Legislator Case Law & Legislation
811/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to procedural error in traffic rule application.

Case Number 811/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a traffic accident verdict, remanding the case for retrial. The court found that the lower court incorrectly applied traffic laws regarding right-of-way, specifically regarding the direction of travel on the road. Consequently, the court ordered the lower court to re-examine the case with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A procedural error in the application of substantive traffic law provisions constitutes a valid ground for appeal, necessitating the remittal of the case for retrial.

Keywords

AI generated
traffic accident liability right of way violation procedural error appeal remittal for retrial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 section e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 811 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 811/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Γ., 2) Ζ. συζ. Κ. Γ., το γένος Α. Π., 3) Α. Γ. του Κ., 4) Σ. Γ. του Κ., 5) Γ. Γ. του Κ., 6) Σ. Γ. του Κ., κατοίκων ... και 7) Σ. χας Α. Π., το γένος Κ. Θ., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3η, 4η, 5η και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: η Σ. χα Α. Π. (7η) απεβίωσε στις 10-5-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου νόμιμη κληρονόμος της Ζ. συζ. Κ. Γ. (2η), τόσο για την ίδια, όσο και για λογαριασμό, ως οριστική δικαστική συμπαραστάτρια, του Σ. Π., επίσης εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ως άνω αποβιωσάσης Σ. χας Α. Π., η οποία εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης και 6ου των αναιρεσιβλήτων, της ήδη αποβιωσάσης Σ. χας Α. Π. και του Α. Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21739/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 860/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δικ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ’ αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1258/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η 7η αναιρεσίβλητη Σ. χα Α. Π., το γένος Κ. και Μ. Θ., απεβίωσε στις 10.5.2014 και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής είναι τα τέκνα της Σ. Π. και Ζ. Π. συζ. Κ. Γ. (δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δ.

Ν., που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε αφενός μεν το γεγονός του θανάτου της ως άνω μητέρας της στην αναιρεσείουσα, η οποία το αγνοούσε κατά την άσκηση της αναιρέσεως, αφ’ ετέρου δε ότι ο παραπάνω αναφερόμενος αδελφός της και έτερος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας τους Σ.

Π. έχει τεθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και ότι οριστική συμπαραστάτρια αυτού έχει οριστεί η ίδια, ταυτόχρονα δε δήλωσε ότι συνεχίζει την δίκη τόσον ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας της, όσο και ως οριστική δικαστική συμπαραστάτρια του Σ. Π., ετέρου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ως άνω αποβιωσάσης.

Περαιτέρω από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το από 12.5.2014 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου που συνετάγη από τον Ληξίαρχο Θεσσαλονίκης, 2) το με αριθμό πρωτ. .../2014 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., νομού Θεσσαλονίκης, 3) το με αριθμό .../2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, 4) το με αριθμό .../2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 5) την 5391/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι στις 10.5.2014, δηλαδή μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, που έλαβε χώρα στις 6.2.2014, και πριν από την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 20.5.2016, απεβίωσε η 7η αναιρεσίβλητη Σ.

χα Α. Π., το γένος Κ. και Μ. Θ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα μοναδικά τέκνα της Σ. Π. και Ζ. Π. συζ. Κ. Γ. (δεύτερη αναιρεσίβλητη). Ο εκ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων Σ. Π., δυνάμει της υπ’ αριθμ. 5391/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στις 15.4.2015 και έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, τέθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και οριστική συμπαραστάτρια αυτού έχει οριστεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ζ.

Π. συζ. Κ. Γ.. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω 7ης αναιρεσίβλητης, η οποία είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτησή της με τους ως άνω κληρονόμους της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 Α.Κ.).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1361/2013). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο (άρθρο) αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.

Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου πραγματικά περιστατικά: "Στις 28-4-2007 (ημέρα Σάββατο) και περί ώρα 9.55’ , ο Δ.

