Supreme Court allows appeal against lower court ruling on property rights and legal title acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding property rights. The appellant argued that the lower court incorrectly established legal title through a short period of possession and failed to recognize the creation of a usufructuary right via a deed. The court agreed, ruling that the lower court's findings on the nature of the property transfer and the duration of possession were legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 68, 73 of the Code of Civil Procedure; The right of appeal requires legal interest, which must be personal and direct to the appellant; if the lower court's reasoning incorrectly denies the establishment of a usufructuary right or the acquisition of ownership through possession, the appeal is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 811 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 811/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, ο οποίος ανακάλεσε την από 11-9-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. Ι. του Ι., κατοίκου ..., 2. Ε. Π. του Δ., συζ. Ι. Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Όλγα Ζυγούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10016/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1531/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-8-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 556 παρ. 2ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ" άρθρο 73ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ744/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση ,από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα άσκησε την από 14-5-2014 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε από την πρώτη εναγομένη με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη και από τις δύο εναγόμενες με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, να της καταβάλουν το ποσό των 104805 ευρώ, για το λόγο, ότι η πρώτη εναγομένη, μέσω της δεύτερης, πληρεξούσιας της όσο και η τελευταία της παρέστησαν ψευδώς πριν από την υπογραφή του αναφερόμενου στην αγωγή συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου ότι η πρώτη είναι κυρία αυτού, ότι η δεύτερη εναγόμενη ήταν κυρία κατά το χρόνο της μεταβίβασής του στην πρώτη και ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό ελάττωμα, ενώ στο επίμαχο συμβόλαιο η πρώτη εναγομένη εγγυήθηκε ότι ανήκει στην αποκλειστική της κυριότητα το επίδικο ακίνητο και ότι της το μεταβιβάζει ελεύθερο από κάθε εκνίκηση από τρίτο πρόσωπο, διεκδίκηση και κάθε άλλο νομικό ελάττωμα, καθώς και ότι αυτή (η ενάγουσα) πείσθηκε στις άνω απατηλές διαβεβαιώσεις τους, κατάρτισε το επίδικο συμβόλαιο και κατέβαλε το τίμημα, όμως το έτος 2013 διαπίστωσε ότι εξέλιπε η κυριότητα στο πρόσωπο της άνω πωλήτριας και της δικαιοπαρόχου της, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει την κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου λόγω νομικού ελαττώματος.
Επί της άνω αγωγής εκδόθηκαν αρχικά η 10016/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 1531/2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (προσβαλλομένη), η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με βάση τα ανωτέρω η αναιρεσείουσα έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης η οποία δεν ασκείται καταχρηστικά και> συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέοι .
Κατά το άρθρο 1033ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ" αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 369ΑΚσυμβάσεις που έχουν αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη μετάθεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ίδιου Κώδικα, μεταξύ άλλων, κάθε εν ζωή δικαιοπραξία με την οποία επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού (ΑΠ 1083/2019).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1041, 1042, 1043 και 1045 ΑΚ καθίσταται κάποιος κύριος ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και νομή δέκα έτη) καθώς και της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετή νομή) ενώ κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου..
Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ" αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι της μεταβιβάσεως νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι: α) Η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής, σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο, δηλαδή, και εκείνου που μεταβιβάζει τη νομή.
Το στοιχείο αυτό της θέλησης του μεταβιβάζοντος νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν (ΑΠ 956/2010). Η συμφωνία αυτή ,μη απαιτούσα την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, αποτελεί αφηρημένη δικαιοπραξία και είναι αδιάφορο αν γι'αυτήν τηρείται ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή γίνεται ατύπως (ΑΠ 1593/1979, ΑΠ 1139/2011).
Κατά δε το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία) ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (άρθρο 976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.
Από τα παραπάνω συνάγεται επίσης ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 915/2019).
Περαιτέρω, η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διακρατώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Παρέπεται ότι ο επικαρπωτής αποκτά την οιονεί νομή επικαρπίας δηλαδή, τη φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιούχου, ενώ η κυρία νομή, δηλαδή, η καθολική εξουσιάση του πράγματος με διάνοια κυρίου παραμένει στον ψιλό κύριο, ασκείται όμως στο όνομά του από τον επικαρπωτή.
Η επικαρπία συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι αντίστοιχες για την κτήση της κυριότητας διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως. Ο κύριος ακινήτου μπορεί, μεταβιβάζοντας το, για νόμιμη αιτία σε άλλον με συμβόλαιο μεταγεγραμμένο, να παρακρατήσει την επ' αυτού επικαρπία υπέρ του εαυτού του ή υπέρ τρίτου ή υπέρ του εαυτού του και του τρίτου (αρθ. 1143ΑΚ).
Στην περίπτωση αυτή δεν καταρτίζεται μία μοναδική δικαιοπραξία (με περιεχόμενο ότι ο κύριος παραχωρεί τη ψιλή κυριότητα και παρακρατεί υπέρ αυτού την επικαρπία, διότι τούτο θα προϋπόθετε ότι η επικαρπία υπάρχει ήδη στο πρόσωπο του κυρίου του συνιστώντος την επικαρπία σαν ιδιαίτερο δικαίωμα ανεξάρτητο από την κυριότητα, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει, γιατί η επικαρπία ως δουλεία είναι δυνατόν να υπάρχει μόνο σε ξένο πράγμα και όχι σε ίδιο), αλλά δύο δικαιοπραξίες:
αφενός η μεταβίβαση της κυριότητας στον αποκτώντα, αφετέρου η σύσταση από τον αποκτώντα επικαρπίας υπέρ του μεταβιβάσαντος. Οι δικαιοπραξίες αυτές μπορούν να συντελεσθούν σε ενιαία εξωτερική πράξη, αν πρόκειται για ακίνητο και να ενσωματωθούν στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Κατά συνέπεια μπορεί να προσκομισθεί για μεταγραφή και το μοναδικό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΠ 1192/2011).
