Legislator Case Law & Legislation
811/2019 AI generated

Supreme Court dismissed appeal on substantive law violation regarding technical vs legal support contract interpretation.

Case Number 811/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision rejecting its claim for damages. The appellant argued the contract required legal support, but the lower courts correctly interpreted the agreement as covering only technical engineering support provided by the engineer. The court found no violation of substantive law because the contract terms and the engineer's professional role clearly limited the scope to technical matters.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 897 no. 6 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal based on direct violation of substantive law fails when the lower court correctly interprets contractual terms and applies the relevant legal provisions to the specific facts of the case.

Keywords

AI generated
substantive law violation contract interpretation technical support legal support appeal admissibility Code of Civil Procedure contractual scope

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 897 no. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 33 of the Civil Code
Article 495 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 811 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 811/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Γιαμπουράνη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νικολαΐδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7003/2014 μη οριστική και 2308/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/10/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την οριζόμενη υπό του άρθρου 898 ΚΠολΔ διαδικασία των άρθρων 670 έως 673, 675 και 676 του αυτού Κώδικα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 2308/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου από 27-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσειούσης, με την οποία η τελευταία ζήτησε την αναγνώριση της ανυπαρξίας, άλλως την ακύρωση, της υπ' αριθμ. 8/2013 διαιτητικής αποφάσεως του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με την οποίαν, κατά μερική παραδοχή, της από 1-9-2010 αιτήσεως διαιτησίας, που άσκησε ενώπιόν του ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα, να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 312.436,41 ευρώ, ως αμοιβή του από την εκτέλεση της μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του καταρτισθείσης συμβάσεως.

Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 360/2018, ΑΠ 34/2015).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στ.

α` ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί, με αγωγή ή ένσταση, η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής αποφάσεως, πλην άλλων περιπτώσεων, και αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας. Με τις ανωτέρω δύο διατάξεις θεσπίζεται αφενός μεν η ακυρωσία και αφ' ετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής αποφάσεως, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους.

Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη και πότε ανύπαρκτη, εξαρτάται από τη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία. Έτσι, αν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, τότε η απόφαση τους είναι και αυτή ανύπαρκτη. Αν, αντίθετα, οι διαιτητές αντλούν μεν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, αλλά την επέκτειναν και στην επίλυση διαφορών, οι οποίες με το συνυποσχετικό δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, ή βάσει του νόμου πλέον αποκλείονται από τη δικαιοδοσία τους, τότε η απόφαση τους είναι όχι ανύπαρκτη, αλλ` ακυρώσιμη.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 871 ΚΠολΔ, διαιτητές μπορούν να οριστούν ένας ή περισσότεροι, καθώς και ολόκληρο δικαστήριο, αλλά δεν μπορούν να οριστούν διαιτητές οι ανίκανοι για δικαιοπραξία, όποιοι έχουν περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, όποιοι από καταδίκη έχουν στερηθεί την άσκηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων και τα νομικά πρόσωπα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 902 ΚΠολΔ, "στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης", (παρ. 1). "Τα διατάγματα της παρ. 1 ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας" (παρ. 2).

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, με τις οποίες οριοθετείται και ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να οριστούν διαιτητές, σαφώς προκύπτει, αφενός μεν ότι ο νόμος δεν απαιτεί να συντρέχουν στο πρόσωπα του διαιτητή ορισμένες ιδιότητες και αφετέρου ότι είναι επιτρεπτή η επιλογή ως διαιτητών μόνο φυσικών προσώπων.

Έτσι, διαιτητές δεν μπορούν να οριστούν τα νομικά πρόσωπα, οποιαδήποτε και αν είναι η φύση τους. Όμως, κατ` εξαίρεση, στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορούν να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 902 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν και ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία του καθενός από τα νομικά αυτά πρόσωπα.

Ενόψει της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 902 ΚΠολΔ, αλλά και εκείνης του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όρια της...", εκδόθηκε το π.δ. 723/1979 "περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνιστάται παρά τω τεχνικώ επιμελητηρίω της Ελλάδος (TEE) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών" (παρ. 1). "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμενοι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικός γνώσεις ή εμπειρίας των μελών του TEE" (παρ. 2).

Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, βάσει των ως άνω εξουσιοδοτικών διατάξεων, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνο "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το 723/1979 π.δ/γμα ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία του TEE, διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του.

Έτσι, αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι "τεχνικές", αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδοτήσεως, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρυθμίσεως του άρθρου 1 παρ.2 του ν.δ. 723/1979. Επομένως, αν, με συμφωνία, υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του TEE οποιαδήποτε άλλη διαφορά, που δεν είναι τεχνική, κατά την προαναφερομένη έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, γιατί, οι διαιτητές που την εξέδωσαν, στηρίχθηκαν μεν σε υπαρκτή συμφωνία, αλλά υπερέβησαν την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος (ΑΠ 272/2016).

