Legislator Case Law & Legislation
812/2014 AI generated

Unjust enrichment claim dismissed; court upheld lower court's award of interest and costs despite partial plaintiff victory.

Case Number 812/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in an unjust enrichment case. The appellant argued that the lower court erred in awarding interest and costs because the plaintiff only partially won the lawsuit. The court rejected this, ruling that the lower court correctly applied the law regarding the liability of the recipient of unjust enrichment and that the allocation of costs falls within the exclusive discretion of the trial court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 910, 911, 346 of the Civil Code; The recipient of unjust enrichment is liable for interest from the date of receipt if aware of the lack of debt, and the allocation of litigation costs in cases of partial victory is a matter of the trial court's exclusive discretion.

Keywords

AI generated
unjust enrichment interest on debt litigation costs partial victory appellate review Civil Code discretion of trial court

Cited Legislation

AI generated
Article 910 of the Civil Code
Article 911, paragraph 1 of the Civil Code
Article 346 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 812 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 812/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΛΑΪΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4305/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/4/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1/4/2013 αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 910 ΑΚ, από την επίδοση της αγωγής για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ο λήπτης ευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 346 και 348 Α.Κ, και κατά τη διάταξη του άρθρου 911 περ. 1 Α.Κ. ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή επί απαιτήσεως αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε τη μη ύπαρξη του χρέους ή αφότου έλαβε γνώση της μη ύπαρξης τούτου.

Προϋπόθεση της αυξημένης ευθύνης είναι η συνείδηση από το λήπτη της ανυπαρξίας του χρέους , δηλαδή να γνωρίζει τα περιστατικά που καθιστούν αδικαιολόγητη την αχρεώστητη λήψη. Έκτοτε οφείλονται επί πλουτισμού συνισταμένου σε χρηματική παροχή, νόμιμοι τόκοι υπερημερίας , κατά το άρθρο 346 ΑΚ. Κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο οριστικοποιείται η αποδοτέα ωφέλεια και από τον οποίο αυξάνεται η ευθύνη του λήπτη της αχρεώστητης παροχής, είναι ο χρόνος λήψης της παροχής αυτής , από του χρονικού δε σημείου αυτού και εφεξής ο λήπτης όχι μόνο δεν απαλλάσσεται ακόμη και αν ο πλουτισμός μειώθηκε ή δεν σώζεται, αλλά επιπλέον ευθύνεται "σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή", δηλαδή και με νόμιμους τόκους, λόγω πλασματικής υπερημερίας, εφόσον πρόκειται για χρηματική οφειλή.

Εφόσον λοιπόν, ο οφειλέτης αχρεώστητης παροχής, ευθύνεται σαν να του είχε επιδοθεί η αγωγή (άρθρο 346 ΑΚ), λόγω πλασματικής υπερημερίας, από το χρόνο λήψης της παροχής, αν γνωρίζει τη μη ύπαρξη του χρέους, με συνέπεια από του χρονικού αυτού σημείου να οφείλει νόμιμους τόκους, δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής στην περίπτωση αυτή ,της διατάξεως του άρθρου 356 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του δανειστή δεν οφείλει τόκους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 8.500 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του, λόγω αχρεωστήτου, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής που έγινε στις 23/4/2007, καθόσον ο εναγόμενος γνώριζε από τότε την ανυπαρξία του χρέους, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση και τα ακόλουθα:

Με την από 24/11/2006 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο α' εκτελεστού απογράφου της 9745/1994 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που κοινοποίησε ο εναγόμενος στο ενάγον στις 29/11/2006, επιτάχθηκε το τελευταίο να καταβάλει στο πρώτο το ποσό των 7.800 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε α) 2.076,92 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) 5.396,29 ευρώ για νόμιμους τόκους του κεφαλαίου από 8/10/1990 και γ) 328,79 ευρώ για λήψη απογράφου, έξοδα αντιγράφου, σύνταξη της επιταγής και της παραγγελίας προς επίδοση και επίδοση αυτής.