Γ. (οικείος των επτά πρώτων εναγόντων και ήδη εκκαλούντων) εκινείτο επί της μεσαίας λωρίδος της οδού ... στην Θεσσαλονίκη, με κατεύθυνση από την οδό ... προς την έξοδο της πόλης οδηγώντας την υπ’ αρ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας της μητέρας του - δευτέρας των εναγόντων - εκκαλούντων) με συνεπιβαίνοντα στην οπίσθια θέση αυτής τον φίλο του όγδοο ενάγοντα - εκκαλούντα, Α.

Α.. Η ανωτέρω οδός ... στο σημείο της διασταύρωσης αυτής με την κάθετη οδό ... (όπου έλαβε χώρα και το επίδικο ατύχημα) είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 10 μέτρων, ευθεία και οριζόντια, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χλμ. την ώρα. Η οδός ...

είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 15 μέτρων, επίσης ευθεία και οριζόντια. Η κυκλοφορία των οχημάτων στην παραπάνω διασταύρωση ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι, κατά τον ως άνω χρόνο, ήταν σε λειτουργία και εκ των οποίων, όταν αυτός που ρυθμίζει την κυκλοφορία των κινούμενων στην οδό ...

οχημάτων με κατεύθυνση ευθεία προς την οδό ... έχει κόκκινη ένδειξη, αυτός που ρυθμίζει την ευθεία πορεία των κινούμενων στην οδό ... προς έξοδο της πόλης έχει πράσινη ένδειξη, εκτός αν έχει ενεργοποιηθεί η αριστερή στροφή επί της οδού ... προς την οδό ..., η οποία έρχεται στη συνέχεια της κίνησης των οχημάτων από ....

Οι κόκκινες ενδείξεις των κινήσεων των οχημάτων επί της οδού ... από και προς ... έχουν την ίδια διάρκεια. Η εκκίνηση της κόκκινης ένδειξης στο ρεύμα από ..., καθυστερεί κατά 1" σε σχέση με την κόκκινη ένδειξη της κίνησης προς .... Η αριστερή στροφή από ... προς κέντρο πόλης εκτελείται έχοντας σαν ένδειξη κίτρινο αναλάμπον βέλος, στον ίδιο χρόνο που η ευθεία κίνηση επί της ...

προς ... έχει πράσινη ένδειξη. Με χρονική στιγμή εκκίνησης την στιγμή της παύσης της πράσινης ένδειξης της διάβασης επί της ... στη άνω πλευρά του κόμβου, η κίνηση των οχημάτων επί της ... προς ... και η προαναφερθείσα διάβαση πεζών, έχουν για 10’ ‘ ταυτόχρονα ένδειξη. Το χρονικό δε διάστημα κατά το οποίο οι προηγούμενες κινήσεις έχουν ταυτόχρονα κόκκινη ένδειξη μετά την παύση της πράσινης ένδειξης της κίνησης οχημάτων επί της ...

προς ... εξαρτάται από την ενεργοποίηση της αριστερής στροφής επί της ... προς .... Κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ημέρα, (πρωί), υπήρχε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή. Την ίδια χρονική στιγμή, ο Ν. Ρ. οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, όπως συνομολογείται, κινούμενος επί της οδού ... (άνωθεν της ...) με πρόθεση, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, να εισέλθει αριστερά επί της οδού ... (προς το κέντρο της πόλης)....

Ο φωτεινός σηματοδότης του ρεύματος πορείας του, στον χρόνο εκείνο είχε ακόμη ερυθρή ένδειξη για τα κινούμενα ευθέως οχήματα και πορτοκαλί αναλάμπουσα για όσα προτίθενται να εισέλθουν αριστερά και πράσινη για τα κινούμενα επί της οδού ... οχήματα (όπως για την οδηγούμενη από τον οικείο των εναγόντων μοτοσυκλέττα).