Τέλος, οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 272/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "η ενάγουσα Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία με την επωνυμία "... " και με το διακριτικό τίτλο "…..

ΑΤΕ", με τη Σύμβαση ...6701 που κατήρτισε με τη ...- ΔΑΥΕ στις 30-6-2003, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Φράγματος - Εκχειλιστή- Σταθμού Παραγωγής -Αρδευτικής Υδροληψίας και Συναφών Έργων, Προμήθεια και Εγκατάσταση Κύριου και Βοηθητικού Η/Μ εξοπλισμού του Αναρρυθμιστικού Έργου …. στον ποταμό …." στην περιοχή …., συνολικού προϋπολογισμού 14.921,647 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των απροβλέπτων.

Η ενάγουσα εταιρεία εκπροσωπούμενη από τον Αντιπρόεδρο αυτής Α. Μ. και από τον Οικονομικό της Διευθυντή Χ. Ζ., σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που δόθηκε στους τελευταίους στη συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 2002, συνήψε με τον εναγόμενο πολιτικό μηχανικό, την από 13-8-2003 σύμβαση, η οποία φέρει τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών".

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην σύμβαση αυτή (αριθμός 2) και τίτλο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ", ο εναγόμενος, ο οποίος στη σύμβαση καλείται "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ", ανέλαβε την τεχνική διεύθυνση του ανωτέρω έργου προς τη ... ως ο Τεχνικός Διευθυντής "έργου", εντασσόμενος στο οργανόγραμμα διοικήσεως της ενάγουσας, όπως αυτό συγκροτήθηκε για τις ανάγκες του έργου και της συμβάσεως.

Στα καθήκοντα του ενάγοντος, που ενδεικτικά και όχι περιοριστικά αναφέρονται στην προαναφερόμενη σύμβαση περιλαμβάνονταν, η κατά μόνας ή από κοινού με τον Εργοταξιάρχη του Έργου ή και τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, που ορίζονταν από την τελευταία, έναντι της ..., εκπροσώπηση της ενάγουσας για τεχνικά θέματα σχετικά με την εκτέλεση του έργου, η τεχνική διεύθυνση εκτέλεσης του έργου με την υποστήριξη, καθοδήγηση και συνεργασία με τον εργοταξιάρχη της ενάγουσας για τα διάφορα τεχνικά προβλήματα σχετικά με την ανάπτυξη των εργασιών, η μεθοδολογία εκτέλεσης του έργου και η επιλογή των μέσων για την υλοποίηση αυτού, η σύνταξη του χρονοδιαγράμματος για την εκτέλεση του έργου και η παρακολούθηση της εξέλιξης των εργασιών, η προώθηση όλων των θεμάτων που αφορούσαν το έργο, η οργάνωση και σύνταξη των αναθεωρημένων μελετών ή μελετών νέων και πρόσθετων εργασιών, από μελετητές που θα πρότεινε ο ίδιος (εναγόμενος) και στους οποίους η ενάγουσα θα ανέθετε την εκτέλεση των εργασιών, ο έλεγχος της ποιότητας των μελετών, ο συντονισμός των εργασιών του έργου σε συνεργασία με τον εργοταξιάρχη και στελέχη της ενάγουσας ώστε να αντιμετωπίζονται κατά τον καλύτερο τρόπο τα δημιουργούμενα προβλήματα και η προώθηση προτάσεων προς τη ...

σχετικά με τον Η/Μ εξοπλισμό που θα βελτίωνε την ποιότητα του έργου, και τέλος η συγκρότηση και ο συντονισμός για τη διεκδίκηση απαιτήσεων έναντι της ... για θέματα σχετικά με την εκτέλεση του έργου,που προέκυψαν από τυχόν διαφορετικές συνθήκες ή άλλες αιτίες και που η ενάγουσα έχει νόμιμο και συμβατικό δικαίωμα επ' αυτών.

Ως αμοιβή του εναγομένου συμφωνήθηκε:

α) μηνιαία αμοιβή 5.000 ευρώ για τις υπηρεσίες του ως τεχνικού διευθυντού του έργου και για όσο χρόνο απαιτηθεί και ετησίως 60.000 ευρώ

β) ετήσια αμοιβή 7.500 ευρώ για τη σύνταξη Πρωτοκόλλων Κανονισμού Νέων Τιμών Μονάδος και

γ) εφ' άπαξ αμοιβή ίση με το 15% των καθαρών εισπράξεων της ενάγουσας από τον πελάτη (...) για πιθανές απαιτήσεις που μπορεί να υλοποιηθούν λόγω διαφοροποιήσεως των συνθηκών εκτελέσεως του έργου και με την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις αυτές συγκροτήθησαν-υποβλήθηκαν-υποστηρίχθηκαν από τον "ΣΥΜΒΟΥΛΟ", δηλαδή τον εναγόμενο έως την επιτυχή τους έκδοση.

