Supreme Court dismisses appeal against ferry company liability for passenger luggage safety violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by Blue Star Ferries and two passengers against the Second Instance Court of Piraeus. The lower court held the ferry company liable for failing to prevent dangerous luggage handling during boarding, ruling that the passengers' actions were not unrelated to their duties. The Court found no error in the lower court's application of maritime safety regulations regarding luggage storage and dismissed the appeal accordingly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 84(b) of the Code of Maritime Law; The shipowner is liable for torts committed by the captain or crew during the execution of their duties, and the court's finding of liability based on safety regulations is not subject to appeal if supported by sufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 811 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 811/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία "BLUE STAR FERRIES ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Λ. του Γ., κατοίκου …, 3) Ι. Κ. του Ν., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Αρβανίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: A. A. M. C. του E., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Αθανασόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 698/2014 μη οριστική και 2933/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 316/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/5/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 3-5-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 316/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 2933/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κράτησε και δίκασε την από 14-12-2012 αγωγή από αδικοπραξία του αναιρεσιβλήτου και έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή για το αναφερόμενο (μεγαλύτερο) συνολικό ποσό. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 84 εδ. β' του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 3816/1958, ορίζεται ότι "ο πλοιοκτήτης ευθύνεται ωσαύτως εκ των αδικοπραξιών, τας οποίας διέπραξεν ο πλοίαρχος, το πλήρωμα ή ο πλοηγός κατά την εκτέλεσιν των ανατεθειμένων εις αυτούς καθηκόντων".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης (προστήσας) ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία του πλοιάρχου ή μέλους του πληρώματος (προστηθέντος) δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 360/2020, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 380/2008, ΑΠ 957/2003, ΑΠ 799/2001).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 104 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΚΔΝΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. Διατάγματος 187/1973, ορίζεται ότι "ο πλοίαρχος έχει την εν γένει διοίκησιν εν τω πλοίω και ασκεί εξουσίαν επί των επιβαινόντων, λαμβάνων παν αναγκαίον μέτρον εντός των υφισταμένων κανονισμών προς τον σκοπόν τηρήσεως της τάξεως, της πειθαρχίας και της υγιεινής και δια την ασφάλειαν του πλοίου, των επιβαινόντων και του φορτίου".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος και έτσι αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (Ολ ΑΠ 8 και 11/2005, ΑΠ 617/2020, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 847/2010).
Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 71/2019, ΑΠ 439/2019, ΑΠ 397/2019). Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 142/2020, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 110/2019, ΑΠ 22/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα : "Στον Πειραιά, την 1.8.2011 και περί ώρα 17.30, ο ενάγων και η σύζυγός του, Ιταλοί πολίτες, προκειμένου να μεταβούν στη … για παραθερισμό, επιβιβάσθηκαν στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό - οχηματαγωγό πλοίο με την ονομασία "Blue Star Paros", νηολογίου Πειραιώς, με αριθμό 10.990, πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης, στο οποίο ο δεύτερος των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων εκτελούσε καθήκοντα πλοιάρχου και ο τρίτος υπάρχου.
Περί ώρα 23.30 της ίδιας ημέρας, το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της Νάξου για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών. Κατά τη διάρκεια της αποβιβάσεως, οι επιβάτες, που ήθελαν να αποβιβαστούν, άρχισαν να κατευθύνονται προς τις κλίμακες καθόδου μαζικά και βεβιασμένα, χωρίς καθοδήγηση από το προστηθέν από την ως άνω πλοιοκτήτρια, πλήρωμα του πιο πάνω πλοίου και δη αφενός από το δεύτερο των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων, που ως πλοίαρχος ήταν υπεύθυνος για την εν γένει ασφάλεια των επιβατών και συνεπώς τόσο για την παροχή των αναγκαίων οδηγιών και εντολών προς το σκοπό της ασφαλούς αποβιβάσεώς τους όσο και για την εποπτεία τηρήσεως αυτών (εντολών και οδηγιών) αφετέρου από τον τρίτο των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων, ο οποίος ως ύπαρχος ήταν υπεύθυνος για τη λήψη όλων των απαιτούμενων μέτρων για την ασφαλή αποβίβαση των επιβατών από το πλοίο και την τοποθέτηση μελών του πληρώματος σε σημεία κατάλληλα ώστε καθοδηγούν και να βοηθούν τους επιβάτες κατά την αποβίβαση, με συνέπεια να δημιουργηθεί μεγάλος συνωστισμός στις κλίμακες καθόδου.