Ο τελευταίος (οικείος των εναγόντων) κινούμενος στην ευθεία της οδού ... και προσεγγίζοντας στην άνω διασταύρωση διήλθε από τον σηματοδότη με αμείωτη την ήδη ανεπτυγμένη ταχύτητα του οχήματός του, που υπερέβαινε κατά πολύ το οριζόμενο ανώτατο όριο των 50 χ/ώρα (κατοικημένη περιοχή). Αφού δε διήνυσε 5,1 μέτρα περίπου από το ύψος του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του συγκρούστηκε με το όχημα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος εισήλθε στην διασταύρωση παραβιάζοντας την ερυθρή ένδειξη του σηματοδότη της δικής του πορείας, από δεξιά και διαγώνια σε σχέση με τη πορεία του μοτοσυκλετιστή.

Η μοτοσυκλέττα επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα αυτής επί της αριστερής πλευράς του ΙΧΕ οχήματος συρόμενη και επί της οπίσθιας (λόγω της διαγώνιας θέσης του ΙΧΕ) και στη συνέχεια αφήνοντας χαραγή με λάδια και θραύσματα επί του οδοστρώματος μήκους 1,97 μέτρων ακινητοποιήθηκε έμπροσθεν του αυτοκινήτου το οποίο λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης περιεστράφη κατά την φορά της κίνησης της μοτοσυκλέττας και ακινητοποιήθηκε και αυτό εντός του οδοστρώματος της οδού ...

σε θέση διαγώνια, με το εμπρόσθιο τμήμα του να βλέπει προς την ... (άνω) και προς το δεξιό ρεύμα πορείας της ... με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης (προηγουμένως εκινείτο η μοτοσυκλέττα) σε απόσταση 8,6 μέτρων από τους φωτεινούς σηματοδότες της οδού ... - με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης. Ο οδηγός δε της μοτοσυκλέττας (ο οποίος έφερε κράνος κατά την οδήγηση), αφού μετά την σύγκρουση επί του αυτοκινήτου χτύπησε με το κεφάλι στον ουρανό του τελευταίου (επάνω υπό την οπίσθια αριστερή θύρα αυτού) ακινητοποιήθηκε δίπλα στην μοτοσυκλέττα (στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος) ενώ ο συνεπιβαίνων σ’ αυτήν - όγδοος των εναγόντων εκτινάχθηκε επάνω από την μοτοσυκλέττα και επέπεσε μερικά μέτρα μακριά από το σημείο της σύγκρουσης, εντός του οδοστρώματος (χωρίς και να προσδιορίζεται η ακριβής θέση ακινητοποίησης αυτού στην έκθεση αυτοψίας ή στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τα οποία συντάχθηκαν κυρίως με βάση τις πληροφορίες του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, και του α’ αυτόπτη μάρτυρα Α.

Π. καθόσον οι επιβάτες - οδηγός και συνεπιβαίνων - της μοτοσυκλέττας ήταν αναίσθητοι στο οδόστρωμα βαρειά τραυματισμένοι, αλλά και τα λοιπά ευρήματα που υπήρχαν στο οδόστρωμα). Η κρίση του Δικαστηρίου αυτού περί της παραβιάσεως εκ μέρους του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου του ερυθρού σηματοδότη του ρεύματος πορείας του στηρίζεται κυρίως στις ένορκες καταθέσεις της β’ αυτόπτη μάρτυρος Μ.

Μ., η οποία εξετάσθηκε προανακριτικά μεν στις 20-5-2007 και στις 12-4-2008, καθώς και στις 21/3/2013, ενώπιον του Γ’ Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης στο οποίο παραπέμφθηκε για να δικασθεί ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (όσον αφορά τον οικείο των εναγόντων - μοτοσυκλετιστή) και της σωματικής βλάβης από αμέλεια (όσον αφορά τον συνεπιβαίνοντα στην μοτοσυκλέττα όγδοο των εναγόντων).

Η ως άνω αυτόπτης μάρτυρας, η οποία δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με τα εμπλεκόμενα στο ένδικο ατύχημα πρόσωπα και το όνομα και η παρουσία της καταγράφηκε στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας, σε όλες τις πιο πάνω ένορκες καταθέσεις της αναφέρει τα ακόλουθα: "οδηγώντας το υπ’ αρ.

