Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling declaring defendant's claim for property return inadmissible due to vagueness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision that rejected the respondent's claim for return of property as legally vague. The respondent had filed a claim for return of land while asserting a right of retention for improvements made as a bona fide possessor, but failed to specify the exact amounts of expenses incurred at the time they were made and the property's value at the time of return. The court held that these specific details are mandatory requirements for establishing the validity of a claim for return of property and the right to retention, and their absence rendered the claim legally indeterminate under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 325, 326, 110 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 14 and 8 of the Code of Civil Procedure: A claim for return of property is legally indeterminate if it fails to specify the exact amount of expenses incurred by the possessor at the time they were made and the value of the property at the time of return, as these elements are necessary to determine if the increase in value is preserved.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 812 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 812/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Πουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2008 αίτησή του και με τους από 12-3-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 22-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας στον ίδιο. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχό του δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής.
Μόνο αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για μεν τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρο 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη μέχρι πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία), τα δε περιστατικά αυτά πρέπει και να αποδείξει για την ουσιαστική ευδοκίμηση της αγωγής του.
Δεν οφείλει όμως ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι ο δικαιοπάροχός του είχε διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας έως την προς αυτόν μεταβίβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 8-8-2001 διεκδικητικής αγωγής, ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων εξέθεσε ότι είναι κύριος του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, ήτοι του υπ' αριθμ. ...
κληροτεμαχίου, εκτάσεως 3.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ..., το οποίο είχε παραχωρηθεί κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος ... έτους 1939, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2535/1953 (Φ.Ε.Κ. Α' 225/27-8-1953), στον απώτατο δικαιοπάροχο, παππού του, ΑΑ, επ' ονόματι του οποίου και εκδόθηκε μετά το θάνατο αυτού ο υπ' αριθμ. .../1994 τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διευθύνσεως Γεωργίας Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 19-5-1994.
Ότι το εν λόγω κληροτεμάχιο περιήλθε κατά κυριότητα σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο), κατά μεν ποσοστό 8,33 ο/ο εξ αδιαιρέτου από κληρονομίες του πατέρα του ΣΤ και της μητέρας τους ΖΖ, που αποβίωσαν χωρίς διαθήκη στις 11-10-1986 και 16-7-1992, αντίστοιχα, τις οποίες αυτός αποδέχθηκε με την υπ'αριθμ. .../23-6-2003 πράξη της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αδαμαντίας Σακελλιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε ποσοστό 91,669 ο/ο εξ αδιαιρέτου με δωρεά προς αυτόν ιδανικών μεριδίων, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-6-2003 συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τους α) ΓΓ-1, ΓΓ-2, ΓΓ-3 και ΓΓ-4, στους οποίους είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό, κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομία του αποβιώσαντος κατά το έτος 1992, χωρίς διαθήκη, πατέρα τους ΓΓ, την οποία εκείνοι αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../2003 πράξη αποδοχής της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, β) ΕΕ-1, ΕΕ-2 και ΕΕ-3, στους οποίους είχε περιήλθε το ακίνητο αυτό, κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομία του αποβιώσαντος κατά το έτος 1988, χωρίς διαθήκη, πατέρα τους ΕΕ, την οποία εκείνοι αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../2003 πράξη αποδοχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, γ) ΣΤ-1 και ΣΤ-2, στους οποίους περιήλθε το ακίνητο αυτό, κατά ποσοστά 14,58% και 