Περαιτέρω, η επικαρπία μπορεί να συσταθεί είτε με τακτική χρησικτησία, οπότε απαιτείται πράγμα δεκτικό χρησικτησίας, οιονεί νομή επικαρπίας, καλή πίστη του οιονεί νομέα, νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος και δεκαετής οιονεί νομή είτε με έκτακτη, οπότε απαιτείται πράγμα δεκτικό χρησικτησίας, οιονεί νομή επικαρπίας και εικοσαετής οιονεί νομή (άρθ. 1143, 1041- 1043, 1045 ΑΚ).
Εξάλλου κατά τα άρθρα 1167 και 1168 του ΑΚ, η απόσβεση της επικαρπίας για κάποιον από τους λόγους του αναφέρονται στο νόμο έχει ως συνέπεια ότι η επικαρπία επιστρέφει αυτοδικαίως στην κυριότητα από την οποία αποσπάσθηκε, χωρίς να απαιτείται να οριστεί αυτό κατά τη σύσταση, δηλαδή, επιστρέφει σε εκείνον στον οποίο βρίσκεται ήδη η κυριότητα, αφού η επιστροφή αναφέρεται στην κυριότητα που υπάρχει κατά το χρόνο της αποσβέσεως της επικαρπίας (ΑΠ 1374/2014).
Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1147 του ίδιου Κώδικα, ο επικαρπωτής ασκεί ίδια μεν νομή έναντι μόνον των τρίτων με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή), η οποία ως περιεχόμενο έχει ειδικές και κατ' ιδίαν χρησιμότητες του πράγματος, έναντι δε του ψιλού κυρίου και για το σύνολο των εξουσιών πάνω στο πράγμα ασκεί νομή μόνο στο όνομα του τελευταίου(ΑΠ509/2018).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟΛΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ζήτημα, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../13-12-2006 συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας αγροτεμαχίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Τ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών στις 27-12-2006 στον τόμο ... και αριθμό …, η πρώτη εναγομένη, η οποία συμβλήθηκε δια της δεύτερης εναγόμενης πληρεξούσιας και αντικλήτου της, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα άρτιο και οικοδομήσιμο αγροτεμάχιο, εκτός σχεδίου πόλης, εντός ζώνης και εκτός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, μη αρδευόμενο και σε απόσταση από τη θάλασσα μεγαλύτερη των 800 τ.μ., έκτασης 7.860 τ.μ.
κατά τον τίτλο κτήσης της και 8.020 τ.μ. κατά νεότερη εμβαδομέτρηση, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Επανομής του Δήμου Επανομής Ν. Θεσσαλονίκης στη θέση "..." και συνορεύει γύρωθεν με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων ιδιοκτητών, με αγροτικό δρόμο όπου έχει πρόσοψη, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων ιδιοκτητών και με ιδιοκτησία αγνώστων.
Το επίμαχο αγροτεμάχιο περιήλθε στην πρώτη εναγομένη δυνάμει της υπ' αριθμ. .../22- 12-2005 συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών στον τόμο ... και αριθμό …, στην οποία προέβη η δεύτερη εναγόμενη μητέρα της, που κατά την περιεχόμενη στο εν λόγω συμβόλαιο δήλωσή της, είχε καταστεί κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω της κατά το έτος 1980 άτυπης παραχώρησής του προς αυτήν από τον πατέρα της Δ.
Π. του Θ., δικηγόρου όσο ζούσε Θεσσαλονίκης, και της άσκησης από αυτήν από τον ανωτέρω χρόνο και συνεχώς, αδιάλειπτα και αδιατάρακτα μέχρι τη σύνταξη; του συμβολαίου πράξεων νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με καλή πίστη και διάνοια κυρίας, προσμετρουμένου στο χρόνο νομής της και του χρόνου νομής του πατέρα της, ο οποίος, κατά δήλωσή της, κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1956, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς, αδιάλειπτα και αδιατάρακτα, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσήκουν στη φύση και στον προορισμό του.
Όπως αποδείχθηκε, ο παππούς της πρώτης εναγομένης και πατέρας της δεύτερης , ο οποίος απεβίωσε στις 15- 11-2000, είχε αναλάβει το έτος 1952 τη δικαστική διεκδίκηση του κληρονομικού μεριδίου των εντολέων του Α. Δ., Σ. Κ., Α. χήρας Π. Λ., Ε. χήρας Κ. Λ. και Α. Λ. του Γ. επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατρός και παππού αυτών, Π.
Λ. του Γ., αποτελούμενης από έναν αγρό 50 περίπου στρεμμάτων και μία οικία μετά του υπ' αυτής και πέριξ αυτής οικοπέδου, αντί αμοιβής συνιστάμενης σε ποσοστό 30% επί των κληρονομιαίων που θα επιδικαζόντουσαν ή θα περιέρχονταν δια συμβιβασμού στους παραπάνω εντολείς του, η αμοιβή δε αυτή θα καταβαλλόταν σε περίπτωση επιτυχούς για τους τελευταίους έκβασης της υπόθεσής τους.