Ο εναγόμενος για την είσπραξη των ανωτέρω αμοιβών θα εξέδιδε τα σύμφωνα με το νόμο ΔΠ Υπηρεσιών στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Ρητά αναφέρεται στην εν λόγω συμφωνία ότι ο εναγόμενος είναι ανεξάρτητος συνεργάτης, συνδεόμενος αποκλειστικά με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (όρος 4 του συμφωνητικού) και η συνεργασία του με την ενάγουσα οριοθετήθηκε μέχρι την ολοκλήρωση του έργου και χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σύμβαση ότι οι υπηρεσίες του "συναρτώνται με το αποτέλεσμα και όχι με το χρόνο παραμονής"(όρος 4 του συμφωνητικού).

Ο εναγόμενος, επίσης, συμφώνησε να παρέχει τις υπηρεσίες του και να εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με τον καλύτερο για τα συμφέροντα της ενάγουσας τρόπο, μετά από συζήτηση με τα στελέχη της και ειδικότερα με τον εργοταξιάρχη και τον νόμιμο εκπρόσωπο της και να διατηρεί τις καλύτερες σχέσεις με τους εκπροσώπους της ..., ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώνει την ενάγουσα, ως Τεχνικός Διευθυντής του έργου, όποτε νομίζει ,αλλά τουλάχιστον μία φορά το μήνα για την πορεία του έργου.

Ο εναγόμενος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν τελούσε υπό τις δεσμευτικές οδηγίες και τον έλεγχο της ενάγουσας ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής των υπηρεσιών του, υφίστατο μόνο,όπως περιγράφεται στην ως άνω σύμβαση, στενή συνεργασία, πράγμα απαραίτητο σε κάθε ενοχική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων για την καλύτερη επίτευξη του αποτελέσματος.

Η ενάγουσα ουδέποτε προέβη σε ασφάλιση του εναγομένου στο ΙΚΑ, όπως έκανε με τους λοιπούς μισθωτούς της, ούτε και στην καταβολή προς αυτόν επιδομάτων εορτών ή στη χορήγηση αδείας ή επιδόματος αδείας, και, ευθέως χαρακτήρισε στην ως άνω έγγραφη συμφωνία τη σύμβαση μεταξύ αυτής και του ενάγοντος ως σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών χαρακτηρίζοντας τον ρητώς ως ανεξάρτητο συνεργάτη πράγμα που εδικαιολογείτο λόγω και της μακράς εμπειρίας του εναγομένου ως πολιτικού μηχανικού.

Η σύμβαση που συνέδεε τα μέρη πρέπει να χαρακτηρισθεί, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, όχι ως σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, λόγω και της μη τήρησης των όσων προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ.1 του ν.2639/1998 από την ενάγουσα, η οποία δεν γνωστοποίησε την ως άνω συμφωνία στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά ως σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και αυτές των άρθρων 663 επ.

του ΚΠολΔ, που αφορούν την επίλυση των διαφορών με την καθοριζόμενη απ' αυτές ειδική διαδικασία και, συνεπώς το αντικείμενο επί του οποίου έκρινε το ΤΕΕ δεν ήταν εργατική διαφορά, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 867 εδ. β ΚΠολΔ δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αγωγής, με τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η διαιτητική απόφαση είναι ανύπαρκτη σύμφωνα με το άρθρο 901 αρ.1 β ΚΠολΔ, διότι εκδόθηκε επί αντικειμένου, το οποίο δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων προέκυψαν διαφωνίες σχετικά με εφάπαξ αμοιβή ύψους ίσου με το 15% των καθαρών εισπράξεων της ενάγουσας από την ..., για πιθανές απαιτήσεις που ίσως να προέκυπταν λόγω διαφοροποιήσεως των συνθηκών εκτελέσεως του έργου και με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω απαιτήσεις θα συγκροτούνταν, θα υποβάλλονταν και θα υποστηρίζονταν από τον εναγόμενο μέχρι την επιτυχή έκδοση τους.

Ο εναγόμενος, στην αίτηση του ενώπιον του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, εξέθεσε ότι προέκυψαν κατά την κατασκευή του έργου πρόσθετες αναγκαστικές εργασίες που δεν είχαν υπολογισθεί από την αρχή εκτέλεσης του έργου και, σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο της σύμβασης του με την ενάγουσα, συγκροτήθηκαν, υποβλήθηκαν και υποστηρίχθηκαν από αυτόν και επέφεραν πρόσθετες καθαρές εισπράξεις στην ενάγουσα, όπως αποδεικνύεται από τα πρωτόκολλα Καθορισμού Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών, και επομένως, η ενάγουσα του οφείλει συνολική συμβατική αμοιβή ποσού 857.040,84 ευρώ.