8,33% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, από κληρονομίες του πατέρα τους ΣΤ και της μητέρας τους ΖΖ, που αποβίωσαν χωρίς διαθήκη στις 11-10-1986 και 16-7-1992, αντίστοιχα, τις οποίες αυτοί αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../23-6-2003 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα, και δ) ΔΔ-1, ΔΔ-2, ΔΔ-3, ΔΔ-4, ΔΔ-5, ΔΔ-6, ΔΔ-7, ΔΔ-9Α, ΔΔ-9Β και ΔΔ-9Γ, στους οποίους είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό, κατά αδιαίρετα ποσοστά 3,12% σε καθένα από τους επτά πρώτους και 1,04% σε καθένα από τους υπολοίπους, αφενός από κληρονομία του αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, κατά το έτος 1986 πατέρα και παππού τους, αντίστοιχα, ΔΔ, και αφετέρου από κληρονομία του αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, κατά το έτος 2000 αδελφού και θείου τους, αντίστοιχα, ΚΚ, τις οποίες κληρονομίες και αποδέχθηκαν εκείνοι με την υπ' αριθμ. .../23-6-2003 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι στους ανωτέρω, άμεσο και απώτερους, δικαιοπαρόχους του, ΣΤ και ΓΓ, ΕΕ, ΔΔ είχε περιέλθει κατά συγκυριότητα το πιο πάνω ακίνητο, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομίες των γονέων τους, ήτοι του πατέρα τους και αρχικού κληρούχου ΑΑ, που αποβίωσε χωρίς διαθήκη κατά το έτος 1939, και της μητέρας τους και συζύγου του κληρούχου ΒΒ, που αποβίωσε χωρίς διαθήκη στις 8-12-1985, τις οποίες κληρονομίες αποδέχθηκαν για λογαριασμό καθενός από τους δικαιοπαρόχους του αυτούς, με τις ίδιες πιο πάνω συμβολαιογραφικές πράξεις, που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών, και, τέλος, ότι ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος κατά το έτος 1990 κατέλαβε και κατέχει έκτοτε το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε ο αναιρεσίβλητος ενάγων να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ανωτέρω ακινήτου και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων εναγόμενος να του το αποδώσει. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες κατά τη μοναδική πρωτοβάθμια συζήτησης της αγωγής από 20-11-2004 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος εναγομένου, αυτός δεν αμφισβήτησε και μάλιστα ειδικώς ότι ο καθολικός (άμεσος) δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ΣΤ και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτού ΒΒ, ΓΓ, ΕΕ και ΔΔ, (σύζυγος και τέκνα του κληρούχου), απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά το έτος 1939 κληρούχου ΑΑ, αλλά αμφισβήτησε μόνο την κυριότητα του ενάγοντος.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων εναγόμενος ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι, "κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομίας του κληρούχου, που έγινε μετά το έτος 1939 μεταξύ των ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, ο από τους συγκληρονόμους ΕΕ έλαβε στην αποκλειστική νομή του το επίδικο ακίνητο και το νεμήθηκε έκτοτε με διάνοια κυρίου συνεχώς μέχρι το έτος 1963, ότι κατά το έτος αυτό το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στη θυγατέρα του και μητέρα του ΕΕ-4, η οποία στη συνέχεια κατά το έτος 1989 το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον ίδιο (αναιρεσείοντα) και ότι έκτοτε το νεμόταν αυτός αποκλειστικά μέχρι την άσκηση της αγωγής και έτσι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία".
Έτσι ο αναιρεσείων, δεν αμφισβήτησε την επί του επιδίκου συγκυριότητα των παραπάνω δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, αλλά επικαλέσθηκε απόσβεση της κυριότητάς τους με έκτακτη χρησικτησία. Συνακόλουθα, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, η οποία είχε ως βάση την από παράγωγους τρόπους κτήση της κυριότητας από τον ενάγοντα (κληρονομική διαδοχή και σύμβαση δωρεάς), δεν υπήρχε υποχρέωση του τελευταίου να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από μέρους των πιο πάνω αναφερομένων, αμέσου και απωτέρων, δικαιοπαρόχων του και ειδικότερα να αναφέρει ότι αυτοί, που τύγχαναν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρούχου ΑΑ, μετά το θάνατο του τελευταίου υπεισήλθαν με ανάμειξη στην κληρονομία αυτού ή ότι τα τέκνα του κληρούχου ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του ανήλικα (υπεξούσιοι) και ότι έτσι απέκτησαν, βάσει των σχετικών διατάξεων του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ήταν εφαρμοστέες κατά το άρθρο 92 του ΕισΝΑΚ, την κληρονομία του κληρούχου.
Ενόψει τούτων, η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1033, 1710, 1846, 1192,1193, 1198, 1199 και 1094 του ΑΚ.