Η εν λόγω αμοιβή του, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, που διατυπώθηκε στο από 4-4-1952 ιδιωτικό συμφωνητικό δικηγορικής αμοιβής, (για το οποίο γίνεται μνεία στην παρακάτω αναφερόμενη με αριθμ. 1858/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), θα παρεχόταν επί του δικαιώματος κυριότητας, νομής και κατοχής αυτούσιων των κτημάτων που θα περιέρχονταν στους εντολείς του.
Ο Δ. Π. διεκπεραίωσε επιτυχώς την ανωτέρω εντολή και το καλοκαίρι του έτους 1956 οι κληρονόμοι του Π. Λ. διένειμαν άτυπα την κληρονομιαία αυτού περιουσία, στην οποία, μετά το χωρισμό του μεριδίου του αντιδίκου των εντολέων του, Ε. Λ. του Π., συμμετείχε και ο εν λόγω δικηγόρος κατά το ποσοστό της αμοιβής του. Από τη διανομή αυτή ο Δ.
Π. έλαβε διαιρετό τμήμα, εμβαδού 5.775 τ.μ., ενός μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου, εμβαδού 25.669 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής Επανομής και τμήμα, εμβαδού 2.250 τ.μ., έτερου ακινήτου, κείμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής Επανομής. Ακολούθως, με προφορική του συμφωνία με την εντολέα του Α.
Δ. αντάλλαξε το τμήμα, εμβαδού 2.250 τ.μ., στη θέση "..." με το συνεχόμενο του δικού του διαιρετό τμήμα, εμβαδού 2.250 τ.μ., που είχε λάβει η τελευταία από το ακίνητο στη θέση "...". Έκτοτε δε ο Δ. Π. ένωσε τα δύο αυτά διαιρετά τμήματα σε ένα ενιαίο, συνολικού εμβαδού 8.025 τ.μ. περίπου, το οποίο περιέφραξε και εκμίσθωσε αρχικά στον Ι.
Μ. και στη συνέχεια από το έτος 1975 στο Χ. Υ., οι οποίοι το καλλιεργούσαν έναντι μισθώματος που κατέβαλαν σ' αυτόν συνεχώς από το έτος 1956. Στις 4-10-1982 οι εκ των εντολέων του Α. χήρα Π. Λ., Ε. χήρα Κ. Λ., οι κληρονόμοι του Α. Λ. του Γ., Γ. Λ. του Α. και Γ. Λ. του Α., και Α., Α. του Ι., αφού κατέστρεψαν την περίφραξη, κατέλαβαν τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 3.000 τ.μ., κείμενο στη νότια πλευράν αυτού, το οποίο περιέφραξαν και προσάρτησαν στη συνεχόμενη ιδιοκτησία των τεσσάρων πρώτων, αποβάλλοντας έκτοτε τον Δ.
Π. από αυτό. Ενόψει της αποβολής του από τη νομή, ο τελευταίος άσκησε τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2610/23- 9-1983 αγωγή του κατά των αμέσως ανωτέρω αντιδίκων του, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί νομέας του τμήματος των 3.000 τ.μ. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 1858/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της με αριθμό 2219/1984 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε αναρμόδιο, που έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του Δ. Π., και στη συνέχεια, κατόπιν άσκησης έφεσης από τους εναγόμενους κατά της ανωτέρω πρωτοβάθμιας απόφασης, η με αριθμό 1848/1990 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.
Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-12-1990 έκθεσης βίαιης αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Γ., αποβλήθηκαν από τη νομή του εν λόγω τμήματος του επίμαχου ακινήτου οι αντίδικοι του Δ. Π. και εγκαταστάθηκε αυτός στη νομή του. Τον Δεκέμβριο του έτους 1983, ενόψει του επικείμενου γάμου της δεύτερης εναγόμενης θυγατέρας του με τον , Ι.
Ι. του Δ., (πατέρα και σύζυγο αντίστοιχα των εναγομένων), που τελέστηκε στις 28-12-1983, ο Δ. Π., ο οποίος εν τω μεταξύ είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, συνεπεία της εκ μέρους του άσκησης επ' αυτού όλων των προαναφερόμενων και προσηκουσών στη φύση και στον προορισμό τού, δηλωτικών της ηθελημένης απεριόριστης εξουσίασής του, εμφανών υλικών και νομικών πράξεων, για χρόνο που υπερέβαινε την εικοσαετία (ΑΚ 1045), παραχώρησε άτυπα στη δεύτερη εναγομένη το επίδικο ακίνητο κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας υπέρ αυτού, κατά ρητή δήλωσή του, εφ' όρου ζωής την επικαρπία επί του επιδίκου, όπως για το γεγονός αυτό με σαφήνεια κατέθεσαν τόσο ο μάρτυρας των εναγομένων, όσο και ο Α.
Ι. στην παραπάνω ένορκη βεβαίωσή του, οι οποίοι λόγω της συγγενικής τους ιδιότητας με την δεύτερη εναγομένη, σύζυγος και κουνιάδος, ήταν παρόντες στην οικογενειακή συγκέντρωση του Δεκεμβρίου 1983, όπου ενόψει του επικείμενου γάμου της άκουσαν προσωπικά το Δ. Π. να δηλώνει ότι δίνει ως προίκα στην κόρη του το επίδικο ακίνητο κι επειδή είχαν αρχίσει οι δικαστικές διαμάχες με αγρότες της περιοχής που είχαν καταπατήσει τμήμα αυτού, θα συνέχιζε να το διαχειρίζεται ο ίδιος όσο ζούσε.