κυκλ. ΙΧΕ αυτοκίνητό μου εκινούμην επί της οδού ... με κατεύθυνση από ... προς ... (ήτοι αντιθέτως προς την κίνηση του ΙΧΕ οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και από αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέττας). Στο ύψος με την οδό ... διέκοψα την πορεία μου προ του ερυθρού σηματοδότη. Ήμουν πρώτη στο φανάρι.

Την στιγμή εκείνη είδα... να κινείται μία δίκυκλη μοτοσυκλέττα με αρκετή ταχύτητα, σίγουρα πάνω από τα όρια. Παρατήρησα ότι στην οδό ... (έμπροσθεν αυτής) ήταν αναμμένο το κόκκινο φανάρι για τους πεζούς... Ξαφνικά, το ΙΧΕ αυτοκίνητο σπιντάροντας, ξεκίνησε είτε για να στρίψει αριστερά προς ..., είτε για να πραγματοποιήσει αναστροφή επί της ...

προς την έξοδο της πόλης. Ως αποτέλεσμα η μοτοσυκλέττα συγκρούστηκε στην αριστερή πλευρά του Ι.Χ.Ε. Η σύγκρουση ήταν πολύ σφοδρή...

Εγώ είχα πολύ καλή ορατότητα...". Ανεξαρτήτως δε του ότι η ως άνω αυτόπτης μάρτυρας προσδιορίζει διαφορετικά την κίνηση κατεύθυνσης της μοτοσυκλέττας αλλά και του ΙΧΕ οχήματος και τούτο προφανώς λόγω του ότι το ατύχημα εκτυλίχθηκε εντός της διασταυρώσεως, έμπροσθεν του οχήματος αυτής δηλαδή, που ήταν ακινητοποιημένο επί της ...

λόγω του ερυθρού σηματοδότη της πορείας της και περιγράφει τις θέσεις των οχημάτων κατά το χρόνο της σύγκρουσης (όπως δε δήλωσε ήταν πολύ σοκαρισμένη συνεπεία της έμπροσθεν αυτής λαβούσης χώρα σύγκρουσης), σε κάθε περίπτωση, διαβεβαιώνει μετά λόγου γνώσεως ότι την στιγμή εκείνη η ίδια είχε ερυθρή ένδειξη στον σηματοδότη του ρεύματος πορείας της, κλάσματα δε δευτερολέπτου πριν από τη σύγκρουση είχε ανάψει κόκκινο για τους πεζούς της οδού ...

στην οποία αυτή εκινείτο και επομένως οι μεν κινούμενοι επί της οδού ... με κατεύθυνση προς έξοδο της πόλεως, όπως ο οικείος των εναγόντων, είχαν πράσινη ένδειξη σηματοδότη στην πορεία τους, οι δε αντιθέτως της μάρτυρος κινούμενοι επί της οδού ... είχαν, όπως ο πρώτος εναγόμενος και η μάρτυρας, κόκκινη ένδειξη για τους κινούμενους ευθεία και πορτοκαλί αναλάμπουσα για όσους προτίθενται να αλλάξουν κατεύθυνση στον σηματοδότη της πορείας τους, με δεδομένο και τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο πρώτος εξ αυτών πράγματι εκινείτο με κατεύθυνση από ...

προς την οδό ... αριστερά (προς το κέντρο της πόλης). Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το όλο περιεχόμενο της από 21/5/2008 ένορκης - προανακριτικής - κατάθεσης του α’ αυτόπτου του ατυχήματος μάρτυρος Π. Γ., ο οποίος στον κρίσιμο χρόνο εκινείτο πεζός επί του πεζοδρομίου της οδού ... με κατεύθυνση προς έξοδο της πόλης, και αναφέρει ότι προσεγγίζοντας το ύψος του φωτεινού σηματοδότη "άκουσε δυνατό θόρυβο σύγκρουσης εντός της διασταυρώσεως και είδε έναν άνθρωπο να σηκώνεται ψηλά.