Συνεπώς το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εναγομένου, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 14 του ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης λόγος αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, με τους τρίτο, μέρος δεύτερο, του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τρίτο του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, των νόμων 12 πανδ. 28. 7, 14 παρ.8, πανδ. (11.7), 69 πανδ. (29.2), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 92 του ΕισΝΑΚ, είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, λόγω του χρόνου θανάτου του κληρούχου ΑΑ, καθόσον δέχθηκε, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ΒΒ, ΓΓ, ΕΕ και ΔΔ και ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτού ΣΤ, απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά το έτος 1939 κληρούχου ΑΑ, χωρίς όμως να παραθέτει στην απόφασή του περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτοί μετά το θάνατο εκείνου υπεισήλθαν με ανάμειξη στην κληρονομία του ή ότι τα τέκνα αυτού ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του ανήλικα και άρα υπεξούσιοί του, οπότε δεν απαιτείτο ανάμειξή τους για την απόκτηση της κληρονομίας του.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, δεν αμφισβήτησε και συνεπώς συνομολόγησε την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου μετά το θάνατο του κληρούχου από τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, ήτοι τη σύζυγό του ΒΒ και τα τέσσερα τέκνα του ΓΓ, ΕΕ, ΔΔ και ΣΤ.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 26, 74, 79, 180, 188, 193, 203, 207 και 208 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29-10/6-12-1949), ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, κατά το οποίο από την έναρξη της ισχύος του επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία κληρούχους η δια δικαιοπραξιών εν ζωή εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους υπό μόνο τον περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, σαφώς προκύπτει, ότι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, που αφορά την κύρωση της οριστικής διανομής, η κυριότητα των κλήρων περιέρχεται αυτοδίκαια στους αναφερόμενους στο κτηματολόγιο κληρούχους, στο όνομα των οποίων εκδίδονται οι τίτλοι κυριότητας (παραχωρητήρια) και ότι η εγκατάσταση στον κλήρο θεωρείται γενόμενη από την παραχώρηση του, αφότου ο κληρούχος θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο παραχωρηθείς κλήρος είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας, αφού προς τούτο απαιτείται νομή, την οποία δεν μπορεί να έχει άλλος εκτός του κληρούχου, την ίδια δε πλασματική επί του κλήρου νομή του κληρούχου έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του και έτσι ούτε μπορεί άλλος κληρονόμος να χρησιδεσπόσει σ' αυτόν, εκτός αν μετά την κτήση από τον κληρούχο της κυριότητας του επί του κλήρου μεριδίου του, έγινε νόμιμη μεταβίβαση αυτού προς άλλο συγκληρονόμο, κατ` άρθρο 228 του Αγρ.
Κώδικα, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η, με παράδοση κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ και υπό τον ΑΚ (976) με τη βούληση του κληρονόμου, κτήση της νομής του μεριδίου του από άλλον συγκληρονόμο και βάσει αυτής κτήση της κυριότητας τούτου με χρησικτησία, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις αυτής.
Μετά όμως την έναρξη ισχύος του άνω α.ν. 431/1968 (23.5.68) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δε λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτο της νομής του κληροτεμαχίου που μπορεί, αν συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμιά χρόνος από την ισχύ του άνω Α.Ν.
Περαιτέρω με το άρθρο 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα τίθεται γενική διάταξη ως προς την περιέλευση των ατομικών κλήρων στους κληρούχους, συνιστάμενη στο ότι αυτοί αποκτούν την κυριότητα εκείνων των κλήρων από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή περί κύρωσης της οριστικής διανομής καθενός αγροκτήματος.
Όμως η κυριότητα σε ακίνητο που κείται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο (α.ν. 1366/1938) ως παραμεθόρια αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η παραπάνω γενική διάταξη (άρθρο 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα), αλλά, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του ν.δ. 2185/1952, 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972, από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου).
Πριν από τη συντέλεση της μεταγραφής αυτής ο δικαιούχος-κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας (Ολ. ΑΠ 8/2001).
Συνεπώς, και μετά την δια του α.ν. 431/1968 επελθούσα νομοθετική μεταβολή, η άσκηση νομής χρησικτησίας επί κληροτεμαχίου κλήρου, κειμένου σε παραμεθόρια περιοχή, από κληρονόμο του κληρούχου ή από τρίτο δεν είναι δυνατή πριν από την έκδοση από την αρμόδια αρχή και μεταγραφή του οικείου οριστικού τίτλου κυριότητας.
Τέλος, με το β.δ. της 21/25-10-1938, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του α.ν. 1366/1938 και δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 400/Α/25-10-1938, καθορίστηκαν ως παραμεθόρια περιοχή, μεταξύ άλλων, και οι επαρχίες ... και ... του Νομού Πέλλας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων επανέφερε νομίμως στο Εφετείο, με λόγους της έφεσής του, τις ενστάσεις του περί ιδίας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, και περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου, τις οποίες είχε προβάλει με τις έγγραφες προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Για τη θεμελίωση δε των ενστάσεών του αυτών ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, ότι μετά τον κατά το έτος 1939 θάνατο του αρχικού κληρούχου ΑΑ, επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε κατά το έτος 1994 από τη Διεύθυνση Γεωργίας της Νομαρχίας Πέλλας το αναφερόμενο στην αγωγή παραχωρητήριο, η σύζυγος του κληρούχου ΒΒ και τα τέκνα του ΣΤ, ΓΓ, ΕΕ και ΔΔ, οι οποίοι τύγχαναν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, προήλθαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας εκείνου, με βάση την οποία ο από τους συγκληρονόμους αδελφούς ΕΕ έλαβε στην αποκλειστική νομή του το επίδικο κληροτεμάχιο και το νεμήθηκε έκτοτε με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς μέχρι το έτος 1963, ότι κατά το έτος αυτό το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στη θυγατέρα του και μητέρα τούτου (αναιρεσείοντος) ΕΕ-4, η οποία συνέχισε να το νέμεται, δι' αντιπροσώπου, μέχρι το έτος 1989, οπότε το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον ίδιο (αναιρεσείοντα) και ότι έκτοτε το νεμόταν αυτός αποκλειστικά μέχρι την άσκηση της αγωγής (23-1-2004) και έτσι, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η δε αξίωση του ενάγοντος για διεκδίκησή του έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή.