Η άτυπη αυτή σύμβαση υλοποιήθηκε εξ αρχής για ολόκληρο το ακίνητο, ακόμη και για το τμήμα αυτού, έκτασης 3.000 τ.μ., που είχαν ήδη καταλάβει οι προαναφερόμενοι αντίδικοι του Δ. Π., δοθέντος ότι παρά την κατάληψη αυτή, ο τελευταίος ουδέποτε απώλεσε την επ' αυτού νομή του. Ειδικότερα, η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού, η δε νομή, που έχει άπαξ κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα και χωρίς τη διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, δηλαδή, χωρίς να είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.
Η νομή βέβαια είναι δυνατό να απωλεσθεί, αν εκλείψει ένα από τα εννοιολογικά στοιχεία της, η απώλειά της, δηλαδή, επέρχεται όταν ο νομέας διαζευκτικά ή συμπλεκτικά είτε παύσει εκούσια ή ακούσια να, ασκεί τη φυσική εξουσία επί του πράγματος, είτε εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια αυτού, ήτοι παύσει να έχει τη θέληση να εξουσιάζει το πράγμα σαν δικό του, πλην, όμως, σε περίπτωση κατάληψης ακινήτου από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επ' αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκτηση αυτής αυτοδύναμα ή δικαστικά και αποτύχει...
Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο Δ. Π., κατά το χρόνο της ανωτέρω άτυπης μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας ολόκληρου του ακινήτου, δεν είχε απωλέσει τη νομή του επί του τμήματος αυτού, παρά την κατάληψή του από τους προαναφερόμενους αντιδίκους του, δοθέντος ότι μόλις πληροφορήθηκε την εκ μέρους τους κατάληψή του, δεν εφησύχασε, αλλά επιχείρησε και πέτυχε τελικά την ανάκτησή της δια της δικαστικής οδού με την άσκηση της ανωτέρω αγωγής αποβολής από τη νομή και, μάλιστα, εντός έτους από την κατάληψη του τμήματος, με συνέπεια να θεωρείται ότι ουδέποτε απώλεσε τη νομή.
Μετά, λοιπόν, την κατά τα ανωτέρω άτυπη μεταβίβαση του επίμαχου αγροτεμαχίου κατά ψιλή κυριότητα, η δεύτερη εναγομένη ασκούσε όλες τις προσήκουσες στη φύση και στον προορισμό του επίδικου ακινήτου διακατοχικές πράξεις τόσο μέσω του πατέρα της, οιονεί νομέα, ο οποίος είχε παρακρατήσει υπέρ αυτού την επικαρπία του ακινήτου, όσο και αυτοπροσώπως και ιδίως μετά το έτος 1993, οπότε αυτός αδυνατούσε να ασκεί φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου λόγω προβλημάτων υγείας.
Έτσι, ο πατέρας της, σε συνεννόηση με τη δεύτερη εναγομένη και με τη σύμφωνη γνώμη της, εξακολούθησε να το εκμισθώνει σε τρίτους, με τελευταίο μισθωτή τον Α. Υ., εισπράττοντας τα μισθώματα, διαπραγματευόταν την πώλησή του, ενώ συχνά το επισκεπτόταν και το επέβλεπε προς αποτροπή ενεργειών τρίτων, που μπορούσαν να προσβάλουν τη νομή τους, μαζί με τη θυγατέρα του, η οποία, μάλιστα, πριν από το θάνατο του και συγκεκριμένα, το καλοκαίρι του έτους 2000, προέβη στην κατασκευή περίφραξης ολόκληρου του αγροτεμαχίου, με τη συνδρομή του Τ.
Μ., όπως αυτός βεβαιώνει στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του. Με το θάνατο, του Δ. Π. στις 15-11-2000 αποσβέσθηκε αυτόματα η παρακρατηθείσα υπέρ αυτού επικαρπία επί του επίμαχου αγροτεμαχίου, επέστρεψε αυτόματα στην κυριότητα, από την οποία είχε αποσπαστεί και ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα της δεύτερης εναγομένης σε πλήρη κυριότητα, ενώ η τελευταία συνέχισε να ασκεί αυτοπροσώπως εμφανείς και υλικές πράξεις νομής επ' αυτού, με την εκμίσθωσή του στον Α.
Υ. και την είσπραξη από αυτόν μισθωμάτων για τις καλλιεργητικές περιόδους των ετών 2001 έως και 2005, οπότε και το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην πρώτη εναγόμενη θυγατέρα της. Για όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, σαφείς υπήρξαν οι καταθέσεις του μάρτυρα των εναγομένων, αλλά και οι ένορκες βεβαιώσεις των Α.
Ι. και Τ. Μ., εκ των οποίων μάλιστα ο τελευταίος, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980 όταν θέλησε να αγοράσει ακίνητο στην ίδια περιοχή, απευθύνθηκε στη δεύτερη εναγομένη προκειμένου ως κυρία αυτού του πωλήσει το επίδικο ακίνητο, πλην όμως η σχετική αγοραπωλησία δεν προχώρησε, ήταν δε το πρόσωπο που με εντολή της δεύτερης εναγομένης επέβλεπε το συνεργείο που κατασκεύαρε την περίφραξη ,στο επίδικο ακίνητο το έτος 2000.