Ήταν ο συνοδηγός της μοτοσυκλέττας που είχε συγκρουσθεί με ένα όχημα. Αυθόρμητα μετά από 2-3 βήματα προς το ατύχημα κοίταξα τον φωτεινό σηματοδότη επί της οδού ... στο ρεύμα προς έξοδο της πόλης (που εκινείτο) προηγουμένως η μοτοσυκλέττα) ο οποίος έδειχνε κόκκινο. Δεν γνωρίζω την ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών κατά τη στιγμή του ατυχήματος".

Από την όλη δε αξιολόγηση της καταθέσεως του εν λόγω μάρτυρος γίνεται φανερό κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι κατά την στιγμή του ατυχήματος ο φωτεινός σηματοδότης του ρεύματος πορείας της μοτοσυκλέττας είχε ακόμη πράσινη ένδειξη και δευτερόλεπτα μετά την σύγκρουση κόκκινη, δοθέντος και ότι σύμφωνα με την πιο πάνω κατάθεση της δεύτερης αυτόπτου μάρτυρα της προαναφερομένης Μ.

Μ. που ήταν κατά τα ανωτέρω σταθμευμένη έμπροσθεν του ερυθρού σηματοδότη του ρεύματος πορείας της στην ... κλάσματα δευτερολέπτου μόλις πριν την σύγκρουση (που εκτυλίχθηκε έμπροσθέν της ενώ η ίδια ήταν ακινητοποιημένη) είχε ανάψει κόκκινο για τους πεζούς που επροτίθεντο να διασχίσουν την ..., πράγμα που συνεπάγεται, με βάση τα προεκτεθέντα όσον αφορά την λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών της επίμαχης διασταυρώσεως, ότι οι ενδείξεις αυτών - των σηματοδοτών - για τους κινούμενους επί της ... (όπως και ο πρώτος εναγόμενος) αλλάζουν σε πράσινη ένδειξη και πορτοκαλί αναλάμπουσα για την αριστερή στροφή τουλάχιστον 10 δευτερόλεπτα αργότερα...

Η πορεία του οδηγού του αυτοκινήτου πριν από την σύγκρουση δεν είναι ανοιχτή εντός του οδοστρώματος της διασταυρώσεως, όπως θα όφειλε, αφού επροτίθετο να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά για να εισέλθει στην ... - προς το κέντρο της πόλης, έχοντας μάλιστα την προσοχή του ιδιαιτέρως τεταμένη και παραχωρώντας προτεραιότητα σε τυχόν εκ δεξιών του οχήματα που εκινούντο προηγουμένως κανονικά εντός της διασταυρώσεως (άρθρο 6 του ΚΟΚ), αλλά αντιθέτως, η πορεία του εμφανίζεται εντελώς κλειστή με δεδομένο και το προσδιοριζόμενο ως πιθανό σημείο της συγκρούσεως και εντελώς διαγώνια σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέττας, (η οποία λογικά συνεχιζόμενη ομοίως θα τον οδηγούσε σε επαφή σχεδόν με το άκρο της διαχωριστικής νησίδας των δύο ρευμάτων πορείας της οδού ...

επί της οποίας επίσης υφίσταται κολώνα φωτεινού σηματοδότη και πάντως θα τον οδηγούσε στο άκρο αριστερό της ... προς το κέντρο της πόλης και όχι στο άκρο δεξιό αυτής, όπως θα όφειλε να εισέλθει και να κινηθεί κατά την επικαλούμενη πρόθεσή του), γεγονός που εξηγεί με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής ότι αυτό φέρει κυρίως χτυπήματα πρόσκρουσης επί της αριστερής πλευράς αυτού από την θύρα του οδηγού και μετά ακολούθως ωθήθηκε προς τα πίσω, περιστρεφόμενη κατά την φορά που προσέκρουσε και εσύρθη επ’ αυτού με σφοδρότητα η μοτοσυκλέττα (προς τα αριστερά).