Η ανωτέρω διαφορά που εισήγαγε ο εναγόμενος ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου είναι τεχνική διαφορά και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπ' αριθ. 2 νομική σκέψη και ειδικότερα σύμφωνα με την έννοια που δίνει το ίδιο το πδ 723/1979 στην έννοια τεχνική διαφορά, για να αποφανθεί το ΤΕΕ αν ο ενάγων δικαιούται την ανωτέρω αμοιβή, απαιτούντο ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες σχετικά με τη φύση των τεχνικών έργων, αφού η αμοιβή σχετίζεται με την εκτέλεση και την αναγκαιότητα των πρόσθετων εργασιών που περιγράφονται στην αίτηση προς επίλυση της διαφοράς που υπέβαλε ο ενάγων στο διαιτητικό δικαστήριο και επομένως, η σχετική διαιτητική απόφαση δεν είναι ακυρώσιμη, κατά το άρθρο 897 αρ.4 Κ.ΠολΔ, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα με τον τρίτο λόγο της αγωγής της διότι το ΤΕΕ έκρινε επί μη τεχνικής διαφοράς".

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ως άνω διαιτητικής απόφασης, προκύπτει ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "

α. Η "Εταιρεία" με την Σύμβαση ...6701 που υπέγραψε στις 30.06.2003 με την ...-… ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Φράγματος - Εκχειλιστή - Σταθμού Παραγωγής - Αρδευτικής Υδροληψίας και Συναφών Έργων, Προμήθεια και Εγκατάσταση Κύριου και Βοηθητικού Η/Μ εξοπλισμού του Αναρρυθμιστικού Έργου …. στο ποταμό …" στην περιοχή Βέροιας συνολικού προϋπολογισμού 14.921.647 € συμπεριλαμβανομένων και των απροβλέπτων,

β. Ο "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" ανέλαβε την Τεχνική Διεύθυνση του "ΕΡΓΟΥ" και ορίστηκε επίσημα προς την ... ως Τεχνικός Διευθυντής "ΕΡΓΟΥ" εντασσόμενος στο Οργανόγραμμα Διοικήσεως της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ", ως αυτό συγκροτείται για τις ανάγκες του "ΕΡΓΟΥ" και της "ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ".

γ. Ο Σύμβουλος είχε υποχρέωση να ασκήσει τα καθήκοντα, υπηρεσίες και αρμοδιότητες του Τεχνικού Διευθυντού (Τ.Δ.) που περιγράφονται στο εν λόγω Ιδιωτικό Συμφωνητικό (Ι.Σ.), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η συγκρότηση και προώθηση θεμάτων του "ΕΡΓΟΥ" προς τις Υπηρεσίες της ..., Διευθύνουσα και Προϊσταμένη, γενικώτερα και ειδικώτερα σε σχέση με απαιτήσεις λόγω διαφοροποίησης των συνθηκών έργου ή εξ άλλων λόγων,

δ. Ως αμοιβή του "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" για παρεχόμενες υπ' αυτού Υπηρεσίες ορίστηκε, μεταξύ των άλλων, εφ' άπαξ αμοιβή, ίση με το 15% των καθαρών εισπράξεων της εταιρείας από τον Πελάτη για πιθανές απαιτήσεις που μπορεί να υλοποιηθούν λόγω διαφοροποιήσεως των συνθηκών εκτελέσεως του έργου και με την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις αυτές συγκροτήθηκαν - υποβλήθηκαν - υποστηρίχθηκαν από τον "ΣΥΜΒΟΥΛΟ" έως την επιτυχή τους έκδοση - έκβαση και συμφωνήθηκε ότι η ενασχόληση του "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" με το "ΕΡΓΟ", θα συνεχίζεται μέχρι τελεσφορήσεως, καταλήξεως και επιτυχούς εκβάσεως των απαιτήσεων που τοποθετήθηκαν στην ..., και ότι η αντίστοιχη αμοιβή του συναρτάται με το αποτέλεσμα και όχι με τον χρόνο παραμονής. Επειδή ο "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" για τα καθήκοντα που άσκησε και τις Υπηρεσίες που παρείχε διεκδικεί την αμοιβή που αναφέρει στην υπό κρίση αίτηση διαιτησίας του. Επειδή το Διαιτητικό Δικαστήριο ομόφωνα κρίνει ότι ορισμένα καθήκοντα και υπηρεσίες ασκήθηκαν από τον "ΣΥΜΒΟΥΛΟ" εν όλω ή εν μέρει και επήλθε αλλαγή συνθηκών για ορισμένες εργασίες του έργου, ο "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" δικαιούται αμοιβής. Ειδικότερα για κάθε ένα από τα αιτήματα του "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ", το Διαιτητικό Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι τα ποσοστά ικανοποίησης κάθε απαίτησής του αντιστοιχούν κατά περίπτωση στο βαθμό αλλαγής των συνθηκών του έργου σε συνδυασμό με τη συμμετοχή του. Και συγκεκριμένα δικαιούται τα παρακάτω ποσά: 1.