Οι καταθέσεις των άνω μαρτύρων σε καμία περίπτωση δεν αναιρέθηκαν από όσα οι μάρτυρές της ενάγουσας, Κ. Β., Κ. Β. και Δ. Α., στις ένορκες βεβαιώσεις των αναφέρουν, οι οποίοι, άπαντες δικηγόροι γνωστοί της ενάγουσας άμεση αντίληψη για το ποιος ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο δεν έχουν, εισφέρουν δε στη δίκη (ο πρώτος και τρίτος) ότι αν γνώριζαν ότι στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών υπήρχε εγγεγραμμένη η προαναφερόμενη αγωγή του Δ.
Π., που αφορούσε τμήμα του επιδίκου ακινήτου και η οποία έγινε δεκτή κατ'ουσία με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από το έτος 1990, θα συμβούλευαν την ενάγουσα να μην αγοράσει το επίδικο ακίνητο θεωρώντας βάσιμους τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ύπαρξης νομικού ελαττώματος επ'αυτού. Στη σημείο τούτο πρέπει να λεχθεί ότι ο προαναφερόμενος Κ.
Β., εκτός από γνωστός της ενάγουσας είναι και πρώτος ξάδελφος της δεύτερης εναγομένης, στον οποίο αυτή απευθύνθηκε μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου της, προσκομίζοντάς του όλα τα έγγραφα που κατείχε σχετικά με το επίδικο ακίνητο προκειμένου να το μεταβιβάσει στην κόρη της και γι αυτό, δεν είναι τυχαίο που έξω από το φάκελο της συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο της άνω γονικής παροχής, υπάρχει η επαγγελματική σφραγίδα αυτού, ενώ επιπρόσθετα επιμελήθηκε για την εύρεση αγοραστή στο ακίνητο και παραβρέθηκε άτυπα κατά τη σύνταξη του συμβολαίου πώλησης, όπως, ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη βεβαίωση του "λόγω συγγένειας και φιλικής σχέσεως με τους συμβαλλομένους".
Επιπλέον επτά μόλις ημέρες αφότου η ενάγουσα αγόρασε το επίδικο ακίνητο ο Κ. Β. καταρτίζει μαζί της το με αριθμ. .../20.12.2006 προσύμφωνο της ίδιας συμβολαιογράφου Ε. Τ., δυνάμει του οποίου η ενάγουσα υποσχέθηκε ότι θα του μεταβιβάσει αυτό αντί τιμήματος 10.000 ευρώ, το οποίο φέρεται στο προσύμφωνο ότι της κατέβαλε, το οριστικό δε συμβόλαιο θα γινόταν σε ημέρα και ώρα που θα όριζε αυτός ως αγοραστής, χωρίς κλήτευση της ενάγουσας με αυτοσύμβαση ..., ενώ με την υπογραφή του προσυμφώνου η πωλήτρια παρέδωσε και ο αγοραστής παρέλαβε τη νομή, κατοχή και χρήση αυτού και του εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα της πωλήτριας (ενάγουσας).
Το προσύμφωνο τούτο, αντίγραφο του οποίου έλαβαν στην κατοχή τους οι εναγόμενες κατόπιν της με αριθμ. 2080/9.5.2014 εισαγγελικής διαταγής, λύθηκε με το από 20.4.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δεν φέρει βέβαιη χρονολογία, για την επιβεβαίωση της, οποίας κάνει λόγο στην ένορκη βεβαίωσή του, ο Κ. Β., γυιός του Κ., που συνέταξε αυτό ως ασκούμενος τότε δικηγόρος.
Η εξήγηση που δίνει ο Κ. Β. - ως άτομο και όχι ως δικηγόρος- για τη σύναψη του εν λόγω προσυμφώνου είναι ότι θέλησε με αυτό να εξασφαλίσει το δάνειο των 10.000 ευρώ που χορήγησε στην ενάγουσα προκειμένου να συμπληρώσει το τίμημα της επίδικης πώλησης και όταν αυτή το επέστρεψε προχώρησαν στην ακύρωση του προσυμφώνου.
Κατόπιν τούτων, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα της δεύτερης εναγομένης, συνέτρεξαν στο πρόσωπο της τελευταίας όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την απόκτηση κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της συνεχούς, άνω της εικοσαετίας, αδιατάρακτης και ανεπίληπτης εκ μέρους της άσκησης των προαναφερόμενων εμφανών υλικών ενεργειών που προσιδίαζαν στη φύση και στον προορισμό του και οι οποίες αναμφίβολα συνιστούν πράξεις νομής και έμπρακτης εξωτερίκευσης της θέλησής της να το εξουσιάζει ως κυρία αυτού, χωρίς να αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε το δικαίωμα κυριότητάς της, συνυπολογιζομένου στο χρόνο νομής της και του χρόνου νομής του ανωτέρω δικαιοπαρόχου της, δοθέντος ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία) ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα...
και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων, ώστε και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεστεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία...Η κατάφαση της άσκησης από τη δεύτερη εναγομένη νομής επί (του επιδίκου με διάνοια κυρίας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο πατέρας της είχε παρακρατήσει υπέρ αυτού την επικαρπία του ακινήτου, επιχειρούσε δε και αυτός πράξεις νομής, εισπράττοντας, μάλιστα, μισθώματα από την εκμίσθωσή του, καθόσον αφενός η άσκηση νομής μπορεί να γίνει όχι μόνο αυτοπροσώπως, αλλά και μέσω άλλου, αφετέρου μέσω άλλου ασκεί τη νομή και ο ψιλός κύριος του πράγματος και, συγκεκριμένα, την ασκεί μέσω του επικαρπωτή, ο οποίος ασκεί ίδια μεν νομή έναντι μόνο των τρίτων με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή), η οποία ως περιεχόμενο έχει ειδικές και κατ' ιδίαν χρησιμότητες του πράγματος, έναντι δετού ψιλού κυρίου και για το σύνολο των εξουσιών πάνω στο πράγμα ασκεί τη νομή μόνο στο όνομα του τελευταίου, δηλαδή κατέχει το πράγμα για τον κύριο, έτσι ώστε ο ψιλός κύριος είναι ο πραγματικός νομέας του ακινήτου και ασκεί τη νομή μέσω του επικαρπωτή...