Επίσης, με την από 24/11/2006 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο α' εκτελεστού απογράφου της 199/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που κοινοποίησε ο εναγόμενος στο ενάγον στις 29/11/2006, επιτάχθηκε το τελευταίο να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 400 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε α) 250 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, β) 150 ευρώ για λήψη απογράφου, έξοδα αντιγράφου, σύνταξη επιταγής και παραγγελία προς επίδοση και επίδοση αυτής.

Τέλος, με την από 6/11/2006 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο α' εκτελεστού απογράφου της 605/2005 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ο εναγόμενος κοινοποίησε στο ενάγον στις 8/11/2006, επιτάχθηκε το τελευταίο να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 1.520 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε α) 154,96 ευρώ για νόμιμους τόκους του κεφαλαίου μέχρι 6 711 72006, β) 76 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και γ) 305,04 ευρώ για λήψη απογράφου, έξοδα αντιγράφου, σύνταξη επιταγής και παραγγελία προς επίδοση και επίδοση αυτής.

Συνεχίζει, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι ακολούθως ο εναγόμενος επέβαλε εις χείρας του Ι ΚΑ ως τρίτου την από 8/3/2007 αναγκαστική κατάσχεση μέχρι του ποσού των 8.500 ευρώ, κοινοποιώντας κατά το νόμο το σχετικό κατασχετήριο στις 16/3/2007, προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του από την πρώτη πιο πάνω επιταγή ποσού 7.800 ευρώ, πλέον ποσού 400 ευρώ για σύνταξη, δακτυλογράφηση και κοινοποίηση της κατάσχεσης και ποσού 200 ευρώ για σύνταξη της παραγγελίας προς εκτέλεση.

Επίσης ο εναγόμενος επέβαλε εις χείρας του ΙΚΑ ως τρίτου τις από 1/3/2007 δύο αναγκαστικές κατασχέσεις, μέχρι του ποσού των 1.000 ευρώ και των 2.150 ευρώ αντίστοιχα, κοινοποιώντας κατά το νόμο το σχετικό κατασχετήριο στις 6/3/2007, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του από τη δεύτερη και την τρίτη πιο πάνω επιταγή, ποσού 400 ευρώ και 1.520 ευρώ αντίστοιχα, πλέον του ποσού των 400 ευρώ για σύνταξη, δακτυλογράφηση και κοινοποίηση της κάθε κατάσχεση και του ποσού των 200 ευρώ για σύνταξη της κάθε παραγγελίας προς εκ-' τέλεση.

Ακολούθως, στις 20/4/2007 το ενάγον κατέβαλε στον εναγόμενο, στην IB' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, με βάση το αρ. 201 /28/3/2007 χρηματικό ένταλμα πληρωμής της Περιφέρειας Αττικής - Νομαρχίας Αθηνών και ειδικού φορέα "Υπηρεσίες Υγείας και Πρόνοιας" το ποσό των 2.076, 92 ευρώ για το επιδικασθέν με την 9745/1994 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κεφάλαιο, το ποσό των 2.053, 134 ευρώ για νόμιμους τόκους του κεφαλαίου και το ποσό των 1.010 ευρώ (250 + 760) για τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε με την 199/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και την 605/2005 απόφαση του ΣτΕ, δηλαδή συνολικά 5.140, 06 ευρώ και τελικά, μετ' αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, καταβλήθηκε στον εναγόμενο το ποσό των 4.195,93 ευρώ.

Ακολούθως, στις 4/5/2007 ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου εισέπραξε από το ΙΚΑ για λογαριασμό του τελευταίου, σε γνώση αυτού, το ποσό των 8.500 ευρώ, με βάση την επιβληθείσα από 8/3/2007 εις χείρας του αναγκαστική κατάσχεση. Το ποσό αυτό παρακράτησε το ΙΚΑ από τα νοσήλια που είχε υποχρέωση να καταβάλει στο ενάγον για τη νοσηλεία των ασφαλισμένων του.