Πάσσαλοι Φ 800 και Φ 900. Αμοιβή "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" 70.399,766€ X 50% = 35.199,886€ 2. Καθαίρεση διαφραγματικών τοίχων δεξιά υδροληψίας Αμοιβή "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" 5.310,766€ X 30%= 1.593,236€ 3. Καθαίρεση διαφραγμάτων τοίχων Εκχειλιστού Αμοιβή "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" 13.009,64€ X 30% = 3.909,89€ 4. Λεπτόκοκκο φίλτρο φράγματος Αμοιβή "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" 127.427,92€ X 50% = 63.713,96€ 5. Σιδήρους οπλισμούς S500 για σκυροδέματα και πασσάλους Επειδή συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ο "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" δικαιούται το σύνολο της απαίτησής του δηλαδή 14.998,02€ 6.

Φρεατοπάσσαλοι Φ1200 & Φ800 στον Εκχειλιστή αντί των συμβατικά διαφραγματικών τοίχων Αμοιβή "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" 98.383,01 € X 40% = 39.353,20€ 7. Τιμή πρόσθετη κατ' αποκοπή ανά μήνα για την πλήρη και ολοσχερή αποζημίωση όλων των συμβατικών εργασιών. Επειδή συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ο "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" δικαιούται το σύνολο της απαίτησής του δηλαδή 53.426,97€ 8.

Συνδετήριος αγωγός & Υδροληψία Ao Αμοιβή "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ"149.635,92€X40% = 59.854,37€ 9. Για τις εργασίες κατασκευής των εξεδρών. Αμοιβή "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" 61.274,54€ X 40% = 24.509,82€ 10. Για την προμήθεια και εγκατάσταση δοκών έμφραξης στην αρδευτική υδροληψία της δεξιάς όχθης, για την προμήθεια και εγκατάσταση στον συνδετήριο αγωγό δύο ομοειδών δοκών έμφραξης Αμοιβή "ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ" 39.692,67€ X 40% = 15.877,07€.

Και επομένως ο "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" για το σύνολο των αιτημάτων του δικαιούται το ποσό των 312.436,41 €.". Ενόψει όλων των ανωτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά με τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης διαφοράς ως τεχνικής διαφοράς, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 1 του ως άνω π.δ. 723/1979, δεχόμενο, ότι, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η ένδικη διαιτητική διαφορά είναι τεχνική διαφορά, για την οποία το Διαιτητικό Δικαστήριο του TEE είχε δικαιοδοσία επιλύσεώς της, χωρίς να διαπράττει υπέρβαση εξουσίας, κατά την έννοια την περ. 4 του άρθρου 897 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, ως τεχνικές διαφορές κατά την έννοια του νόμου πρέπει να νοηθούν οι διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις που έχουν ως άμεσο αντικείμενο τεχνικά έργα, κατασκευές, εγκαταστάσεις ή θέματα εμπίπτοντα στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του TEE και όχι απλώς έμμεση σχέση με τέτοια έργα κλπ.

Επομένως, εμπίπτουν στον ανωτέρω ορισμό του νόμου οι διαφορές με βάση το αντικείμενο τους, δηλαδή το έργο ή την σύμβαση, από το οποίο ή την οποία προέρχονται. Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει με την από 1-9-2010 αίτησή του προς το TEE την επίλυση της διαφοράς που αφορούσε την επιδίκαση της οφειλομένης, ως συμφωνηθείσης, αμοιβής για τις ανωτέρω συμπληρωματικές, πρόσθετες εργασίες, που συγκροτήθηκαν, υποβλήθηκαν και υποστηρίχθηκαν από αυτόν έως την επιτυχή τους έκβαση του συγκεκριμένου έργου και είχαν ανατεθεί σ` αυτόν με την από 13-8-2003 σύμβαση μεταξύ αυτού και της αναιρεσειούσης.

Είναι προφανές, ότι για τον προσδιορισμό της καταβλητέας εφ' άπαξ αυτής αμοιβής απητείτο η χρήση ειδικών επιστημονικών γνώσεων και των εμπειριών των μελών του TEE, για την τεχνική αξιολόγηση των εργασιών αυτών, προκειμένου να κριθεί και προσδιορισθεί εν συνεχεία η προβλεπομένη από τη σύμβαση αμοιβή. Όπως δε προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της διαιτητικής αποφάσεως, οι διαιτητές προέβησαν πράγματι στην αξιολόγηση των επίδικων έργων και, με βάση αυτή (αξιολόγηση), έκριναν ομοφώνως ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε τα σχετικά καθήκοντα και υπηρεσίες, που αφορούσαν τα ανωτέρω αναφερόμενα έργα, ως προς τα οποία επήλθε "αλλαγή συνθηκών", προφανώς υπό την έννοια της εν όλω ή εν μέρει εκτελέσεως των έργων αυτών, με συνέπεια, τα εν λόγω έργα, καθ' ο μέρος και έκταση εξετελέσθησαν, να ανταποκρίνονται στα συμφωνηθέντα και ο τελευταίος να δικαιούται, αναλόγως προς την έκταση αυτών, το σύνολο ή μέρος, κατά περίπτωση, της αιτούμενης με την αίτηση αμοιβής, την οποίαν και προσδιόρισαν.

