Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to prove legal error regarding mining equipment classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's final judgment. The appellants argued the lower court erred in classifying heavy mining machinery for bonus eligibility, but the court found the original decision based on unreviewable evidence. Consequently, the appeal was rejected as the lower court properly evaluated the submitted proof.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 10, 8, 20 C.Pol.D.; The Supreme Court rejects an appeal when the First Instance Court has not arbitrarily reached its conclusion but has properly evaluated the evidence presented by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 812 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 812/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Β., 2) Π. Σ. του Β., 3) Π. Κ. του Γ., 4) Ά. Γ. του Χ., 5) Ι. Β. του Ε., 6) Α. Δ. του Θ., 7) Η. Γ. του Ν., 8) Κ. Π. του Ι., 9) Σ. Ά. του Δ., 10) Γ. Τ. του Δ., 11) Γ. Σ. του Ι., 12) Χ. Γ. του Γ., 13) Κ. Κ. του Δ., 14) Λ. Σ. του Π., 15) Θ. Μ. του Ι., 16) Κ. Γ. του Ν., 17) Π. Α. του Δ., 18) Ν. Μ. του Γ., 19) Δ. Χ. του Γ., 20) Ι. Β. του Α., 21) Θ. Α. του Ι. και 22) Σ. Λ. του Ν., κατοίκων όλων .... Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Απριλίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3302/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Μαϊου 2000 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη προκύπτει ότι τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει νομίμως στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Επειδή με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ.3302/1999 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες την 16-3-2000, έκτοτε δε παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Επειδή ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, διότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι ως "βαρέα" μηχανήματα, για τους χειριστές και κατευθυντές των οποίων προβλέπεται με την υπ' αριθ. 100/3-4-1990 απόφαση του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης ειδικό επίδομα σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού, θεωρούνται μόνο τα τεραστίων διαστάσεων (μήκους 150 και ύψους 42 μ.) μηχανήματα των ορυχείων, είναι αβάσιμος. Διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του επί της ουσίας, όχι αυθαίρετα, αλλά αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα οποία και εκτίμησε ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, κατά τους οποίους το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη πράγματα προταθέντα από τους αναιρεσείοντες, ήτοι αφενός τον κατά την επικουρική βάση της αγωγής περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης ισχυρισμό, ότι η αναιρεσίβλητη χορήγησε το παραπάνω ειδικό επίδομα σε όλους τους άλλους χειριστές βαρέων οχημάτων των λοιπών κατηγοριών, μεταξύ των οποίων στους Γ.
Γ. και Γ. Γ., και αφετέρου την κυρία βάση της αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την επιδίκαση του ως άνω επιδόματος, ως υπαγόμενοι στην κατηγορία των χειριστών που αναφέρονται στην προαναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο, που απέρριψε στο σύνολό της κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων, με το να κρίνει ότι αυτοί δεν υπάγονται στην ίδια κατηγορία με εκείνους στους οποίους καταβάλλεται το εν λόγω επίδομα, αφού το αντικείμενο της εργασίας τους δεν συνδέεται με τη λειτουργία των βαρέων μηχανημάτων εξόρυξης του λιγνίτη και με την αύξηση της παραγωγικότητας, έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς και τους απέρριψε ως αβάσιμους.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωση του περιεχομένου της υπ' αριθ. 100/3-4-1990 αποφάσεως του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, στο οποίο κατά το αναιρετήριο κυρίως στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο για να δεχτεί ότι η οικειοθελής παροχή του παραπάνω επιδόματος αφορά μόνο τους χειριστές και κατευθυντές των ηλεκτροκίνητων μηχανημάτων εξόρυξης λιγνίτη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι πέραν του ότι δεν προσκομίζεται το προαναφερόμενο έγγραφο, για να ελεγχθεί η βασιμότητα του ως άνω λόγου της αναιρέσεως (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο τούτου και εκείνο που δέχθηκε ως περιεχόμενό του το Πρωτοδικείο, ώστε να προκύπτει από το αναιρετήριο αν το δικαστήριο της ουσίας, από κακή ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορα του αληθινού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2000 αίτηση περί αναιρέσεως της 3302/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