Legislator Case Law & Legislation
811/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of arguments raised for the first time in appeal judgment.

Case Number 811/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the appellants' annulment request. The appellants argued that the First Instance Court violated substantive law by rejecting their claims, but the Court found the arguments inadmissible. The Court held that these specific claims must have been raised via a formal annulment or supplementary annulment motion, not within the appeal judgment itself.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 585(2)(b) of the Code of Civil Procedure; Arguments raised for the first time in the appeal judgment are inadmissible if not formally presented as annulment or supplementary annulment motions.

Keywords

AI generated
inadmissible arguments annulment motion supplementary annulment appeal judgment Code of Civil Procedure procedural defect first instance court

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 527(3) of the Code of Civil Procedure
Article 585(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 195(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 811 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 811/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Δ. του Μ. κατοίκου ..., και 2. Ά. συζύγου Ν. Δ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ... εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη, με δήλωση του αρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2014 ανακοπή και τους από 11-11-2016 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8475/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2376/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-11-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-11-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ` αριθ. 2376/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ` αριθ. 8475/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 17-3-2014 ανακοπή αυτών και τους από 11-11-2016 πρόσθετους λόγους αυτής, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 971/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου απαιτείται να αναφέρεται η διάταξη του νόμου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση της και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση (ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009).

Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ.

ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 99/2020). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 KΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες οι οποίες ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 925/2020, ΑΠ 245/2016).

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 KΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι(ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής.

Τέλος, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 KΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση λόγω του χρόνου έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκειμένη ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της.

Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ημέρες ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 KΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.

Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 925/2020, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 111//2015, ΑΠ 1287/2012, ΑΠ 1323/2011, ΑΠ 1943/2009, ΑΠ 1313/2007, ΑΠ 339/2006) Με τους μοναδικούς δύο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 KΠολΔ, κατ` εκτίμηση αυτών, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο ότι, αν και δεν επικαλέστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τις διατάξεις περί αλληλοχρέου λογαριασμού, τις οποίες αυτό δεν εφάρμοσε ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως και την παράλειψή του αυτή προέβαλλαν με τους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί αλληλοχρέου λογαριασμού, απέρριψε ως αβάσιμους, τους ειδικότερα αναφερόμενους ισχυρισμούς τους, σε κάθε δε περίπτωση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, παρέλειψε να κηρύξει άκυρη την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, καθόσον, λόγω του μεταξύ των διαδίκων υφισταμένου αλληλοχρέου λογαριασμού, ο οποίος δεν έκλεισε και δεν έγινε εκκαθάριση, ώστε το σχετικό κατάλοιπο αυτού να είναι δικαστικά επιδιώξιμο, η σχετική αξίωση της αναιρεσίβλητης δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με την από 17-3-2014 ανακοπή και τους από 11-11-2016 προσθέτους λόγους αυτής οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν την ακύρωση της 3263/2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 31.610,32 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που αφορούσε εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα, από τον πρώτο αναιρεσείοντα, σ' αυτήν ασφάλιστρα, στα πλαίσια της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλιστικού πράκτορα και την καταβολή του οποίου εγγυήθηκε η δεύτερη αναιρεσείουσα, με την αναφερόμενη σύμβαση εγγυήσεως, για του ακόλουθους λόγους, ήτοι, 1) διότι, η σε βάρος τους διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, επειδή εκδόθηκε για μη νόμιμη αιτία, δηλαδή για ανύπαρκτη οφειλή και σε κάθε περίπτωση η όποια οφειλή τους είχε εξοφληθεί με συμψηφισμό αντίθετης απαίτησης του πρώτου αναιρεσείοντος-ανακόπτοντος από προμήθειες καταρτισθέντων συμβολαίων ασφάλισης, 2) διότι το ύψος της απαίτησης της καθής η ανακοπή-αναιρεσίβλητης δεν προέκυπτε από τα υπ' αυτής προσκομισθέντα έγγραφα και 3) διότι η απαίτηση της καθ' ης έχει αποσβεσθεί δια συμψηφισμού με ανταπαίτηση των αναιρεσειόντων, όπως αυτή εκτίθεται στην σε βάρος της αναιρεσίβλητης ασκηθείσης αγωγής τους με αρ.

καταθέσεως 13839/2016 και αφορά απαιτήσεις του πρώτου αναιρεσείοντος από προμήθειες παραγωγής ασφαλίστρων, αποζημίωση πελατείας και καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αμφοτέρων. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 8475/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την ανακοπή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-8-2017 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 2376/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, με την ανωτέρω έφεσή τους και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, προέβαλαν για πρώτη φορά, όπως και οι ίδιοι εκθέτουν στο δικόγραφο της αιτήσεως, λόγους, τους οποίους δεν είχαν προβάλλει με την από 17-3-2014 ανακοπή τους και τους από 11-11-2016 προσθέτους λόγους αυτής, είναι δε απολύτως ταυτόσημοι με τους προβαλλομένους λόγους αναιρέσεως και συνίστανται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί αλληλοχρέου λογαριασμού, ο οποίος λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της συμβάσεως ασφαλιστικού πράκτορα και δεν έκλεισε, ούτε συνεπώς η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη, με συνέπεια την ακυρότητα της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου.

Όμως, ενόψει ότι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, κρίνει μόνο με βάση τους παραδεκτά προτεινόμενους ισχυρισμούς, οι οποίοι οριοθετούν δεσμευτικά το αντικείμενο της δίκης και συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη τους ίδιους παραπάνω ισχυρισμούς, διότι ακόμη και αν οι νέοι λόγοι ανακοπής αφορούν ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 527 αρ. 3 KΠολΔ, (που όμως δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση), έπρεπε να προβληθούν με πρόσθετους λόγους ανακοπής, για το λόγο ότι έναντι των γενικών διατάξεων κατισχύει η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 KΠολΔ, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής, εφόσον δεν ασκήθηκε σχετικός λόγος ανακοπής, ούτε πρόσθετος λόγος ανακοπής, σαφής και ορισμένος, κατά τα ανωτέρω, ο περιεχόμενος στους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων ως άνω ισχυρισμός τους ήταν απαράδεκτος.

Το Εφετείο, όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό, ορθώς απεφάνθη κατ` αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, εφόσον ο ως άνω ισχυρισμός έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ήταν επιτρεπτή η πρότασή του από τους αναιρεσείοντες για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζομένου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.

β` KΠολΔ, δηλαδή με λόγο ανακοπής ή πρόσθετο λόγο ανακοπής, και δη με το δικόγραφο της εφέσεως, κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή και τους προσθέτους λόγους αυτής.

Συνεπώς, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, δηλαδή, ο προτεινόμενος το πρώτον στην κατ` έφεση δίκη, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως, ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ήταν απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Επομένως, οι δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 KΠολΔ, οι αντίστοιχες πλημμέλειες, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, δοθέντος ότι για το ορισμένο αυτών δεν αναφέρονται, όπως έπρεπε, τόσο οι συγκεκριμένες ουσιαστικές διατάξεις περί αλληλοχρέου λογαριασμού, όσο και οι σχετικές δικονομικές διατάξεις, που κατά τους αναιρεσείοντες παραβιάστηκαν από το Εφετείο, αλλά ούτε και οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι ο ως άνω αναφερόμενος ισχυρισμός ήταν απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν είχε προβληθεί με λόγο ανακοπής ή πρόσθετο λόγο (ανακοπής), αλλά το πρώτον με λόγους εφέσεως.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 KΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 KΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2018 αίτηση αναιρέσεως των Ν. Δ. του Μ. και της Α. συζ. Ν. Δ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2376/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλου. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