Υπό τα εκτιθέμενα, όμως, αυτά περιστατικά, και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, η άσκηση νομής χρησικτησίας στο επίδικο κληροτεμάχιο, που βρίσκεται στην επαρχία ... του Νομού ..., δηλαδή σε περιοχή καθορισθείσα με το β.δ. της 21-10-1938, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του α.ν. 1366/1938, ως παραμεθόρια, ήταν δυνατή μόνο από τη μεταγραφή στις 19-5-1994 του εκδοθέντος επ' ονόματι του κληρούχου από την αρμόδια αρχή υπ' αριθμ. .../1994 τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου), έκτοτε δε και μέχρι την έγερση της αγωγής (23-1-2004) δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ή για την παραγραφή, κατ' άρθρο 249 ΑΚ, της εμπράγματης αξίωσης του ενάγοντος για διεκδίκηση του επιδίκου χρόνος των είκοσι ετών.
Συνεπώς οι πιο πάνω ενστάσεις του αναιρεσείοντος ήταν απορριπτέες, το δε Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αυτές απορριπτέες, ως μη νόμιμες, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 193 και 196 του Αγροτικού Κώδικα, 77 του ν.δ. 2185/1952, 1 παρ.1 εδ.β' και 16 του ν.δ. 1189/1972, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 4 του α.ν.1366/1938, την οποία δεν παραβίασε με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο κείται σε παραμεθόρια περιοχή, κρίνοντας ότι το περιστατικό αυτό συνομολογεί ο εναγόμενος, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ΑΝ 431/1968, 74, 79 παρ.2, 180, 189, 203, 207, 208 και 228 του Αγροτ.
Κώδικα και 1 παρ.1 εδ. α'του ν.δ. 1189/1972, που δεν εφάρμοσε, οι οποίες, ενόψει του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τεμάχιο παραχωρηθέντος αγροτικού κλήρου, που κείται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο ως παραμεθόρια, δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή. Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 εδ.β' του ν.δ. 1189/1972, η οποία προβλέπει ότι η κυριότητα των κατά τις διατάξεις της εν γένει εποικιστικής νομοθεσίας παραχωρηθέντων και παραχωρουμένων ατομικών κλήρων των παραμεθορίων περιοχών αποκτάται από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου), έχει θεσπιστεί για λόγους διασφαλίσεως του δημόσιου συμφέροντος και δεν αντίκειται ούτε στην αρχή της ισότητας, που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα καθενός να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, ούτε στο άρθρο 106 του Συντάγματος, που επιβάλλει στο Κράτος την υποχρέωση να προγραμματίζει και να συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα, ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στη συμπορευόμενη με αυτό διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974, με τις οποίες θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας κάθε προσώπου, αφού η προστασία αυτή προϋποθέτει υφιστάμενο περιουσιακό δικαίωμα του ατόμου, το οποίο όμως δεν υφίσταται προκειμένου για ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, όπως είναι και τα κληροτεμάχια παραχωρηθέντος γεωργικού κλήρου, για τα οποία δεν έχει χωρήσει κτήση της κυριότητος από τον κληρούχο κατά προβλεπόμενο από τον Αγροτικό Κώδικα τρόπο.
Επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και δεύτερος του δικογράφου προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης για παραβίαση των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα, του α.ν.431/1968, του α.ν.1366/1938 και του ν.δ.1189/1972, που αναφέρθηκαν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη ( Ολ.
ΑΠ 7/2002, 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος που πρόβαλε ο αναιρεσείων εναγόμενος, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Στον απώτατο δικαιοπάροχο των διαδίκων ΑΑ είχε παραχωρηθεί κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος ...