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο πατέρας της αναγνωρίστηκε τελεσίδικα με την προαναφερόμενη με αριθμ. 1848/1990 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, νομέας του τμήματος,, έκτασης 3.000 τ.μ., του επίμαχου αγροτεμαχίου δεν ανατρέπει την εκ μέρους της κτήση κυριότητας και επ' αυτού του τμήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δοθέντος ότι ο πατέρας της άσκησε την εν λόγω αγωγή πριν από την άτυπη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας ολόκληρου του ακινήτου σ' αυτή, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός ήταν κύριος και νομέας του ακινήτου.
Ενόψει δε του ότι η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, ενώ η μεταβίβαση αυτή ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει οποιαδήποτε μεταβολή στη δίκη..., η άσκηση της προκείμενης αγωγής από τον πατέρα της και η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επ' ονόματι αυτού ως νομέα του εν λόγω τμήματος δεν κατέστησε κενή περιεχομένου την προαναφερόμενη άτυπη μεταξύ τους σύμβαση, ούτε, άλλωστε, αποστέρησε από τη δεύτερη εναγομένη την κτήση και άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού, αφού ο πατέρας της συνέχισε τη δίκη στο όνομά του ως μόνος νομιμοποιούμενος διάδικος, αυτή δε ως ειδική διάδοχος του στη νομή καταλήφθηκε από το απορρέον από τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις επί της αγωγής του δεδικασμένο.
Μετά τις παραδοχές αυτές, οι αιτιάσεις της ενάγουσας, ότι το δεδικασμένο της άνω απόφασης ,δεσμεύει άπαντες ,ότι αποκλειστικός νομέας του τμήματος του επίδικου ακινήτου ήταν ο δικαιοπάροχος της δεύτερης εναγόμενης και όχι η ίδια, είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και ο συναφής έκτος λόγος έφεσης απορριπτέος.
Συνακόλουθα, εφόσον η δεύτερη εναγομένη ουδέποτε αποξενώθηκε από το επίδικο ακίνητο, ούτε, άλλωστε, εκδήλωσε με οποιονδήποτε τρόπο τη βούλησή της να παύσει να το εξουσιάζει, από το Δεκέμβριο του έτους 1983, οπότε διαδέχθηκε τον πατέρα της στη νομή του, που της παραδόθηκε με την οικεία βούληση του τελευταίου και έως τότε νομέα του, συνεχίζοντας την ήδη κτητική νομή του δικαιοπάροχου της, η οποία του είχε προσπορίσει κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και μεταβιβάστηκε σ' αυτή με τα ίδια κτητικά προσόντα, χωρίς, να ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή η έλλειψη περιβολής της σχετικής τους συμφωνίας με το συμβολαιογραφικό τύπο και μεταγραφής της, δεδομένου ότι η νομή δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα ...
μέχρι και το θάνατο του δικαιοπαρόχου πατέρα της είχε καταστεί κατά τον τελευταίο αυτό χρόνο αποκλειστική κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Όσον αφορά το επικαλούμενο από την ενάγουσα γεγονός ότι και οι δύο εναγόμενες αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιαία περιουσία του ανωτέρω παππού και πατέρα τους, αντίστοιχα, λόγω χρεών του προς το Δημόσιο, δεν ασκεί έννομη επιρροή και ο σχετικός πέμπτος λόγος έφεσης, καθίσταται αβάσιμος, δοθέντος ότι το επίδικο ακίνητο δεν συμπεριλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία αυτού, καθόσον ήδη από τον ανωτέρω χρόνο αυτό είχε εκφύγει της κληρονομιάς, αφού είχε περιέλθει κατά τα ανωτέρω στην αποκλειστική κυριότητα της δεύτερης εναγομένης.
Επομένως, εφόσον, κατά το χρόνο της κατάρτισης της προαναφερόμενης γονικής παροχής, η δεύτερη εναγομένη είχε ήδη θεμελιώσει από το χρόνο θανάτου του πατέρα την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η μεταβίβαση της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου στην πρώτη εναγομένη από τη μητέρα της λόγω γονικής παροχής προσπόρισε στην πρώτη κυριότητα επ1 αυτού.
Για τον ίδιο, άλλωστε, λόγο η επίμαχη μεταβίβαση του επιδίκου από την πρώτη εναγόμενη στην ενάγουσα, δυνάμει της προαναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας αυτού, προσπόρισε στο πρόσωπο της ενάγουσας κυριότητα επί του επίμαχου ακινήτου, αφού οι ανωτέρω τίτλοι κυριότητας των εναγόμενων δικαιοπαρόχων της δεν έπασχαν από το επικαλούμενο ελάττωμα της ανυπαρξίας κυριότητας στο πρόσωπο των τελευταίων.