Συγκεκριμένα, ο ενάγων, αφού παρέλαβε τις αποσκευές του από ειδικό χώρο φυλάξεως αυτών στο κατάστρωμα άρχισε να κατεβαίνει την κλίμακα προς την έξοδο του πλοίου κρατώντας από μια αποσκευή σε κάθε χέρι του. Και ενώ βρισκόταν στο μέσο της πρυμναίας δεξιάς σκάλας καθόδου, που οδηγούσε από το κατάστρωμα (deck) 5 προς την έξοδο του πλοίου, παρασύρθηκε από το συνωθούμενο πλήθος των επιβατών, μερικοί από τους οποίους επιχειρούσαν να τον προσπεράσουν είτε από αριστερά του είτε από δεξιά του και ταυτοχρόνως, αισθάνθηκε ένα δυνατό σπρώξιμο από πίσω, οφειλόμενο στον έντονο συνωστισμό που επικρατούσε, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει ανάσκελα στα σκαλοπάτια, με τα πόδια προς την έξοδο, εξαιτίας δε της πτώσεως αυτής τραυματίστηκε σοβαρά, κυρίως στο κεφάλι, όπως αναλυτικά θα εκτεθεί κατωτέρω.
Το γεγονός ότι ο ενάγων, στην αγωγή του, δεν κατονομάζει συγκεκριμένα ποιο πρόσωπο τον έσπρωξε, δεν δημιουργεί αοριστία του δικογράφου της, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι-εκκαλούντες με τον πρώτο και το δεύτερο λόγους της από 6-10-2016 εφέσεώς τους, γιατί με αυτό τον ισχυρισμό του ο ενάγων δεν αποδίδει υπαιτιότητα για τον τραυματισμό του σε άγνωστο τρίτο πρόσωπο, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες αλλά περιγράφει τις συνθήκες της πτώσεώς του.
Τη στιγμή της πτώσεως του ενάγοντος, επικρατούσε μεγάλη αταξία και συνωστισμός των επιβατών στις κλίμακες καθόδου του πλοίου, καθόσον οι επιβάτες (περί τα 400 άτομα) κατευθύνονταν άτακτα και ανεξέλεγκτα, χωρίς καμία καθοδήγηση από το πλήρωμα του πλοίου, προς το χώρο φυλάξεως των αποσκευών τους και από εκεί προς τις κλίμακες αποβιβάσεως του πλοίου.
Τα σκαλοπάτια της κλίμακας καθόδου, που χρησιμοποίησε ο ενάγων, είχαν μήκος 1,5-2 μέτρα, με συνέπεια σε κάθε σκαλοπάτι να χωράει ένας επιβάτης με αποσκευές στα δύο χέρια ή δύο επιβάτες με μια ή καθόλου αποσκευές, ενώ παραλλήλως της κλίμακας αυτής, υπήρχε δεύτερη κυλιόμενη σκάλα, η οποία τη στιγμή εκείνη δεν λειτουργούσε και ήταν κλειστή, όπως εξάλλου συμβαίνει συνήθως κατά την αποβίβαση από τα πλοία για λόγους ασφαλείας.
Έτσι, οι επιβάτες συνωστίζονταν στη μοναδική σταθερή κλίμακα καθόδου, στην αρχή της οποίας (πλατύσκαλο) δεν βρισκόταν κανένα μέλος του πληρώματος για να επιτηρεί τη διαδικασία καθόδου των επιβατών και να παρέχει οδηγίες για την ασφαλή αποβίβασή τους. Αμέσως μετά την πτώση του, ο ενάγων παρουσίασε αιμορραγία στο κεφάλι και εμφάνισε απώλεια συνειδήσεως και για το λόγο αυτό μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Ιατρικό Κέντρο Νάξου.
Ο τραυματισμός αυτός του ενάγοντος οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά των υπό της πλοιοκτήτριας του πλοίου (πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης) προστηθέντων πλοιάρχου και υπάρχου (δεύτερου και τρίτου των εκκαλούντων αντιστοίχως), οι οποίοι είχαν ορισθεί ως υπεύθυνοι για την τήρηση της ασφαλούς διαδικασίας επιβιβάσεως και αποβιβάσεως των επιβατών του ανωτέρω πλοίου.
Ειδικότερα, ο πλοίαρχος του πλοίου, ως υπεύθυνος για την ασφάλεια όλων των επιβαινόντων σ' αυτό και ο ύπαρχος αυτού, ως υπεύθυνος για τη λήψη όλων των ενδεικνυόμενων μέτρων προς διατήρηση της ασφάλειας στο πλοίο, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν ως εκ του επαγγέλματός τους και μπορούσαν να επιδείξουν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν μερίμνησαν, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 104 του ΚΔΝΔ, 2, 4, 10, 13, 26, 27, 28, 31, 34 και 35 του β.δ. 683 της 04-08/04-10-1960 "περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήv Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί ελληνικών επιβατηγών πλοίων 500 κ.ο.χ.