Ν. ..., έτους 1939, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2535/1953, γεωργικός κλήρος, στον οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ήτοι το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, Δ' κατηγορίας, εκτάσεως 3.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ..., το οποίο έχει τα αναφερόμενα στην αγωγή όρια και για το οποίο εκδόθηκε υπέρ του κληρούχου ..., μετά το θάνατο αυτού, ο υπ' αριθμ. .../1994 οριστικός τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διευθύνσεως Γεωργίας της Νομαρχία Πέλλας, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 19-5-1994.
Ο εν λόγω κληρούχος αποβίωσε το έτος 1939, χωρίς να συντάξει διαθήκη, και άφησε πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του ΒΒ και τα τέκνα του ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ (παππού του εναγομένου από τη μητρική γραμμή) και ΣΤ (πατέρα του ενάγοντος), οι οποίοι κλήθηκαν στην κληρονομία εκείνου, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος και κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα του.
Το έτος 1985 αποβίωσε η ΒΒ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα πιο πάνω τέσσερα τέκνα της, στα οποία περιήλθε κατ' ίσα μέρη το κληρονομικό της μερίδιο (4/16 εξ αδιαιρέτου) στην κληρονομία του συζύγου της, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο κληροτεμάχιο. Έτσι το κληρονομικό μερίδιο καθενός από τα ανωτέρω τέσσερα τέκνα του κληρούχου στο επίδικο ακίνητο ανήλθε σε 4/16 ή 1/4 εξ αδιαιρέτου.
Το έτος 1986 αποβίωσε ο από τους συγκληρονόμους αδελφούς ΣΤ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ΖΖ και τα τέκνα του ΣΤ-1, ΣΤ-2, και Ψ (ενάγοντα), στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/4), κατά ποσοστό 1/4 στον καθένα, ήτοι κατά το 1/16 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου.
Το έτος 1992 αποβίωσε η ΖΖ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα ως άνω τρία τέκνα της, στα οποία περιήλθε κατ'ίσα μέρη το επί του επιδίκου κληρονομικό της μερίδιο (1/16) και έτσι το ιδανικό μερίδιο καθενός από τους ΣΤ-1, ΣΤ-2 και Ψ (ενάγοντα) στο επίδικο ακίνητο ανήλθε σε 1/12 ή 8,33% εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια ο ενάγων, με την υπ' αριθμ. .../23-6-2003 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αδαμαντίας Σακελλιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε για τον εαυτό του, αλλά και για λογαριασμό των πιο πάνω καθολικών δικαιοπαρόχων του, όλες τις επαχθείσες σ' αυτόν και εκείνους κληρονομίες και έτσι κατέστη κύριος του επιδίκου κληροτεμαχίου κατά ποσοστό 8,33 ο/ο εξ αδιαιρέτου.
Από τα υπόλοιπα τέκνα, εξ αδιαθέτου κληρονόμους, του αρχικού κληρούχου 1) ο ΓΓ αποβίωσε το έτος 1992 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέσσερα τέκνα του ΓΓ-1, ΓΓ-2, ΓΓ-3 και ΓΓ-4, στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/4), κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ήτοι κατά το 1/16 ή 6,25% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου.
Αυτοί, με την υπ' αριθμ. 11749/2003 πράξη αποδοχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν τόσο για τον εαυτό τους την επαχθείσα κληρονομία, όσο και για λογαριασμό του πατέρα τους τις επαχθείσες σ'εκείνον κληρονομίες των γονέων του, 2) ο ΔΔ αποβίωσε το έτος 1986 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα εννέα τέκνα του, ΔΔ-1, ΔΔ-2, ΔΔ-3, ΔΔ-4, ΔΔ-5, ΔΔ-6, ΔΔ-7, ΔΔ-8 και ΔΔ-9, στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/4), κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ήτοι κατά το 1/36 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου.
Από αυτούς ο ΔΔ-9 αποβίωσε το έτος 1997 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα του ΔΔ-9Α, ΔΔ-9Β και ΔΔ-9Γ, στους οποίους περιήλθε κατ' ισομοιρία το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/36), ο δε ΓΓ-4 αποβίωσε το έτος 2000 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα προαναφερόμενα αδέλφια του και τα τρία τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του ΓΓ-9, στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/36).
Έτσι το επί του επιδίκου ιδανικό μερίδιο, καθενός μεν από τα ανωτέρω υπόλοιπα επτά τέκνα του ΔΔ ανήλθε σε 1/32 (1/36 + 1/288) ή 3,125 ο/ο εξ αδιαιρέτου, καθενός δε από τους πιο πάνω εγγονούς αυτού σε 1/96 (1/108 +1/288) ή 1,41% εξ αδιαιρέτου. Όλοι οι παραπάνω κληρονόμοι, με την υπ' αριθμ. .../2003 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν τόσο για τον εαυτό τους την επαχθείσα κληρονομία, όσο και για λογαριασμό των καθολικών δικαιοπαρόχων τους τις επαχθείσες σ' εκείνους κληρονομίες, 3) ο ΕΕ αποβίωσε το έτος 1988 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του ΕΕ-1, ΕΕ-2, ΕΕ-3 και ΕΕ-4 (μητέρα του εναγομένου), στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/4), κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ήτοι κατά το 1/16 ή 6,25 ο/ο εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου.