Ενώ ακόμη εξηγείται ούτως και το γεγονός ότι με την κίνησή του δημιούργησε εσφαλμένη εντύπωση όσον αφορά την πορεία της στην άνω μάρτυρα με βάση την κατάθεση της οποίας, αμέσως μετά ο σηματοδότης του ρεύματος πορείας της άλλαξε σε πράσινη ένδειξη εισήλθε αριστερά στην ... (προς έξοδο της πόλης) περνώντας δίπλα από το ακινητοποιημένο λόγω της σύγκρουσης όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και στάθμευσε σοκαρισμένη, προκειμένου να δώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς της στην τροχαία, γεγονός που ενισχύει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι ο μοτοσικλετιστής - οικείος των εναγόντων - διήλθε τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του με πράσινη ένδειξη, ο δε πρώτος εναγόμενος εισήλθε στην διασταύρωση ενώ ο σηματοδότης της πορείας του από ...

επάνω από την ... προς την τελευταία αριστερά, ήτοι προς το κέντρο της πόλης είχε ακόμη πορτοκαλί αναλάμπουσα ένδειξη, ανακόπτοντας από δεξιά της τελευταίας με συνέπεια να λάβει χώρα η ένδικη σύγκρουση, αφού ο οδηγός της τελευταίας λόγω του ευλόγου αιφνιδιασμού του, αλλά και της ιδιαίτερης αναπτυγμένης ταχύτητάς του δεν είχε χρονικό περιθώριο να ελιχθή έστω προς τα αριστερά για να την αποφύγει...

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ οχήματος, ο οποίος παραβίασε την κίτρινη αναλάμπουσα ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη του ρεύματος πορείας του (παράβαση άρθρου 6 παρ. 1Δ ΚΟΚ) και με αντικανονική διαγραφή πορείας (κλειστά αριστερά) εισερχόμενος ανέλεγκτα εντός της επίμαχης διασταυρώσεως, στην οποία είχε εισέλθει με πράσινη ένδειξη σηματοδότη και επιχείρησε να κινηθεί με ευθεία πορεία προς την έξοδο της πόλης η μοτοσυκλέττα που οδηγούσε ο οικείος των επτά (7) πρώτων εναγόντων, με συνέπεια τη σφοδρή σύγκρουση των δύο οχημάτων κατά τα προεκτεθέντα και τον βαρύτατο τραυματισμό των δύο επιβαινόντων σ’ αυτήν, εκ των οποίων ο οδηγός της απεβίωσε αργότερα, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά πιο κάτω.

Συνετέλεσε, όμως, στην πρόκληση της σύγκρουσης και ο οδηγός της μοτοσυκλέττας, ο οποίος εκινείτο χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως οποιοδήποτε τυχόν εμπόδιο στην κίνησή του με υπερβολική πέραν του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου (των 50χιλ/ώρα) ταχύτητα, προσδιοριζόμενη κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε 90-100 περίπου χιλιόμετρα ωριαίως (παράβαση άρθρου 19-20 ΚΟΚ), με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβανομένης υπόψη της σφοδρότητας της σύγκρουσης επί του διαγωνίως εντός της διασταυρώσεως κινηθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου από δεξιά προς το αριστερό σε σχέση με την πορεία της με επακόλουθο την ώθηση προς τα πίσω του τελευταίου και την ακινητοποίησή τους εντός της διασταυρώσεως με το εμπρόσθιο τμήμα του να βλέπει αντίθετα προς την αρχική του πορεία, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να έχει πλήρη έλεγχο του οχήματός του και έτσι να ελιχθεί με την μοτοσυκλέττα του προς τα αριστερά όταν αντιλήφθηκε την αντικανονική έμπροσθεν αυτού είσοδο του ΙΧΕ οχήματος στην διασταύρωση, ώστε να αποφύγει την επ’ αυτού πρόσκρουση αυτής ή έστω να μειώσει σημαντικά τη σφοδρότητα αυτής με σύγχρονη τροχοπέδηση, η οποία λόγω της ανεπτυγμένης ταχύτητας της μοτοσυκλέττας και της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα προ της συγκρούσεως δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί (όπως και δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας).