Το γεγονός ότι στο συμβόλαιο γονικής παροχής του επίμαχου αγροτεμαχίου, που καταρτίστηκε μεταξύ των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων, αναφέρεται ότι η άμεση δικαιοπάροχος της τελευταίας δεύτερη εναγομένη κατέστη αποκλειστική κυρία του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας λόγω της άτυπης παραχώρησής του προς αυτήν από τον πατέρα της το έτος 1980 και όχι το Δεκέμβριο του έτους 1983, οπότε και πράγματι της παραχωρήθηκε, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη συνέπεια στην ανωτέρω παραδοχή του Δικαστηρίου, αναφορικά με την ανυπαρξία του επικαλούμενου νομικού ελαττώματος του πωληθέντος ακινήτου, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η δεύτερη εναγομένη είχε οπωσδήποτε καταστεί κυρία αυτού πριν από τη μεταβίβασή του στην πρώτη εναγόμενη θυγατέρα της και ήδη από το χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου πατέρα της.
Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί η όλη συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία ενώ διακαώς όπως στην ένδικη αγωγή της αναφέρει Θέλησε μετά τη λύση του γάμου που είχε τελέσει με τον Σ. Π. να αποκτήσει ένα δικό της περιουσιακό στοιχείο και έτσι αγόρασε το επίδικο ακίνητο, μόλις επτά μέρες μετά την αγορά υπογράφει προσύμφωνο και υπόσχεται στο μέλλον να πωλήσει αυτό στον Κ.
Β. κι αν δεχθούμε τους ισχυρισμούς του τελευταίου, με τον κίνδυνο αν δεν του κατέβαλλε το ποσό των 10.000 ευρώ που της δάνεισε να χάσει και το ποσό των 100.000 ευρώ, που δαπάνησε για την αγορά του, επιπρόσθετα δε όταν για πρώτη φορά η ενάγουσα οκτώ χρόνια μετά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου αγοραπωλησίας έκανε λόγο στην από 14.1.2014 εξώδικη δήλωσή της που απέστειλε στην πρώτη εναγομένη, περί αόριστων αγοραστών που ήθελαν να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο, αλλά "σκόνταψαν" στην έλλειψη νόμιμου τίτλου των δικαιοπαρόχων της, εντοπίζει το νομικό ελάττωμα και την έλλειψη κυριότητας της δεύτερης εναγομένης, όχι σε όλο το ακίνητο, αλλά μόνο στο τμήμα των 3.000 τ.μ.
για το οποίο οι δικαστικές αποφάσεις δέχονται ότι είχε νομή ο Δ. Π., παρά ταύτα όμως με την κρινόμενη αγωγή επικαλούνται την ύπαρξη νομικού ελαττώματος επί όλου του ακινήτου και ζητούν την ανάλογη αποζημίωση. Κι ενώ η ενάγουσα επικαλείται αντιδράσεις υποψηφίων αγοραστών κατά την έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου, -χωρίς να κατονομάζει κανένα-, η ίδια μετά την απόκτηση του εν λόγω ακινήτου και δη, την 28.11.2008 διέγραψε την προαναφερόμενη αγωγή διεκδικήσεως από τα σχετικά βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών και δεν υπάρχει πλέον επ'αυτού καμία άλλη αγωγή..., δεν αμφισβήτησε δε ποτέ τον ισχυρισμό των αντιδίκων της, ότι κανένας δεν όχλησε αυτούς, ούτε τον δικαιοπάροχο τους Δ.
Π. για το επίδικο ακίνητο. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αγωγή, τόσο ως προς την κύρια βάση της, όσο και ως προς την επικουρική της βάση, που ερείδεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες δεν προέβησαν σε οποιεσδήποτε ψευδείς διαβεβαιώσεις προς την ενάγουσα αναφορικά με την εκ μέρους τους κτήση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ομοίως απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη και κατά τις δύο βάσεις της, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι περί του αντιθέτου δε πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έβδομος και όγδοος λόγοι έφεσης τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι>...
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι επίμαχοι τίτλοι κυριότητας των εναγομένων - δικαιοπαρόχων της ενάγουσας δεν έπασχαν από το επικαλούμενο ελάττωμα της ανυπαρξίας κυριότητας στο πρόσωπο των εναγομένων και ότι δυνάμει της προαναφερομένης συμβολαιογραφικής αγοραπωλησίας που συνήψε με την πρώτη εναγομένη η ενάγουσα απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο.
Ειδικότερα, δέχθηκε τα εξής: Κατά την κατάρτιση της .../2006 συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας του επίδικου αγροτεμαχίου που μεταγράφηκε νόμιμα η πρώτη εναγομένη, που συμβλήθηκε δια της δεύτερης εναγομένης (μητέρας της) ως πληρεξούσιας και αντικλήτου της, μεταβίβασε στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή το πιο πάνω ακίνητο, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτή από τη δεύτερη εναγομένη με το .../2005 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. 'Οπως δήλωσε η πρώτη εναγομένη στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο η δικαιοπάροχος της (δεύτερη εναγομένη) είχε καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω της κατά το έτος 1980 άτυπης παραχώρησής του από τον πατέρα της Δ.
Π. και της άσκησης έκτοτε από αυτήν πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του πατέρα της από το έτος 1956 που το είχε αποκτήσει κατόπιν άτυπης διανομής. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι το Δεκέμβριο του έτους 1983 ο Δ. Π., ενόψει του γάμου της δεύτερης εναγομένης, και αφού ο ίδιος είχε καταστεί πλέον κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παραχώρησε άτυπα στην τελευταία την ψιλή κυριότητα του εν λόγω ακινήτου ,παρακρατώντας ο ίδιος εφ' όρου ζωής την επικαρπία αυτού.