Από αυτούς μόνο οι τρεις πρώτοι, δηλαδή εκτός από τη μητέρα του εναγομένου ΕΕ-4, αποδέχθηκαν, με την υπ' αριθμ. .../2003 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, τόσο για τον εαυτό τους την επαχθείσα κληρονομία, όσο και για λογαριασμό του πατέρα τους, τις επαχθείσες σ' εκείνον κληρονομίες των γονέων του.
Ακολούθως όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι των ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, καθώς και οι λοιποί κληρονόμοι (τέκνα) του ΣΤ, ήτοι οι ΣΤ-1 και ΣΤ-2, μεταβίβασαν στον ενάγοντα, λόγω δωρεάς, με το υπ' αριθμ. .../23-6-2003 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα, τα ανήκοντα σ' αυτούς ιδανικά μερίδια επί του επιδίκου, που αναφέρονται παραπάνω, ήτοι συνολικά ποσοστά 85,41 ο/ο εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου.
Έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού του ακινήτου, με τους πιο πάνω αναφερόμενους παράγωγους τρόπους (κληρονομική διαδοχή και δωρεά εν ζωή), κατά ποσοστό (8,33+85,41=) 93,74 ο/ο εξ αδιαιρέτου. Και τούτο, διότι η εξαδέλφη του και μητέρα του εναγομένου ΕΕ-4 ουδέποτε μεταβίβασε σ' αυτόν το επί του επιδίκου κληρονομικό της μερίδιο 6,25% εξ αδιαιρέτου.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι μετά τον κατά το έτος 1939 θάνατο του αρχικού κληρούχου ΑΑ, οι κληρονόμοι αυτού, ήτοι η σύζυγός του ΒΒ και τα τέκνα του ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας εκείνου, με βάση την οποία το επίδικο κληροτεμάχιο περιήλθε στην αποκλειστική νομή του από τους συγκληρονόμους ΕΕ, ότι αυτός κατά το έτος 1980 το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στη θυγατέρα του και μητέρα του εναγομένου ΕΕ-4 και ότι εκείνη το έτος 1989 το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον εναγόμενο γιό της.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο κληροτεμάχιο, αρχικά το καλλιεργούσε με μονοετείς καλλιέργειες ο από τους συγκληρονόμους ΕΕ και στη συνέχεια από το έτος 1978 ο ενάγων, ο οποίος το δεντροφύτεψε με μηλιές, τις οποίες έκτοτε φρόντιζε, συγκομίζοντας από αυτές τους καρπούς με τη βοήθεια του κουνιάδου του και θείου του εναγομένου ΗΗ.
Μάλιστα ο από τους συγκληρονόμους ΕΕ, με το υπ' αριθμ. .../9-4-1982 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Έδεσσας Αλέξανδρου Άϊκου, που συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα και στον αδελφό αυτού ΣΤ-1, λόγω δωρεάς, το ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου κληροτεμαχίου, που είχε περιέλθει σ' αυτόν από την κληρονομία του κληρούχου πατέρα του, ενώ, με το υπ' αριθμ. .../5-8-1982 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πωλήσεως του συμβολαιογράφου Έδεσσας Αντωνίου Ραγκούση υποσχέθηκε να πωλήσει και να μεταβιβάσει στο γαμπρό του ΗΗ, σύζυγο της θυγατέρας του ΕΕ-4 και πατέρα του εναγομένου, άλλο ακίνητό του και δη το υπ' αριθμ. ...
κληροτεμάχιο, εκτάσεως 2.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της αυτής με το επίδικο κτηματικής περιοχής. Ο ενάγων συνέχισε να καλλιεργεί το επίδικο κληροτεμάχιο μέχρι το έτος 1990, οπότε το κατέλαβε αυθαίρετα ο εναγόμενος, ο οποίος μέχρι το έτος 1992 το εκμεταλλευόταν όπως ήταν δενδροφυτευμένο με μηλιές, ενώ κατά το έτος αυτό, αφού εκρίζωσε τις μηλιές, φύτευσε σ'αυτό, με τη βοήθεια του πεθερού του και μάρτυρα ΘΘ, αχλαδιές σε σχήμα παλμέτας και τοποθέτησε σύστημα αυτόματης άρδευσής τους.