και άνω", αλλά και τους κανόνες εκ της ναυτικής εμπειρίας για την ασφάλεια των επιβατών του πλοίου, ώστε η αποβίβαση των επιβατών από το ως άνω πλοίο να γίνεται με τακτικό, ακίνδυνο και ασφαλή τρόπο, σύμφωνα με την κατάλληλη από μέρους τους καθοδήγηση. Αυτή δε η παράλειψή τους κρίνεται υπαίτια, δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές και την οποία οι επιβάτες των πλοίων ευλόγως αναμένουν ότι θα επιδειχθεί έναντι αυτών εκ μέρους των μελών του πληρώματος, σύμφωνα με τη συναλλακτική πίστη, μέσα στον κύκλο των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των τελευταίων.
Συνυπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και του συνακόλουθου τραυματισμού του δεν αποδεικνύεται, απορριπτόμενου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του εβδόμου λόγου εφέσεως των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, με τον οποίο παραδεκτώς επαναφέρουν την προταθείσα και απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση εκ του άρθρου 300 ΑΚ.
Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο ενάγων ενεπλάκη στο συνωστιζόμενο πλήθος των αποβιβαζομένων επιβατών και κρατούσε αποσκευές στα δύο του χέρια, πράγμα που του στερούσε τη δυνατότητα να συγκρατηθεί από τις χειρολαβές της κλίμακας καθόδου, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει συνυπαιτιότητά του ως προς την επέλευση της πτώσεως και του τραυματισμού του, ενόψει του ότι αφενός μεν η κάθοδος κλίμακας σε επιβατηγό πλοίο με αποσκευές, τις οποίες ο ενάγων παρέλαβε από ειδικά προς τούτο διαμορφωμένο χώρο στο κατάστρωμα, δεν συνιστά συμπεριφορά που υπερβαίνει το κοινωνικώς επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και επομένως, ο ενάγων δεν μπορούσε να προβλέψει ότι με τη συμπεριφορά του αυτή υπήρχε πιθανότητα να συντελέσει στην επέλευση του τραυματισμού του, αφετέρου η ενέργεια αυτή (κάθοδος κλίμακας με αποσκευές) δεν συνετέλεσε, εν προκειμένω, στην επέλευση του τραυματισμού του ενάγοντος, καθόσον η πτώση του και ο τραυματισμός του προκλήθηκαν αποκλειστικά και μόνον από τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες αποβιβάσεως, ο δε συνωστισμός στον οποίο ενεπλάκη ο ενάγων προκειμένου να αποβιβασθεί δημιουργήθηκε χωρίς δική του υπαιτιότητα, ήταν δε τόσο μεγάλος που ο ενάγων, ακόμη και αν το επιθυμούσε, δεν θα μπορούσε να τον αποφύγει.
Αντιθέτως, εάν επιχειρούσε μετά την παραλαβή των αποσκευών του από το κατάστρωμα 5 να ανέλθει στο κατάστρωμα 6, που βρισκόταν ο ανελκυστήρας του πλοίου ώστε να τον χρησιμοποιήσει για την κάθοδό του, θα έπρεπε να εμπλακεί με επικίνδυνο τρόπο στο συνωστισμό αφού θα επιχειρούσε να ανέλθει από την κλίμακα την ίδια στιγμή που το πλήθος κατερχόταν από αυτήν.
Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εάν η κάθοδος της κλίμακας με τις χειραποσκευές ανά χείρας ήταν πράγματι εγγενώς επικίνδυνη συμπεριφορά, στην οποία ο ενάγων δεν θα έπρεπε να είχε προβεί, τότε οι ίδιοι οι εναγόμενοι θα έπρεπε να το απαγορεύουν αυτό στα άτομα που κάνουν χρήση της κλίμακας καθόδου, είτε με την τοποθέτηση μελών του πληρώματος στο πλατύσκαλο, τα οποία θα επέβλεπαν τους κατερχόμενους επιβάτες, ώστε να μην μεταφέρουν αυτοί τις αποσκευές τους κατά την κάθοδό τους είτε με την εξαρχής απαγόρευση τοποθετήσεως των αποσκευών των επιβατών στα καταστρώματα 5 και 6 του πλοίου και με την επιβολή της υποχρεωτικής τοποθετήσεώς τους σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους πλησίον της ράμπας εξόδου του πλοίου, προκειμένου να αποτρέψουν έτσι κάθε ενδεχόμενο ατυχήματος.