Έτσι ο εναγόμενος εισέπραξε από το ενάγον εις διπλούν το ποσό των 2.076, 92 ευρώ που αφορά στο επιδικασθέν με την προαναφερόμενη απόφαση κεφάλαιο, καθώς και μέρος των τόκων του κεφαλαίου που είχε επιταχθεί το τελευταίο να του καταβάλει με την από 24/11/2006 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο α' εκτελεστού απογράφου της ίδιας αποφάσεως, ποσού 2.053,14 ευρώ, ενώ, όπως ομολογεί ο εναγόμενος, αυτός εισέπραξε για δεύτερη φορά, στις 17/12/2007, τα ποσά της επιδικασθείσας με τις πιο πάνω αποφάσεις δικαστικής δαπάνης, τα οποία είχε επιταχθεί να του καταβάλει το ενάγον με τις από 6/11/2006 και 24/11/2006 επιταγές προς πληρωμή και είχαν επιβληθεί οι από 1/3/2007 δύο αναγκαστικές κατασχέσεις εις χείρας του ΙΚΑ ως τρίτου, δηλαδή τα ποσά των 760 και 250 ευρώ αντίστοιχα.

Επομένως, καταλήγει το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 5.140,06 ευρώ (2.076,92 + 2.053,14 + 760 + 250), το οποίο του καταβλήθηκε από το ενάγον δύο φορές με συνέπεια κατά το ποσό αυτό ο εναγόμενος να έχει καταστεί πλουσιότερος από την περιουσία του ενάγοντος χωρίς νόμιμη αιτία.

Όσον αφορά την τοκοδοσία του ως άνω ποσού το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ότι ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό των 5.140,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της είσπραξης του για δεύτερη φορά ,διότι ήδη από τότε γνώριζε αυτός ότι δεν του οφείλεται, καθόσον είχε αποσβεσθεί η σχετική αξίωση του με την προηγούμενη καταβολή του ποσού αυτού για τις ίδιες αιτίες, ενώ ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι περιήγαγε το ενάγον σε κατάσταση υπερημερίας δανειστή, προβαίνοντας σε πραγματική, και προσήκουσα προσφορά προς αυτό του παραπάνω ποσού των 5.140,06 ευρώ, που είχε εισπράξει με το παραπάνω χρηματικό ένταλμα, την ίδια ημέρα είσπραξης, μέσω του δικηγόρου του, του ποσού των 8.500 ευρώ, την οποία αυτό δεν αποδέχθηκε, και αληθής υποτιθέμενος δεν απαλλάσσει τον εναγόμενο της υποχρέωσης του για καταβολή τόκων από το προαναφερόμενο χρονικό σημείο, αφού η διάταξη του άρθρου 356 ΑΚ, που προβλέπει την απαλλαγή του οφειλέτη από τους τόκους επί υπερημερίας του δανειστή, δεν καταλαμβάνει και τους δικονομικούς τόκους, δηλαδή αυτούς που οφείλονται με την επίδοση της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, για μεν το ποσό των 4.130,06 ευρώ, που αφορά στο επιδικασθέν κεφάλαιο των 2.076,92 ευρώ και τους νόμιμους τόκους των 2.053,14 ευρώ, μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή, υποχρέωσε τον εναγόμενο να το καταβάλει στο ενάγον με το νόμιμο τόκο από 5/5/2007, διότι η δεύτερη είσπραξη του ποσού αυτού έγινε στις 4/5/2007, ενώ για το υπόλοιπο των 1.010 ευρώ, που αφορά τη δικαστική δαπάνη των 760 και 250 ευρώ, που εισπράχθηκε για δεύτερη φορά στις 17/12/2007, υποχρέωσε τον εναγόμενο να το καταβάλει στο ενάγον με το νόμιμο τόκο από 18/12/2007.

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 910, 911 περ. 1 και 346 ΑΚ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 περ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμες. Επειδή, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που ηττήθηκε είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει των δικαστικών εξόδων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας κάθε διαδίκου απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο την πλημμέλεια, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176 παρ. 1, 177, 178 και 183 του Κ.Πολ.Δ. καταδικάσθηκε στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, καθόσον η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 5.140,06 ευρώ, αντί του αιτούμενου με αυτή ποσού των 8.500 ευρώ, το οποίο είχε αποδεχθεί και προσφέρει και ότι στην πραγματικότητα νίκησε αυτός και όχι το αναιρεσίβλητο, αφού το απορριφθέν μέρος της αγωγής ήταν η αιτία της μη είσπραξης του ποσού των 4.130,06 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων, σε περίπτωση μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1/4/2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