Εξάλλου ο ενάγων, αφότου περιήλθε σ' αυτόν κατά συγκυριότητα το επίδικο κληροτεμάχιο κατά το έτος 2003, άσκησε αμέσως κατά του εναγομένου την ένδικη αγωγή, χωρίς να αδρανήσει και συνεπώς δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση καταχρηστική από μέρους του άσκηση του ενδίκου δικαιώματός του, καθόσον δεν προηγήθηκε συμπεριφορά αυτού ή άλλες περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στον εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικήσει το εν λόγω ακίνητο.
Ακόμη η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος από τον ενάγοντα δεν θα έχει δυσβάστακτες συνέπειες για τον εναγόμενο, ούτε δημιουργεί έντονη εντύπωση αδικίας, διότι αυτός δεν ενήργησε σημαντικές δαπάνες και βελτιώσεις για την αξιοποίηση του επιδίκου κληροτεμαχίου, πέραν από τη δενδροφύτευση αυτού με αχλαδιές σε σχήμα παλμέτα και την τοποθέτηση συστήματος άρδευσης, στις οποίες προέβη ενόσω ο αγρός ήταν δενδροφυτευμένος με μηλιές, δηλαδή οπωρώνας, ο οποίος παρέμεινε και πάλι αγρός, δενδροφυτευμένος με αχλαδιές.
Άλλωστε, ο εναγόμενος τον εκμεταλλεύεται επί δεκαετία και πλέον χωρίς να καταβάλλει μίσθωμα. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος δεν είναι, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, καταχρηστική, ακολούθως δε απέρριψε, ως αβάσιμη, τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της παραπάνω ένστασης του αναιρεσείοντος διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ.
Επομένως ο τρίτος, μέρος τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σε σχέση με την απόρριψη της από το άρθρο αυτό ένστασης του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος και κατά τα δύο μέρη αυτού, ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, όταν η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ, και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε την παραπάνω ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο, χωρίς να λάβει υπόψη του πραγματικά περιστατικά που αυτός επικαλέσθηκε για τη θεμελίωσή της με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με λόγο της έφεσής του, και ειδικότερα τα εξής περιστατικά:1) ότι η δαπάνη του για την αξία των φυτών που φύτεψε και για το σύστημα άρδευσης που εγκατέστησε, η οποία ανερχόταν σε 44.750 ευρώ, επέφερε δεκαπλασιασμό της αξίας του επιδίκου αγρού 2) ότι η αδράνεια στην άσκηση δικαιωμάτων κυριότητας αφορούσε και την αδράνεια των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα 1939-1978, 3) ότι η πεποίθηση για το ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα κυριότητας δημιουργήθηκε όχι μόνο σ'αυτόν, αλλά και στους δικαιοπαρόχους του 4) ότι η άσκηση πράξεων νομής καθόλη την επίμαχη περίοδο (1939-2004) έγινε υπό τα όμματα αρχικά των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και στη συνέχεια του ίδιου, χωρίς ποτέ κανένας από αυτούς να διαμαρτυρηθεί ή να προβάλλει αξιώσεις και 5) η άσκηση νομής στο επίδικο έγινε με καλή πίστη.
Από το προεκτιθέμενο, όμως, περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως από τις παραδοχές αυτής "ότι δεν αποδείχθηκε ότι μετά τον κατά το έτος 1939 θάνατο του αρχικού κληρούχου ..., οι κληρονόμοι αυτού, ήτοι η σύζυγός του ΒΒ και τα τέκνα του ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας εκείνου, με βάση την οποία το επίδικο κληροτεμάχιο περιήλθε στην αποκλειστική νομή του από τους συγκληρονόμους ΕΕ, και στη συνέχεια, μετά από άτυπη δωρεά από αυτόν κατά το έτος 1980, στη θυγατέρα του και μητέρα του εναγομένου ΕΕ-4 και ακολούθως με άτυπη δωρεά κατά το έτος 1989 στον ίδιο (εναγόμενο), αλλά, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το κληροτεμάχιο αυτό αρχικά το καλλιεργούσε με μονοετείς καλλιέργειες ο από τους συγκληρονόμους ΕΕ και στη συνέχεια από το έτος 1978 ο ενάγων, ο οποίος το δεντροφύτεψε με μηλιές, τις οποίες έκτοτε φρόντιζε, συγκομίζοντας από αυτές τους καρπούς με τη βοήθεια του κουνιάδου του και θείου του εναγομένου ΗΗ, ότι ο ενάγων συνέχισε να το καλλιεργεί μέχρι το έτος 1990, που το κατέλαβε αυθαίρετα ο εναγόμενος, ο οποίος μέχρι το έτος 1992 το εκμεταλλευόταν όπως ήταν δενδροφυτευμένο με μηλιές, ενώ κατά το έτος αυτό, αφού εκρίζωσε τις μηλιές, φύτευσε σ' αυτό αχλαδιές σε σχήμα παλμέτας και τοποθέτησε σύστημα αυτόματης άρδευσής τους και ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε σημαντικές δαπάνες και βελτιώσεις για την αξιοποίηση του επιδίκου κληροτεμαχίου, πέρα από τη δενδροφύτευση αυτού με αχλαδιές και την τοποθέτηση συστήματος άρδευσης, στις οποίες προέβη ενόσω ο αγρός ήταν δενδροφυτευμένος με μηλιές, δηλαδή οπωρώνας, ο οποίος παρέμεινε και πάλι αγρός, δενδροφυτευμένος με αχλαδιές", προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης ένστασής του, πλην όμως έκρινε ότι αυτά δεν αποδεικνύονται.