Η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, που επαναφέρουν με τον τρίτο λόγο της εφέσεως, περί του ότι το επίδικο ατύχημα αποτελεί ως προς αυτούς τυχηρό γεγονός το οποίο τους απαλλάσσει από την ευθύνη τους (330 εδ. β' και 342 ΑΚ), διότι οφείλεται σε υπαιτιότητα τρίτου προσώπου και δη στην ώθηση (σπρώξιμο), που υπέστη ο ενάγων από άγνωστο πρόσωπο, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι τρίτο πρόσωπο, άγνωστο στον ενάγοντα, τον έσπρωξε σκόπιμα και συνειδητά ή και από αμέλεια, υπό την έννοια της τελεσθείσας σε βάρος του σωματικής βλάβης εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, η έννοια δε του "σπρωξίματος", που αισθάνθηκε και περιγράφει ο ενάγων στην αγωγή του, προφανώς οφείλεται στη συνώθηση των σωμάτων των επιβατών (περί τα 400 συνολικά άτομα) στη σκάλα καθόδου και στη βιασύνη τους να κατέβουν, ενόψει της επικείμενης αναχωρήσεως του πλοίου για τον επόμενο προορισμό (το λιμάνι της Αστυπάλαιας), η οποία (συνώθηση) οφείλεται με τη σειρά της στο συνωστισμό του πλήθους, τον οποίο δεν μερίμνησαν να αποτρέψουν οι ανωτέρω προστηθέντες της πρώτης εναγόμενης, κατά τα προαναφερθέντα.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι αμέσως μετά το ατύχημα, ο ενάγων μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Κέντρο Υγείας Νάξου και εκεί, αφού διασωληνώθηκε και σταθεροποιήθηκε, οι γιατροί έκριναν αναγκαίο να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία (C/T) εγκεφάλου, ξημερώματα δε της 2.8.2011, ο ενάγων διακομίσθηκε διασωληνωμένος με ελικόπτερο στη Νευροχειρουργική κλινική του Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".
Εκεί διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων έφερε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ευμεγέθη αιμορραγική θλάση δεξιά μετωπιαία, υπόπυκνες αλλοιώσεις-οίδημα πέριξ των αιμορραγικών στοιχείων, υπόπυκνη εικόνα υγρώματος αριστερά μετωποβρεγματικά, μικρή υπόπυκνη αλλοίωση αριστερά κροταφοϊνιακά, ρωγμώδες κάταγμα πρόσθιας άνω επιφάνειας θωρακικού σπονδύλου (Θ 10) με ήπια σφηνοειδή παραμόρφωση και πνευμονική θλάση κάτω λοβού δεξιού πνεύμονος.
Νοσηλεύθηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο από 2.8.2011 έως 22.8.2011, διάστημα κατά το οποίο παρέμεινε διασωληνωμένος επί εξαήμερο στην εντατική σε φαρμακολογικό κώμα και εντέλει έλαβε εξιτήριο, προκειμένου να διακομισθεί στην Ιταλία (όπως και έγινε), με την κάτωθι αναφερόμενη πορεία: "Η θεραπεία του ήταν συντηρητική, η πορεία του ασθενούς ομαλή και ο ασθενής εξέρχεται βελτιωμένος με οδηγίες", ενώ στις οδηγίες επισημάνθηκε προς τις ιταλικές Υγειονομικές Αρχές και αρμόδιους φορείς, ότι "ο ασθενής είναι αποικισμένος με το πολυανθεκτικό gram (-) Acinetobacter Baumani, το οποίο δεν συναντάται στην ιταλική επικράτεια, για την αντιμετώπιση του οποίου έλαβε για ικανό χρονικό διάστημα θεραπεία με το αντιβιοτικό Colistin", δηλαδή εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του και της εντεύθεν νοσηλείας του προσβλήθηκε από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω πτώσεώς του, ο ενάγων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση (μέτρια έως βαρεία CGS 7/15), με συνέπεια πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις, με κυριότερη ευμεγέθη αιμορραγική θλάση δεξιά μετωπιαία και συνοδό κάταγμα Θ10, καθώς και θλάση κάτω λοβού δεξιού πνεύμονος, οι βλάβες δε αυτές τον έχουν καταστήσει ανάπηρο και ενόψει της παρελεύσεως πλέον των πέντε ετών από το συμβάν, το αποτέλεσμα αυτό θεωρείται μόνιμο και μη αναστρέψιμο.
Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο ενάγων περπατά με τη βοήθεια βακτηρίας, διότι παρουσιάζει αστάθεια βαδίσεως οφειλόμενη σε μετατραυματική λαβυρινθίτιδα που συνοδεύεται με ζάλη, δυσκολία στη βάδιση και αβεβαιότητα. Επίσης, παρουσιάζει δυσκολίες στη μνήμη και προβλήματα επικοινωνίας στο λόγο, ανοσμία και αγευσία καθόσον αναγνωρίζει μόνο την αίσθηση του γλυκού και του πικρού, μετωπιαίο σύνδρομο, ήτοι αλλαγή συμπεριφοράς, επιθετικότητα με εναλλαγές απάθειας και αντικοινωνικότητα, ενώ υποφέρει και από άλγος στην πλάτη (στο ύψος της θωρακικής μοίρας, οφειλόμενο στο ρωγμώδες κάταγμα πρόσθιας άνω επιφάνειας που υπέστη στο 10ο θωρακικό σπόνδυλο), καθώς και επεισόδια κεφαλαλγίας, που επιδεινώνονται από την μετατραυματική ζάλη (λαβυρινθίτιδα), για την οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, όλα δε τα ανωτέρω συμπτώματα είναι απότοκα του ένδικου τραυματισμού του.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη, από την ημέρα του ατυχήματος και επί τετράμηνο, ο ασθενής παρουσίαζε μερική αναπηρία κατά ποσοστό 70% και μετά το διάστημα της αποθεραπείας του και κατά την εξέταση του στις 11-6-2014, από τον προαναφερόμενο πραγματογνώμονα, παρουσίαζε μερική μόνιμη αναπηρία της τάξεως του 42%, προσδιοριζόμενη με γνώμονα τον Κανονισμό Προσδιορισμού Αναπηρίας (ΦΕΚ 819 της 7-10-1993) αναλυτικά σε ποσοστό 20% για το μετωπιαίο σύνδρομο, σε ποσοστό 20% για τη μετατραυματική λαβυρινθίτιδα, σε ποσοστό 10% για την ανοσμία, σε ποσοστό 7% για την αγευσία και σε ποσοστό 5% για τα υποκειμενικά ενοχλήματα, με βάση τα οποία και κατά συγχώνευση αυτών η αναπηρία του ανέρχεται εντέλει στο προαναφερόμενο ποσοστό της τάξεως του 42%.
Τα ανωτέρω ενισχύονται από την ανωτέρω έκθεση του ιταλού ιατροδικαστή και δεν αναιρούνται από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων, ο οποίος δεν αρνείται μεν το γεγονός ότι ο ενάγων κατέστη μονίμως ανάπηρος εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προσδιορίζει όμως την αναπηρία αυτή σε ποσοστό 25% υπολογίζοντας μόνο τη βλάβη των μετωπιαίων λοβών (αταξία-αβασία-απραξία βαδίσεως-εναλλαγές συμπεριφοράς) κατά 14-16%, το μετατραυματικό σύνδρομο κατά 8-10% και την ανοσμία κατά 5-10%.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της ως άνω μόνιμης αναπηρίας του, ο ενάγων περιήλθε σε αδυναμία να αυτοεξυπηρετείται και χρειάζεται τις υπηρεσίες άλλου προσώπου για την καθημερινή φροντίδα και περιποίηση του. Δεν αναμένεται δε πλήρης αποκατάσταση ή έστω μερική βελτίωση της υγείας του ενόψει της προχωρημένης ηλικίας του (ήταν 71 ετών κατά την ημέρα του ατυχήματος), η δε μερική αναπηρία του επηρεάζει δυσμενώς την καθημερινότητά του και την εν γένει οικογενειακή και κοινωνική ζωή του, καθώς και την οικονομική κατάσταση του, ενόψει του γεγονότος ότι εξαιτίας αυτής ο ενάγων χρειάζεται αυξημένη φροντίδα και δεν μπορεί πλέον να έχει την κοινωνική ζωή και δραστηριότητα που είχε στο παρελθόν.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι μετά την έξοδο του από το Γ.Ν.Α. "Ο Ευαγγελισμός" και την επιστροφή του στην Ιταλία, από την 23-8-2011 έως και τέσσερις μήνες μετά, ήτοι για 120 συνολικά ημέρες, ο ενάγων παρουσίαζε μερική αναπηρία σε ποσοστό 70% και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη παροχής πρόσθετων υπηρεσιών και φροντίδων, οι οποίες του παρασχέθηκαν από τη σύζυγό του και τα τέκνα τους, με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους, επί 16 ώρες ημερησίως, χωρίς την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (αποκλειστικής νοσοκόμας ή οικιακής βοηθού).
Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει την καταβολή από τους εναγομένους ποσού ίσου με αυτό που θα κατέβαλε ως αποδοχές, εάν προσλάμβανε για την περιποίησή του τρίτο πρόσωπο ως οικιακή βοηθό ή αποκλειστική νοσοκόμα, υπολογιζόμενου του ποσού αυτού, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας (οι διάδικοι δεν προσκομίζουν συγκεκριμένα συγκριτικά στοιχεία), στο ποσό των 8 ευρώ ανά ώρα Χ 16 ώρες ημερησίως (8 ώρες κάθε βάρδιας εργασίας-πρωινή και απογευματινή), ήτοι στο ποσό των 128 ευρώ ημερησίως και στο συνολικό ποσό των 15.360 ευρώ για το εν λόγω χρονικό διάστημα των 120 ημερών, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη.
Ακολούθως, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα και μέχρι τουλάχιστον την ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη, ο ενάγων παρουσίαζε αναπηρία, που ανερχόταν σε ποσοστό 42%, όπως προαναφέρεται, εξαιτίας της οποίας χρειάστηκε τη βοήθεια τρίτου προσώπου για την ατομική του φροντίδα, η οποία του παρασχέθηκε από τη σύζυγό του και τα τέκνα τους, επί πέντε ώρες ημερησίως, χωρίς την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (θεραπαινίδος ή οικιακής βοηθού).
