Supreme Court allows partial appeal regarding special compensation for remaining property after expropriation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a First Instance Court decision that had dismissed a claim for special compensation. The plaintiffs sought higher compensation for the remaining part of their property after expropriation, arguing it suffered significant devaluation, while the State argued the claim was time-barred. The Court ruled that the six-month statute of limitations applies to the special compensation claim, but since the First Instance Court failed to declare the claim inadmissible, the appeal was upheld to remand the case for proper examination.
Legislator headnote
AI generatedArticle 13 § 3 of Law 797/1971; Article 17 § 2 of the Constitution; The statute of limitations for claiming special compensation for the remaining part of expropriated property applies to the entire claim, and failure to declare a time-barred claim inadmissible constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 812 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 812/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., κατοίκου ..., 2) ... κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Πανάγο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 6022/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/1/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 13§3 του ΝΔ 797/1971, "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", η οποία ταυτίζεται, κατά την διατύπωσή της, με την διάταξη του άρθρου 13 § 4 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα, που απομένει στον ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση για τον καθορισμό της αποζημιώσεως προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη γι' αυτήν αποζημίωση του ιδιοκτήτου μαζί με την καταβαλλομένη για το απαλλοτριούμενο τμήμα.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζομένη με τις διατάξεις του άρθρου 17§2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 33/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται, ως αντάλλαγμα, για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 ή 21 του ΚΑΑΑ), συμφώνως και προς τον σκοπό της, ως άνω, διατάξεως του άρθρου 13 του ΚΑΑΑ, ο οποίος έγκειται στον καθορισμό, με την ίδια απόφαση, και της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για το τμήμα που απέμεινε αφ' ενός μεν για να έχει ο υπέρ ού η απαλλοτρίωση σαφή αντίληψη της εκτάσεως των υποχρεώσεών του από αυτήν και αφ' ετέρου να περατώνεται με ταχύτητα η όλη διαδικασία της απαλλοτριώσεως και να εκκαθαρίζεται η κατάσταση που δημιουργείται από αυτήν, ώστε να καθίσταται δυνατή η συντέλεση της απαλλοτριώσεως, με την καταβολή ή παρακατάθεση της πλήρους αποζημιώσεως, και να μην τίθεται σε αμφιβολία με την προβολή νέων αξιώσεων (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξ' άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 9§4 εδ. β' του ΚΑΑΑ (Ν. 2881/2001) "όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση".
Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής με αυτές των άρθρων 7§1 εδ. α' και 29§3 του αυτού ΚΑΑΑ, προκύπτει ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις αυτού (ΚΑΑΑ), εν όψει του ότι, από το προϊσχύσαν Ν.Δ 797/1971, δεν προεβλέπετο προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, εφαρμόζεται και για τις απαλλοτριώσεις, οι οποίες έχουν κηρυχθεί από1-2-1971 και εφεξής, ο δε χρόνος ενάρξεως είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση, που δεν προεβλέπετο τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του ΚΑΑΑ, δηλαδή από 5.7.2001.
Για τους ίδιους λόγους, ο βραχύτερος χρόνος παραγραφής των έξι μηνών από της γνώσεως αρχίζει και αυτός από της ισχύος του αυτού Κώδικος (Ν.2882/2001), εκτός αν η γνώση ανάγεται σε χρόνο μετά τη χρονολογία αυτή, οπότε αρχίζει από τον μεταγενέστερο χρόνο από της γνώσεως, ενώ η γνώση αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημιώσεως και όχι στην συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αφού η τελευταία θεωρείται, ότι έχει γίνει με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της γνωστοποιήσεως της καταθέσεως της αποζημιώσεως.
Στην έννοια δε "του καθορισμού της αποζημιώσεως" του άρθρου 9§4 εδ. β' και 21 του ΚΑΑΑ και επομένως στην προθεσμία, η οποία προβλέπεται από την πρώτη τούτων για την άσκηση της σχετικής αξιώσεως, περιλαμβάνεται τόσον η αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα έκταση και τα επικείμενα αυτής, όσον και η ιδιαιτέρα αποζημίωση για το απομένον τμήμα, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13§4 του ΚΑΑΑ, αφού ο καθορισμός τούτων επιβάλλεται να γίνεται ενιαίως, με την αυτή απόφαση.
Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία έκρινε επί αιτήσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί απ' ευθείας καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, για την απαλλοτρίωση του εις αυτή ακινήτου των, και καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για το απομένον, εκτός απαλλοτριώσεως, τμήμα της ιδιοκτησίας των, λόγω μειώσεως, από την απότμηση, της κατά προορισμό χρήσεώς του, δέχθηκε, ανελέγκτως, όπως προκύπτει από αυτή, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Επί της άνω απαλλοτριώσεως με αιτήσεις του καθ' ού εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 1809/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ' αριθμ. 6931/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες καθορίστηκε αντίστοιχα η προσωρινή και η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους.
Διάδικος, ως δικαιούχος... εφέρετο στις δίκες αυτές ο Δήμος Αχαρνών. Οι αιτούσες, οι οποίες δεν κλητεύθηκαν ούτε έλαβαν μέρος σ' αυτές, έλαβαν γνώση των αποφάσεων αυτών και του καθορισμού της προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως οπωσδήποτε από 28.5.2004, που συνέταξαν την υπ' αριθμ. εκθ. καταθέσεως 1284/2.6.2004 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημιώσεως, που καθορίσθηκε οριστικά για το υπ' αριθμ.
κτηματολογίου ...ακίνητο της ιδιοκτησίας τους με την υπ' αριθμ. 6931/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών... Η άσκηση από τις αιτούσες της αξιώσεώς τους για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως με την υπό κρίση αίτηση, που κατατέθηκε την 19.7.2006 και επιδόθηκε στις 8.9.2006 έγινε μετά την πάροδο της άνω αποσβεστικής προθεσμίας των έξι μηνών από την 28.5.2005...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως απαράδεκτη, την αίτηση μόνο κατά μέρος της που αφορούσε στον καθορισμό μεγαλυτέρας αποζημιώσεως, για το τμήμα της ιδιοκτησίας των αιτουσών ήδη αναιρεσιβλήτων, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1067522/7055/0010/1999 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και ΠΕΧΩΔΕ, για την διάνοιξη του ρέματος Αχαρνών στην συμβολή του με τη λεωφόρο Σταυρού-Ελευσίνας, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του καθ' ού ήδη αναιρεσείοντος, το οποίο, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του, είχε ζητήσει την απόρριψη της αιτήσεως εξ ολοκλήρου, ως απαραδέκτου.
Έκρινε δε παραδεκτή την αίτηση, κατά το μέρος της που αφορούσε τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για το απομένον τμήμα της ιδιοκτησίας των αιτουσών, την οποία εδέχθη εν μέρει κατ' ουσίαν. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο την αίτηση και κατά το δεύτερο μέρος της, εφ' όσον η αποσβεστική προθεσμία των έξι μηνών, από της, κατά την 28.5.2004, γνώσεως των αιτουσών, την οποία εδέχθη, ισχύει και για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, λόγω μειώσεων της αξίας του απομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας των, συμφώνως προς όσα εκτίθεται στην μείζονα πρόταση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠΟλΔ, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό μέρος της αποφάσεως, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρα 176 176 και 183 ΚΠολΔ).
Μετά δε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο αυτής.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6022/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