Η ανωτέρω οδηγητική συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσυκλέτας (ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας και έλλειψη σύνεσης και αντίδρασης γενικώς) επηρεάστηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου και από το γεγονός ότι αυτός κατά το χρόνο προ του ατυχήματος (το προηγούμενο βράδυ αλλά και ενωρίτερα το ίδιο πρωί) είχε καταναλώσει αλκοολούχα ποτά (όπως παραδέχτηκε και ο όγδοος των εναγόντων φίλος του και συνεπιβάτης της μοτοσυκλέττας) καθώς η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα βρέθηκε να είναι κατόπιν σχετικής εξέτασης στην οποία υποβλήθηκε μετά το ατύχημα, 0,76 %ο του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος Το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου των εμπλεκομένων οδηγών ανέρχεται σε 70% για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και σε 30% για τον οδηγό της μοτοσυκλέττας, δεκτής γενομένης της εν μέρει βάσιμης στην ουσία της και παραδεκτώς προβληθείσας πρωτοδίκως και επαναφερομένης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις της εφεσίβλητης - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας νόμιμη ένσταση του άρθρου 300 Α.Κ.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέττας και απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την αγωγή των οικείων του - εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, κακώς εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και έσφαλε στην κρίση του καθιστώντας έτσι την απόφασή του εξαφανιστέα, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με την κρινόμενη έφεση των τελευταίων ο σχετικός λόγος της οποίας συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ήδη εφεσίβλητη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου τούτου δεν αναιρείται από την αντίθετη (και πάντως μη δεσμευτική) κρίση του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο δικάζοντας σε πρώτο βαθμό το ποινικό σκέλος της υποθέσεως με την υπ’ αρ. 6438/2013 απόφασή του (προσκομιζόμενη) κήρυξε τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου Ν.

Ρ. αθώο των αποδοθέντων σ’ αυτόν αξιοποίνων πράξεων που προαναφέρθηκαν κρίνοντας (όπως προκύπτει από το πανομοιότυπο με την εκκαλουμένη απόφαση σκεπτικό του) ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέττας δεχόμενο ότι ο τελευταίος παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη του ρεύματος πορείας του, εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και ήταν στον κρίσιμο χρόνο υπό την επήρεια αλκοόλης...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ως άνω ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα οχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από αυτό διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αν και δέχεται ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος οι σηματοδότες της διασταυρώσεως των οδών ... και ... ευρίσκοντο σε λειτουργία και λειτουργούσαν κατά τρόπο, ώστε όταν υπήρχε πράσινη ένδειξη για τα οχήματα που εκινούντο επί της οδού ... με κατεύθυνση ευθεία προς την οδό ...

και μόνον τότε υπήρχε πορτοκαλί αναπαλλόμενη ένδειξη για τα οχήματα που εκινούντο επί της οδού ... με κατεύθυνση αριστερά προς την οδό ..., προς το κέντρο της πόλεως και ότι κατά την διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος υπήρχε κόκκινη ένδειξη για τα οχήματα που εκινούντο επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλεως (σελ. 25 στοιχ. 13 έως και 22 και σελ. 26 στοιχ. 4 έως 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στην συνέχεια δέχεται ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου κινήθηκε από την οδό ...

με κατεύθυνση αριστερά προς την οδό ... με πορτοκαλί αναπαλλόμενη ένδειξη και ότι ταυτόχρονα η ένδειξη για τα κινούμενα επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλεως οχήματα (όπως η δίκυκλη μοτοσυκλέττα) ήταν πράσινη (σελ. 27 στοιχ. 10 έως 14 και σελ. 31 στοιχ. 17 έως 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Δέχεται δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση το μεν ότι όταν η ένδειξη του σηματοδότη της (άνω) ...

ήταν πράσινη για την ευθεία κίνηση προς ... και πορτοκαλί αναπαλλόμενη για την κίνηση με στροφή προς ..., τότε ο σηματοδότης της ... είχε κόκκινη ένδειξη, το δε ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο εκινείτο επί της οδού ... και έστριψε προς την οδό ..., προς το κέντρο της πόλεως, εισήλθε στην διασταύρωση με πορτοκαλί αναπαλλόμενη σήμανση, η δε μοτοσυκλέτα με πράσινο σηματοδότη, παραδοχή αντιφάσκουσα με την προεκτιθέμενη παραδοχή της.

Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι για τα οχήματα τα κινούμενα επί της οδού ... (άνωθεν της ...) προς ... - κέντρο πόλεως ο σηματοδότης ήταν πορτοκαλί αναπαλλόμενος μόνον όταν ήταν πράσινος ταυτοχρόνως και ο σηματοδότης για τα οχήματα τα κινούμενα επί της ... (άνωθεν της ...) ευθεία προς ..., στην συνέχεια δέχεται αντιφατικώς προς τα παραπάνω ότι συνέπιπταν κόκκινος για τα κινούμενα ευθεία προς ...

και πορτοκαλί αναπαλλόμενος για εκείνα που έστριβαν προς ... - κέντρο πόλεως (σελ. 31 στοιχ. 17 έως 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξ άλλου, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε περαιτέρω δεκτό ότι "η πορεία του (ΙΧΕ αυτοκινήτου) εμφανίζεται εντελώς κλειστή και εντελώς διαγώνια σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας (η οποία λογικά συνεχιζόμενη ομοίως θα τον οδηγούσε σε επαφή σχεδόν με το άκρο της διαχωριστικής νησίδας των δύο ρευμάτων πορείας της οδού ...

επί της οποίας επίσης υφίσταται κολώνα φωτεινού σηματοδότη και πάντως θα τον οδηγούσε στο άκρο αριστερό της ... προς το κέντρο της πόλης και όχι στο άκρο δεξιό αυτής, όπως θα όφειλε να εισέλθει και να κινηθεί κατά την επικαλούμενη πρόθεσή του)..." (σελ. 34 στοιχ. 10 έως 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως) κρίνοντας έτσι αντικανονική την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου και εστιάζοντας την συνυπαιτιότητα του οδηγού τούτου και στο ότι κατά την κίνησή του δεν κινήθηκε εντελώς ανοικτά εντός της διασταυρώσεως ώστε να καταλάβει το άκρο δεξιό της οδού ..., παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της:

α) το ΙΧΕ αυτοκίνητο εκινείτο επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς την οδό ... και εντεύθεν προς το κέντρο της πόλεως και β) η οδός ..., κατά την κάθοδό της έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, κατευθυνόμενες η μία σε ευθεία πορεία προς την οδό ... και η δεύτερη αριστερά προς την οδό ..., ενώ κατά την άνοδό της έχει επίσης δύο λωρίδες κυκλοφορίας, κατευθυνόμενες η μία σε ευθεία πορεία επί της οδού ...

προς τα βόρεια, η δε δεύτερη δεξιά προς την οδό ... και, επομένως, κατά την αφή του πράσινου φωτός ταυτόχρονα τόσο για την άνοδο, όσο και για την κάθοδο της ..., θα μπορούσαν να εισέρχονται στην οδό ..., στην ίδια κατεύθυνση, προς το κέντρο της πόλεως, δύο οχήματα ταυτόχρονα, από τα οποία εκείνο που προερχόταν από την κάτωθεν της οδού ...

πλευρά της οδού ... θα έπρεπε να κινείται δεξιά (στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ... προς το κέντρο της πόλεως), ενώ το έτερο, το προερχόμενο δηλαδή από την άνωθεν της οδού ..., όπως το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκίνητο, θα έπρεπε να κινείται αριστερά (επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ...

προς το κέντρο της πόλεως), όπως έπραξε στην προκειμένη περίπτωση ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με τα ταυτοχρόνως, κατά τα προεκτεθέντα, κινούμενα επί της κάτωθεν της οδού ... πλευρά της οδού ... οχήματα με κατεύθυνση δεξιά επί της οδού ..., προς το κέντρο της πόλεως, τα οποία έπρεπε να κινηθούν και να καταλάβουν το άκρο δεξιό της οδού αυτής.

Κατά συνέπειαν, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος θεμελιώνεται επί των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των δευτέρου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση της προβαλλομένης με τον τέταρτο λόγο αυτής αιτιάσεως (που αφορά στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης) και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 860/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