Εξάλλου, με βάση την ηλικία του ενάγοντος και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, συνεπεία των προαναφερόμενων βλαβών που υπέστη και του ποσοστού αναπηρίας που του προκλήθηκε από αυτές, ο ενάγων θα έχει τις ίδιες ανάγκες για παροχή βοήθειας από τρίτα πρόσωπα και κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι 31-1-2017 (δηλαδή, πέντε έτη μετά την 1-2-2012 κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή).
Επομένως, αυτός δικαιούται να αξιώσει την καταβολή από τους εναγομένους ποσού ίσου με αυτό που θα κατέβαλε ως αποδοχές, εάν προσλάμβανε για την περιποίησή του τρίτο πρόσωπο ως οικιακή βοηθό ή θεραπαινίδα, υπολογιζόμενου του ποσού αυτού, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 4 ευρώ ανά ώρα Χ 5 ώρες ημερησίως, ήτοι στο ποσό των 20 ευρώ ημερησίως και στο συνολικό ποσό των 36.760 ευρώ (20 ευρώ Χ 38 ημέρες έως την 31-1-2012 + 20 ευρώ Χ 30 ημέρες Χ 12 μήνες Χ 5 έτη), όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη....
Περαιτέρω, λόγω του ανωτέρω τραυματισμού του και της ψυχικής ταραχής και της ταλαιπωρίας που δοκίμασε ο ενάγων, εκτός από την περιουσιακή ζημία, υπέστη και ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του, το είδος, την έκταση και τη σοβαρότητα του κατά τα ανωτέρω τραυματισμού του, τις προαναφερθείσες συνθήκες επελεύσεως του ατυχήματος, το βαθμό του πταίσματος και την ευθύνη του τρίτου και τέταρτου των εναγομένων, προστηθέντων της πρώτης εναγομένης, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, κρίνει με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ότι αυτός δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 40.000 ευρώ και όχι των 10.000 ευρώ που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ) και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2,9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως αυτή (η αρχή) εξειδικεύεται με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δεν έσφαλε η εκκαλουμένη που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα τα προαναφερθέντα ποσά, ως αποζημίωση του αλλ' ορθώς το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες, με την από 6-10-2016 έφεσή τους, καθώς και ο ενάγων-εκκαλών με τον πρώτο λόγο της από 17-10-2016 εφέσεώς του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Βάσιμος, όμως, κρίνεται ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος της ανωτέρω εφέσεως του ενάγοντος με τον οποίο αυτός παραπονείται για το χαμηλό ύψος του ποσού που του επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 6-10-2016 έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων...
Η δε από 17-10-2016 έφεση του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τον δεύτερο λόγο της...να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη καθ' όλες (και τις μη θιγόμενες) διατάξεις της, χάριν της ενότητας της εκτελέσεως....Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να επιδικασθούν στον ενάγοντα τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά ως αποζημίωση του καθώς και ποσό 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 104 ΚΔΝΔ (ν.δ. 187/1983), 185 ΚΙΝΔ (ν. 3816/1958), 172 του β.δ. 683/1960, 914, 288, 330 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με την εφαρμογή τους, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων (εναγομένων) με βάση τις ως άνω διατάξεις και ειδικότερα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των δεύτερου και τρίτου, για την οποία ευθύνεται εις ολόκληρον και η πρώτη αυτών ως προστήσασα τους λοιπούς και πλοιοκτήτρια του πλοίου στο οποίο συνέβη το ένδικο ατύχημα του αναιρεσιβλήτου επιβάτη από την ως άνω αδικοπραξία των λοιπών, πλοιάρχου και ύπαρχου στο εν λόγω πλοίο και κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων, καθώς και επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Επιπλέον, εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά των υπό της πρώτης των αναιρεσειόντων και πλοιοκτήτριας του πλοίου προστηθέντων πλοιάρχου και υπάρχου αυτού (δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές και συγκεκριμένα δεν μερίμνησαν λαμβάνοντας τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα που θα καθιστούσαν δυνατή την αποτροπή του αναφερομένου αποτελέσματος, όπως επιβάλλεται από τις ως άνω διατάξεις, ώστε η αποβίβαση των επιβατών από το πλοίο να γίνεται με ακίνδυνο και ασφαλή τρόπο, σύμφωνα με την κατάλληλη εκ μέρους τους καθοδήγηση και συγκεκριμένα την παροχή των αναγκαίων οδηγιών και εντολών και την εποπτεία τήρησης αυτών, καθώς και τοποθέτηση μελών του πληρώματος σε σημεία κατάλληλα, ώστε να καθοδηγούν και να βοηθούν τους επιβάτες κατά την αποβίβαση, με συνέπεια να δημιουργηθεί μεγάλος συνωστισμός στις κλίμακες καθόδου.