Στη συνέχεια, η δεύτερη εναγόμενη ασκούσε όλες τις προσήκουσες στην φύση και στον προορισμό του ακινήτου πράξεις νομής (εκμίσθωση σε τρίτους, επίσκεψη, επίβλεψη, περίφραξη το έτος 2000) τόσο μέσω του πατέρα της (οιονεί νομέα), όσο και αυτοπροσώπως και, ιδίως, μετά το έτος 1993 που ο πατέρας της αδυνατούσε να ασκεί τη φυσική εξουσίαση του ακινήτου, λόγω προβλημάτων υγείας.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι με το θάνατο του Δ.Π. το έτος 2000 αποσβέστηκε η παρακρατηθείσα υπέρ αυτού επικαρπία και ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα της δεύτερης εναγομένης σε πλήρη κυριότητα, ενώ η ίδια συνέχισε να ασκεί αυτοπροσώπως τις πράξεις νομής (εκμίσθωση) επί του ακινήτου (2001-2005) μέχρι το έτος 2005 που το μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε.
Κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα της συνέτρεχαν στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της, καθόσον αυτή ουδέποτε αποξενώθηκε από το επίδικο ακίνητο, ούτε δήλωσε τη βούλησή της να παύσει να το εξουσιάζει από το Δεκέμβριο του έτους 1983 που διαδέχθηκε τον πατέρα της στη νομή του, που της παραδόθηκε με οικεία βούλησή του έως τότε νομέα, συνεχίζοντας την ήδη κτητική νομή του δικαιοπαρόχου της μέχρι το θάνατο του και, συνεπώς, είχε καταστεί κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Επίσης το επίδικο ακίνητο δεν συμπεριλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του Δ. Π., καθόσον αυτό είχε εκφύγει της κληρονομιάς του, αφού είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα της δεύτερης εναγομένης. Εφόσον δε, κατά το χρόνο κατάρτισης της γονικής παροχής, η τελευταία είχε θεμελιώσει ήδη από το χρόνο θανάτου του πατέρα της κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η μεταβίβαση από την ίδια του επιδίκου ακινήτου προσπόρισε στην πρώτη εναγομένη κυριότητα επ'αυτού.
Έτσι, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες προέβησαν σε οποιεσδήποτε ψευδείς διαβεβαιώσεις προς την ενάγουσα, αναφορικά με την εκ μέρους τους κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση της από αδικοπραξία ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 983, 10333, 1045, 1046, 1051, 1052, 1142 1143, 1167, 1168 και 1198 ΑΚ, αφού αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν για την εφαρμογή τους οι παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας ως προς:
α)τη σύσταση επικαρπίας σε ακίνητο με δικαιοπραξία , η οποία συνίσταται στη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας και παρακράτηση της επικαρπίας από τον μεταβιβάζοντα. β) τον τρόπο απόσβεσής της και γ) τις προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Και τούτο, διότι για την έγκυρη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας και παρακράτηση της επικαρπίας από τον μεταβιβάζοντα απαιτείται, μεταξύ άλλων, η κατάρτιση συμβολαιογραφικής πράξης και μεταγραφή αυτής και δεν χωρεί άτυπη σύστασή της που επιφέρει διάσπαση του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας με μονομερή προφορική δήλωση του μεταβιβάζοντος, όπως έγινε δεκτό στην προσβαλλομένη απόφαση στην προκειμένη περίπτωση.
Συνακόλουθα, η με αυτόν τον τρόπο σύσταση της επικαρπίας δεν προσέδωσε, αντίστοιχα, τις ιδιότητες του επικαρπωτή στον Δ.Π. και της ψιλής κυρίας στη δεύτερη εναγομένη, ούτε είχε ως αποτέλεσμα τη συνένωση της ψιλής κυριότητας με την παρακρατηθείσα υπέρ αυτού επικαρπία του Δ. Π. κατά το χρόνο θανάτου του (2000), ώστε να αποκτήσει στη συνέχεια η δεύτερη εναγόμενη τo δικαίωμα πλήρους κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό εξακολουθούσε να έχει ο πατέρας της μέχρι το θάνατό του και, συνεπώς, δεν είχε εκφύγει από την κληρονομιαία περιουσία του, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο.
Ούτε, επίσης, επαρκούσε το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 1983, που όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, παραδόθηκε η νομή του επίδικου ακινήτου στη δεύτερη εναγόμενη από τον πατέρα της με οικεία βούλησή του, μέχρι το έτος 2000, που αυτός αποβίωσε (δηλαδή, διάστημα μικρότερο της 20ετίας) για την κτήση κυριότητας της δεύτερης εναγομένης με έκτακτη χρησικτησία, σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι ασκούσε η ίδια πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο πιο πάνω ακίνητο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η πρώτη εναγομένη να μην αποκτήσει την κυριότητα αυτού;
αφού η δικαιοπάροχος της δεν ήταν αληθής κυρία και, συνακόλουθα να μην είναι έγκυρη η μεταβίβαση του στην ενάγουσα. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου αναίρεσης που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη (αρθ.580 παρ. 3 ΚΠοΛΔ), να αποδοθεί το παράβολο στην αναιρεσείουσα (αρθ 495 παρ.3 ΚΠοΛΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας τους (αρθ 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1531/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