Επομένως ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1103 ΑΚ, για δαπάνες από τις οποίες αυξήθηκε η αξία του πράγματος (επωφελείς δαπάνες), έχει δικαίωμα αποζημίωσης μόνο ο καλόπιστος νομέας για το πριν από την επίδοση της αγωγής διάστημα και μόνο εφόσον σώζεται η αύξηση της αξίας κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος.
Περαιτέρω, ο νομέας του πράγματος, εναγόμενος με διεκδικητική αγωγή, εφόσον έχει αξίωση κατά του κυρίου για απόδοση δαπανών που έκανε στο πράγμα, έχει και δικαίωμα επίσχεσής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 325, 326 και 110 ΑΚ. Δικαιούται, δηλαδή, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος μέχρι να ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται.
Για να είναι ορισμένη η ένσταση επίσχεσης πρέπει να καθορίζει , μεταξύ άλλων, το ύψος σε δραχμές (ήδη ευρώ) της καθεμιάς δαπάνης χωριστά κατά το χρόνο καταβολής της και την αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της αποδόσεώς του, με και χωρίς τη βελτίωσή του που επήλθε με τις δαπάνες, προκειμένου να κριθεί αν και κατά πόσο σώζεται η επελθούσα αύξηση της αξίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 20-11-2004, νομίμως κατατεθείσες, προτάσεις του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτός προέβαλε την ένσταση επισχέσεως του επιδίκου ακινήτου για επωφελείς δαπάνες, που ενήργησε σ'αυτό κατά το έτος 1992 ως καλής πίστεως νομέας, οι οποίες αφορούν α)τη φύτευση 230 δέντρων αχλαδιάς, σημερινής αξίας 190 ευρώ η καθεμιά και συνολικά 43.700 ευρώ, β) την εγκατάσταση συστήματος δενδροφύτευσης παλμέτα, για το οποίο δαπάνησε το ποσό των 4.400 ευρώ, όση και η σημερινή του αξία, και γ) την τοποθέτηση συστήματος αυτόματης άρδευσης, σημερινής αξίας 350 ευρώ κατά στρέμμα και συνολικά 1.050 ευρώ.
Ακολούθως δε, αφού προσδιορίζει την αξία του επιδίκου αγροτεμαχίου, χωρίς τα ανωτέρω, στο ποσό των 4.500 ευρώ, ζήτησε να γίνει δεκτή η ως άνω ένστασή του, για επίσχεση του επιδίκου ακινήτου, μέχρις ότου ο αναιρεσίβλητος-ενάγων καταβάλει σ` αυτόν το ποσό των (43.700+4.400+1050=) 49.150 ευρώ, ως αποζημίωση, για την όλη ως άνω δαπάνη που ενήργησε, με την οποία επήλθε, κατά το ποσό τούτο, αύξηση της αξίας του αγροτεμαχίου, η οποία και σώζεται.
Η ένσταση αυτή, την οποία επανέφερε ο αναιρεσείων με λόγο της έφεσής του στο Εφετείο, ήταν απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται το ύψος των δαπανών αυτών κατά το χρόνο που διενεργήθηκαν και η αξία του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο της απόδοσής του, με τη βελτίωσή του που επήλθε με τις εν λόγω δαπάνες, προκειμένου να κριθεί αν και κατά πόσο σώζεται η επελθούσα αύξηση της αξίας του.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε απορριπτέα ως αόριστη την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2008 αίτηση του Χ και τους από 5-3-2009 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 429/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