Ακόμη, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειόντων με βάση τα ως άνω περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ήταν ικανή, κατά την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και πράγματι την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση και ως εκ τούτου υφίσταται και ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω εκτιθέμενης συμπεριφοράς και της αναφερόμενης ζημίας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς τη φύση και το μηχανισμό εκδήλωσης του συνωστισμού, ο οποίος κατά τα εκτιθέμενα αποτελεί συνειδητή και όχι αμελή ανθρώπινη συμπεριφορά που εκδηλώνεται παρά τις αντίθετες εκκλήσεις του προσωπικού, είναι απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε και, σε κάθε περίπτωση, με το λόγο αυτό πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι ο σοβαρός τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου οφείλεται αποκλειστικά στην αναφερόμενη παράνομη και αντικείμενη στις παραπάνω διατάξεις συμπεριφορά των αναιρεσειόντων λόγω της μεγάλης αταξίας και συνωστισμού των επιβατών (περί τα 400 άτομα) στις κλίμακες καθόδου του πλοίου και του ότι ο αναιρεσίβλητος παρασύρθηκε από το συνωθούμενος πλήθος των επιβατών και αισθάνθηκε ένα δυνατό σπρώξιμο από πίσω, οφειλόμενο στον έντονο συνωστισμό που επικρατούσε, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει, ενώ ουδεμία αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα.
Επομένως, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά και λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι αναιρεσείοντες χαρακτηρίζουν εσφαλμένες την κρίση και τις σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι ίδιοι ως άνω δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην κατάληξη αυτού σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το θεωρούμενο ως ορθό από τους ίδιους, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την πιο πάνω αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι ο ίδιος στο δικόγραφο αυτής, ενώ αποδίδει την πτώση του και τον απ' αυτήν τραυματισμό του σε ένα δυνατό σπρώξιμο από πίσω κατά τη στιγμή που βρισκόταν πάνω στη σκάλα καθόδου του πλοίου, ωστόσο στη συνέχεια δεν προσδιορίζει την ταυτότητα του επιβάτη που με τον τρόπο αυτό προκάλεσε υπαίτια τον τραυματισμό του και ο οποίος ήταν από το νόμο υπόχρεος προς αποζημίωση, με συνέπεια οι ανωτέρω ισχυρισμοί του να είναι αόριστοι, τον προβληθέντα δε στον πρώτο βαθμό και παραδεκτώς επαναφερθέντα με λόγο έφεσης σχετικό ισχυρισμό τους απέρριψε το Εφετείο.
Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη από 14-12-2012 αγωγή του εκθέτει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της αγωγής του περιστατικά και ειδικότερα αυτά που αναφέρονται στην επικαλούμενη υπαιτιότητα (αμέλεια) των αναιρεσειόντων (εναγομένων), χωρίς να επέρχεται κάποια αοριστία από την αναφορά σ' αυτήν ότι δέχθηκε ένα δυνατό σπρώξιμο από πίσω, χωρίς να αναφέρει το όνομα του προσώπου.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε (σιωπηρά) το σχετικό περί αοριστίας λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, δεν ενήργησε παρά το νόμο και ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 29/2020, ΑΠ 258/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του καταλυτικούς της ένδικης αξίωσης ισχυρισμούς τους για το ότι η αποβίβαση των επιβατών στο συγκεκριμένο λιμένα έγινε υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση ατόμων του προσωπικού του πλοίου καθώς και για το πλέγμα των αναφερομένων μέτρων που είχε θέσει σε εφαρμογή ο δεύτερος αυτών (αναιρεσειόντων) με τον ίδιο σκοπό και τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, ικανοποιούσαν πλήρως τις απαιτήσεις του άρθρου 104 του ν.δ. 187/1973 ως προς την καθιερούμενη με αυτό υποχρέωση του πλοιάρχου να μεριμνά για την ασφάλεια των επιβατών.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα παραπάνω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες περί διενέργειας της αποβίβασης των επιβατών υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του προσωπικού του πλοίου και περί λήψης από το δεύτερο αυτών προς τούτο των αναφερόμενων μέτρων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά ως άνω την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Είναι δε σαφές ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της εναντίον τους ένδικης αγωγής και ειδικότερα ως προς την επικαλούμενη υπαιτιότητα (αμέλεια) αυτών, καθώς και ενισχυτικά αυτών (αρνητικών ισχυρισμών) επιχειρήματα των ίδιων, τα οποία συνάγουν από την κατά την άποψή τους εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αυτά απετέλεσαν περιεχόμενο λόγου της έφεσής τους.
V. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, απορρίπτοντας την προβληθείσα στον πρώτο βαθμό και παραδεκτώς επαναφερθείσα με λόγο έφεσης σχετική ένστασή τους περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 186 ΚΙΝΔ, 172 του β.δ. 683/1960, 31-42 του ν.δ. 187/1973, 914, 300, 330 και 288 ΑΚ.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 186 ΚΙΝΔ, 172 του β.δ. 683/1960, 31-42 του ν.δ. 187/1973 και 300 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με την μη εφαρμογή τους, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ενεπλάκη στο συνωστιζόμενο πλήθος των αποβιβαζομένων επιβατών κρατώντας αποσκευές και στα δύο του χέρια δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει συνυπαιτιότητά του, δεδομένου ότι αφ' ενός μεν η κάθοδος κλίμακας σε επιβατηγό πλοίο με αποσκευές, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος παρέλαβε από ειδικά προς τούτο διαμορφωμένο χώρο στο κατάστρωμα, δεν συνιστά συμπεριφορά που υπερβαίνει το κοινωνικώς επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και ως εκ τούτου δεν μπορούσε αυτός να προβλέψει ότι με την ως άνω συμπεριφορά του υπήρχε πιθανότητα να συντελέσει στην επέλευση του τραυματισμού του και αφ' ετέρου η ενέργειά του αυτή (κάθοδος κλίμακας με αποσκευές) δεν συνετέλεσε στην επέλευση του τραυματισμού του, αφού η πτώση του και ο τραυματισμός του προκλήθηκαν από τις προαναφερόμενες συνθήκες αποβίβασης, ο δε συνωστισμός στον οποίο ενεπλάκη προκειμένου να αποβιβαστεί δημιουργήθηκε χωρίς δική του υπαιτιότητα, ήταν δε τόσο μεγάλος ώστε, και αν ακόμη το επιθυμούσε, δεν θα μπορούσε να τον αποφύγει.
Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι, εφόσον υφίσταται ρητή και συγκεκριμένη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να αποφύγει το συνωστισμό, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης εκ μέρους του σχετικής νομικής του υποχρέωσης να καταβάλλει την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και ως εκ τούτου και των σχετικών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου.
Επίσης, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της διάταξης του άρθρου 186 ΚΙΝΔ περί οφειλής για τις αποσκευές του επιβάτη ιδιαίτερου ναύλου μόνο σε περίπτωση που αυτές υπερβαίνουν το αναφερόμενο στο εισιτήριο μέτρο κατά βάρος ή κατ' όγκο, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι θα έπρεπε οι δεύτερος και τρίτος αυτών (αναιρεσειόντων) να είχαν απαγορεύσει στον αναιρεσίβλητο να μεταφέρει δύο αποσκευές κατά την κάθοδό του στην κλίμακα του πλοίου.
Τούτο δε διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ανέκυψε θέμα καταβολής ή όχι ναύλου για τις αποσκευές του επιβάτη του πλοίου, αλλά ένα σοβαρό θέμα που αφορά την ασφάλεια των επιβατών, οι οποίοι μεταφέρουν μόνοι τους τις αποσκευές στο πλοίο. Περαιτέρω, καθόσον αφορά την παραδοχή του Εφετείου ότι, εφόσον η κάθοδος της κλίμακας με τις χειραποσκευές ανά χείρας ήταν πράγματι εγγενώς επικίνδυνη συμπεριφορά, στην οποία ο αναιρεσίβλητος δεν θα έπρεπε να είχε προβεί, τότε οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες θα έπρεπε να το απαγορεύουν, είτε με την τοποθέτηση μελών του πληρώματος στο πλατύσκαλο, είτε με την εξαρχής απαγόρευση τοποθέτησης των αποσκευών των επιβατών στα καταστρώματα 5 και 6 του πλοίου και με την επιβολή της υποχρέωσης τοποθέτησής τους σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους πλησίον της ράμπας εισόδου του πλοίου, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή δεν συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 31-42 του ν.δ. 187/1973 (ΚΔΝΔ) περί ασφάλειας των πλοίων και γενικής επιθεώρησης αυτών προς διαπίστωση της ικανότητάς τους προς ναυσιπλοΐα.
Τούτο δε διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφαση συνάγεται ότι η αναφορά από το δικαστήριο της ουσίας σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους εναπόθεσης των αποσκευών των επιβατών πλησίον της ράμπας εξόδου του πλοίου έχει σαφώς την έννοια της λήψης από τους αναιρεσείοντες ενός επιπλέον μέτρου για την ασφαλή αποβίβαση των επιβατών από το πλοίο και με την επιλογή βέβαια των χώρων αυτών μετά από έγκριση των αρμοδίων αρχών.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για το ζήτημα αυτό, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-5-2019 αίτηση των ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "BLUE STAR FERRIES NAYTIΛIAKH ANΩNYMOΣ ETAIΡEIA", Μ. Λ. και Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 316/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)