Το ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε (και) για τα ως άνω (αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση) παρεμπίπτοντα ζητήματα, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση κατ` άρθρο 887 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τα οποία πράγματι δεν απαιτούνταν τεχνικές, αλλά μόνο νομικές γνώσεις, δεν σημαίνει ότι η διαφορά που ήχθη ενώπιον του δεν έχει το χαρακτήρα της "τεχνικής διαφοράς", κατά την προεκτεθείσα έννοια, δεδομένου ότι το αντικείμενο της διαιτητικής δίκης προσδιορίζεται από το αίτημα της σχετικής αίτησης (για την επίλυση της διαφοράς) και τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν.

Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.- Κατά το άρθρο 897 αριθ. 5 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει, όταν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892 του ιδίου Κώδικα.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 892 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι έλλειψη αιτιολογίας, η οποία επάγεται ακυρότητα της διαιτητικής αποφάσεως, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό τα περιστατικά εκείνα τα οποία είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της διατάξεως του νόμου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι δε και όταν υπάρχουν μεν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, το συμπέρασμα, όμως, το οποίο προκύπτει από την εν λόγω εκτίμηση, εκτίθεται σαφώς.

Εξ άλλου η ανεπαρκής αιτιολογία της διαιτητικής αποφάσεως ή η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον προβλεπόμενο στο άρθρο 897 αριθ. 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 892 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ, λόγο ακυρώσεως, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας από τους διαιτητές δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως (ΑΠ 537/2007, ΑΠ 1273/2003), οι όροι δε μιας συμβάσεως δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 662/2011, ΑΠ1687/1984).

Περαιτέρω, οι λόγοι ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, που καθιερώνονται περιοριστικώς με την διάταξη του άρθρου 897 του ΚΠολΔ, ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικώς με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 221/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την κρίση ότι "Ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση αναφέρει ειδικά για κάθε ένα από τα αιτήματα του εναγομένου, τα ποσοστά ικανοποίησης κάθε απαίτησης του, που αντιστοιχούν κατά περίπτωση στο βαθμό αλλαγής των συνθηκών του έργου σε συνδυασμό με τη συμμετοχή του και προσδιορίζει την αμοιβή για κάθε εργασία, ακόμη και αν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι το προκύπτον από την εκτίμηση του Δικαστηρίου συμπέρασμα δεν εκτίθεται ορθώς και δεν είναι σαφές και επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος, ο οποίος υπό το πρόσχημα της ανεπαρκούς αιτιολογίας πλήττει ουσιαστικά την επί της ουσίας κρίση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος", παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 897 αρ. 5 και 892 παρ. 2 περ.

ε' ΚΠολΔ, μη δεχόμενο, ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, με την ενώπιόν του (Εφετείου) προσβαλλομένη απόφασή του, χωρίς την παράθεση αιτιολογίας, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος, είχε περιορισμένη συμμετοχή στην επίτευξη του συμφωνηθέντος ως άνω έργου και ως εκ τούτου δικαιούται της περιορισμένης αμοιβής, την οποίαν και επεδίκασε, περιορίζοντας την αιτούμενη υπ' αυτού αμοιβή του στο ως άνω επιδικασθέν ποσό, χωρίς όμως τέτοιο δικαίωμα απολήψεως περιορισμένης αμοιβής να περιλαμβάνεται στον υπ' αριθμ. 3γ' όρο της μεταξύ των διαδίκων επιδίκου συμβάσεως, με τον οποίον είχε συμφωνηθεί ότι "Ως αμοιβή του εναγομένου συμφωνήθηκε:

α) ....... και γ) εφ' άπαξ αμοιβή ίση με το 15% των καθαρών εισπράξεων της ενάγουσας από τον πελάτη (...) για πιθανές απαιτήσεις που μπορεί να υλοποιηθούν λόγω διαφοροποιήσεως των συνθηκών εκτελέσεως του έργου και με την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις αυτές συγκροτήθησαν-υποβλήθηκαν-υποστηρίχθηκαν από τον "ΣΥΜΒΟΥΛΟ", δηλαδή τον εναγόμενο έως την επιτυχή τους έκδοση".

