη η αντιδικία με την εφεσίβλητο αδελφή του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το ενδιαφέρον μέρος, αναγνωριστική κυριότητας, θεμελιούμενη στην έκτακτη χρησικτησία. Ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον δεν παραχωρήθηκε τούτο ατύπως σ' αυτόν από τον πατέρα των διαδίκων το 1977 δηλαδή πριν από το θάνατό του, ουδέποτε δε νεμήθηκε τούτο και δεν άσκησε σ' αυτό διακατοχικες πράξεις, αλλά το επίδικο ανήκει στην πατρική κληρονομία και το νεμόταν πλέον της εικοσαετίας μέχρι το θάνατό του, που συνέβη το 2004, ο πατέρας των διαδίκων, που κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτούς και τη σύζυγό του, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή ή μη των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, που δεν εφαρμόσθηκαν, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045, 974 ΑΚ, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, είναι αβάσιμος.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος,, καθώς και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι ασκούσε διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.

ΑΠ. 2/2008, Ολ. ΑΠ. 14/2005). Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, αποδίδεται κατ' εκτίμηση στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε τα αναφερόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο έγγραφα.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το παραδεκτόν της προσαγωγής των εγγράφων αυτών στο δικαστήριο της ουσίας δηλαδή ότι ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα έγγραφα αυτά.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 12/2000).

Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή με αλυσιτελή ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τους οποίους διατυπώθηκαν παράπονα κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τους απέρριψε, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση.

Επειδή ο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης επί πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραλείπει να λάβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Περαιτέρω στο άρθρο 270 παρ. 2 εδγ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στην διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Έτσι με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφ' όσον για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και έχουν τηρηθεί οι οριζόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβε υπόψη του, που είναι κατ' ανώτατο όριο τρεις για το καθένα τούτων, αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Σε περίπτωση προσκόμισης περισσοτέρων ενόρκων βεβαιώσεων θα ληφθούν υπόψη μόνον τρεις, προσφορότερο δε κριτήριο για την επιλογή αυτών, που θα ληφθούν υπόψη είναι η σειρά της επίκλησής τους (ΑΠ 1103/2001, ΑΠ 1461/2013) Έτσι αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11α και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

δηλαδή της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπονται από το νόμο και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου τούτων, ενώ αν δε λάβει υπόψη κάποια από τις τρεις πρώτες νόμιμες ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοσδήποτε διάδικος, υποπίπτει στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11γ και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, έλαβε υπόψη μόνον τις τρεις πρώτες από τις επικληθείσες με τις προτάσεις του της δευτεροβάθμιας δίκης και προσκομισθείσες από τον ίδιο συνολικά έξι ένορκες βεβαιώσεις, μαρτύρων και ειδικότερα τις 894, 895 και 896/2008, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Καμπαδέλη, τις οποίες είχε προσκομίσεις και επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ενώ δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις άλλες τρεις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε για πρώτη φορά στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα τις ...

και ...2012, που δόθηκαν μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και πριν από τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την αιτιολογία ότι είναι υπεράριθμες δηλαδή υπερβαίνουν τον επιτρεπόμενο αριθμό των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, που ορίζει το άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και επομένως δεν αποτελούν νόμιμα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2014 αίτηση του Μ. Κ. περί αναιρέσεως της 108/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