Ο λόγος αυτός, συμφώνως προς τις ανωτέρω νομικές διατάξεις, είναι αβάσιμος, αφού από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της διαιτητικής αποφάσεως, το άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, δέχθηκε, ερμηνεύοντας την άνω σύμβαση, αναζητώντας το περιεχόμενο των δηλωθεισών βουλήσεων των συμβληθέντων μερών κατά τις, ως εκ του πράγματος, από τις παραδοχές της, προκύπτει, εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι η βάση αυτής και ειδικότερα η βάση του ανωτέρω όρου αυτής επίδικη αμοιβή του αναιρεσιβλήτου είναι ποσοστιαίως ανάλογη του μέρους του συμφωνηθέντος έργου, που εξετέλεσε, την οποίαν και προσδιόρισε στο προαναφερθέν ποσό, αφ' ενός μεν προκύπτουν τα περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της διατάξεως του άρθρου 361 ΑΚ, που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση και αφ' ετέρου το συμπέρασμά της διατυπώνεται σαφώς.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί, αντικαθισταμένων, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, των σχετικών ως άνω εσφαλμένων αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης με τις προαναφερόμενες ορθές. Η διαιτησία, ως συμβατικώς επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργανώσεως, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους.

Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ' άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.

β' ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως κατ' άρθρο 897 επ.

ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ειδικότερα, εκτός άλλων, αν η συμφωνία για τη διαιτησία είναι άκυρη (παρ. 1), καθώς και είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξεως ή προς τα χρηστά ήθη (παρ. 6).

Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξεως, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ.

Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου, τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διατάξεως αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής αποφάσεως.

Εξ άλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την ανωτέρω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της αποφάσεως θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής εννόμου τάξεως (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 360/2018).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 39 παρ. 1 και 2, 40 παρ. 1 και 2, 41, 42 παρ. 2, 92, 93, 124, 150, 155 και 181 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ΝΔ 3026/54), όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο καταρτίσεως της μεταξύ των διαδίκων επιδίκου συμβάσεως, οι οποίες αποσκοπούν στην περιφρούρηση των επαγγελματικών συμφερόντων των δικηγόρων και στην καλλίτερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την ευρεία έννοια του όρου, προκύπτει ότι η επιμέλεια των συναφών προς την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος υποθέσεων των πολιτών στα δικαστήρια και στις διοικητικές αρχές, είναι έργο αποκλειστικά των δικηγόρων, δεδομένου ότι αυτοί λόγω της ειδικής επιστημονικής και επαγγελματικής των καταρτίσεως είναι ικανοί και κατάλληλοι προς πληρέστερη κατανόηση και ευστοχώτερη διεξαγωγή των υποθέσεων ενώπιον των ανωτέρω αρχών.

Και ναι μεν επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η αυτοπρόσωπη παράσταση των πολιτών προς επιμέλεια των υποθέσεών των ειδικώς ενώπιον των διοικητικών αρχών, όμως όσες φορές δεν παρίστανται αυτοπροσώπως αλλά ενεργούν δια πληρεξουσίου, ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι άλλος παρά μόνον δικηγόρος και δεν μπορεί να διορισθεί ως πληρεξούσιος μη δικηγόρος, για να επιμεληθεί επ` αμοιβή υπόθεση τρίτου ενώπιον διοικητικής αρχής με την έννοια της παρακολούθησης αυτής σε κάθε στάδιο μέχρι την τελική διεκπεραίωσή της, και με το δεδομένο αυτό δεν είναι επιτρεπτή και ειδική συμφωνία με πληρεξούσιο μη δικηγόρο, που εξαρτά την αμοιβή του ή το είδος της αμοιβής του από την έκβαση μιας υποθέσεως, την οποία αναλαμβάνει αυτός να επιμεληθεί και προωθήσει ενώπιον διοικητικών ή και δικαστικών αρχών, καθ` όσον πρόκειται για έργο που έχει ανατεθεί αποκλειστικά στους δικηγόρους και μάλιστα μόνο σ` αυτούς (ΑΠ 1403/1992).

Στην παρ. 5 του άρθρου 92 του ν. 3026/1954 γίνεται λόγος περί αναλήψεως υποχρεώσεως προς διεξαγωγή της δίκης μέχρι τελεσιδικίας και περί ελλείψεως δικαιώματος αμοιβής εν αποτυχία, το αυτό όμως πρέπει να ισχύσει και επί συμφωνίας εξαρτώσης την αμοιβή εκ του αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως διεξαγωγής ή όχι δίκης.

Και στην περίπτωσιν αυτήν συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η χάριν του γενικωτέρου συμφέροντος προστασία νομικής συμπαραστάσεως και βοηθείας παρά δικηγόρου (ΑΠ 162/1980). Μια τέτοια δε συμφωνία, που προβλέπει την εκτέλεση νομικής εργασίας, εφ' όσον συνάπτεται με πρόσωπο που δεν είναι δικηγόρος, είναι απολύτως άκυρη συμφώνως προς το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, οι οποίες είναι απαγορευτικές, δεν διασώζεται δε το κύρος της συμφωνίας αυτής ούτε και στην περίπτωση κατά την οποία έχει προβλεφθεί ο διορισμός δικηγόρου από πληρεξούσιο μη δικηγόρο, εκεί όπου ο νόμος απαιτεί, αφού την επιμέλεια της διεξαγωγής και της έκβασης της όλης υπόθεσης την έχει ο πληρεξούσιος μη δικηγόρος και όχι ο διοριζόμενος απ` αυτόν προς επιχείρηση μεμονωμένων πράξεων δικηγόρος (ΑΠ 328/2001, ΑΠ 1403/1992).

Στην κρινομένη υπόθεση, καθ' όσον αφορά τον εν προκειμένω ερευνώμενο τρίτο λόγο αναιρέσεως της αιτήσεως, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ερευνώντας τον προβαλλόμενο, με τον τέταρτο λόγο της, ακυρωτικής της διαιτητικής αποφάσεως, αγωγής της, ισχυρισμό της αναιρεσιβλήτου, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος με βάση τον, υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο, ως άνω όρο 3γ της μεταξύ τους συμβάσεως θα υποστήριζε νομικά, είτε δικαστικά είτε εξώδικα, τις απαιτήσεις αυτής κατά της ..., πράγμα που απαγορεύεται στους πολιτικούς μηχανικούς και επομένως, με τον ως άνω όρο συνεστήθη "εργολαβία", αντίστοιχη της εργολαβίας δίκης, η οποία δεν επιτρέπεται σε μη δικηγόρους και επομένως ο σχετικός όρος έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και ως εκ τούτου είναι άκυρος, αφού δέχθηκε ότι: "Περαιτέρω, στον όρο 3 γ της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως προαναφέρθηκε, αναγράφεται ότι ο εναγόμενος οφείλει για να δικαιούται την εφ' άπαξ αμοιβή του 15% επί των καθαρών εισπράξεων της ενάγουσας από την ...

για πιθανές απαιτήσεις που μπορεί να υλοποιηθούν λόγω διαφοροποιήσεως των συνθηκών εκτελέσεως του έργου, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει τις απαιτήσεις αυτές έως την επιτυχή τους έκδοση. Η υποστήριξη αυτή, λόγω της ιδιότητας του εναγομένου ως πολιτικού μηχανικού και Τεχνικού Διευθυντή του έργου, δεν μπορεί παρά να είναι αποκλειστικά και μόνο τεχνική αφού ο εναγόμενος δεν έχει νομικές γνώσεις ούτε προσελήφθη για την νομική υποστήριξη των απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της ...", στην συνέχεια τον απέρριψε ως αβάσιμο.

Το δε Διαιτητικό Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 8/2013 αποφάσεώς του, κρίνοντας επί αυτού ως άνω ενώπιόν του προβληθέντος ισχυρισμού (αγωγικού ακυρωτικού λόγου) της αναιρεσειούσης, αφού δέχθηκε ότι: "...από τον όρο 3γ της σύμβασης προκύπτει ότι ο "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" ανέλαβε την από τεχνικής απόψεως υποστήριξη της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" και όχι ασφαλώς τη νομική.

Επειδή η παροχή τεχνικών συμβουλών από ένα μηχανικό υπάγεται ασφαλώς μέσα στον κύκλο των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων. Επειδή τα μέρη δικαιούνται, στο πλαίσιο της ελεύθερης διαμόρφωσης των συμβάσεων, να καθορίζουν τις οικονομικές σχέσεις τους κατά το δοκούν. Επειδή η επίδικη συμφωνία κρίνεται ως απολύτως θεμιτή και λογική, εφόσον προκύπτει ότι πράγματι ο "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ" παρείχε υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης στον αντισυμβαλλόμενό του και ως εκ τούτου δικαιούται αμοιβή για τις υπηρεσίες του αυτές, που συμφωνήθηκε με ελεύθερη βούληση από τους δύο συμβαλλόμενους", στη συνέχεια ομοφώνως απέρριψε τον λόγο αυτό.

Με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του, σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο, όπως και το Διαιτητικό Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ και 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δεχόμενο ότι η συμβατική υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να υποστηρίξει τις απαιτήσεις της αναιρεσειούσης, συνίστατο, λόγω της ιδιότητός του ως πολιτικού μηχανικού και της προσλήψεώς του ως τεχνικού διευθυντή του έργου, αποκλειστικά και μόνο στην τεχνική υποστήριξη του έργου, υπό την έννοια της συγκροτήσεως του υλικού - τεχνικού αντικειμένου της απαιτήσεως (αμοιβής) της αναιρεσειούσης κατά της ...

και όχι για την νομική υποστήριξη αυτής (απαιτήσεως - αμοιβής της αναιρεσειούσης), αφού ο αναιρεσίβλητος δεν είχε νομικές γνώσεις και ούτε προσελήφθη για την νομική υποστήριξη των απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της ..., πράγμα, άλλωστε, που, όπως από την σύμβαση προκύπτει, δεν είχε συμφωνηθεί, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές.

Επομένως, τα αντίθετα, που, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-10-2016 αίτηση της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2308/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα