Legislator Case Law & Legislation
811/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural default and invalid intervention lacking legal interest.

Case Number 811/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant failed to appear for the hearing without notice, violating procedural rules, while the intervening party successfully argued that their acquisition of the disputed property created no legal interest to oppose the original plaintiff. Consequently, the court ruled the intervention was merely supplementary and the appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242, 573, 576 of the Code of Civil Procedure; The intervention of a successor in rem is inadmissible if they lack a specific legal interest to oppose the original plaintiff, as their acquisition of the subject matter does not create a right to prevent the original claim from being decided.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural default intervention in litigation legal interest succession in rem Code of Civil Procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 242, 573, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 811 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 811/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Tων αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Α. του Β., κατοίκου ..., και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΚΤΡΟΝΙΚ Α.Ε.", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Βαλτούδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-1996 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών επί της οποίας εκδόθηκε η 408/864.127/1998 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 15-12-2000 κύρια παρέμβαση της 2ης αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και συνεκδικάστηκε με την πιο πάνω αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1182/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2311/2004, 345/2008 μη οριστικές και 2163/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η 2η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 24-3-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 3030Γ και 3028Γ/22-1-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Εδέσσης ..., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα και τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων από τη δεύτερη τούτων, που επισπεύδει τη συζήτηση. Επομένως αφού δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο ο αναιρεσείων και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων πρώτος αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι είναι κύριος του λεπτομερώς περιγραφομένου σ' αυτήν κληροτεμαχίου και ότι απέκτησε την κυριότητα με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο αγοράς και μεταγραφή), ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) κατέλαβε τμήμα αυτού, αποβάλλοντάς τον από τη νομή του παράνομα και χωρίς τη θέλησή του και ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητα του στο τμήμα αυτό του κληροτεμαχίου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει, άλλως να αποδώσει τη νομή αυτού, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, επικαλούμενος ότι ο αναιρεσείων έχει καταστεί πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του κατά την αξία της νομής αυτού, ανερχομένη στο ποσό των 2.800.000 δραχμών, λόγω παραγραφής της περί αποβολής από τη νομή αγωγής.

Περαιτέρω, η δεύτερη αναιρεσίβλητη άσκησε με αυτοτελές δικόγραφο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κυρία, όπως τη χαρακτηρίζει με αυτήν, παρέμβαση, ως ειδική διάδοχος του ενάγοντος και ισχυρίστηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την άσκηση της αγωγής μέχρι την άσκηση της παρέμβασης και συγκεκριμένα την 3-3-1999 με συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον τελευταίο το ...

κληροτεμάχιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 863 τετ.μέτρων. Ως δικαιολογητική αιτία άσκησης της παρέμβασης, η παρεμβαίνουσα εταιρεία επικαλέστηκε το περιστατικό ότι ο ιδιοκτήτης του ομόρου κληροτεμαχίου αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος - δικαιοπαρόχου της σε τμήμα του ακινήτου, το οποίο κατέλαβε αυθαίρετα και αρνείται να τους το αποδώσει.

Για το λόγο αυτό εζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητα της στο επίδικο τμήμα όπως αυτό περιγράφεται στο ιστορικό της αγωγής, να απορριφθεί η αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της αποδώσει τούτο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας την αγωγή και την παρέμβαση, έκρινε την τελευταία νόμιμη, χαρακτηρίζοντας αυτήν ως κυρία παρέμβαση, και εξέδωσε την οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, ανεγνώρισε στον ενάγοντα πρώτο αναιρεσίβλητο κύριο της επίδικης έκτασης, επιφάνειας 862 τ.μ.και την κυρίως παρεμβαίνουσα από 3-9-1999 κυρία ως ειδική διάδοχό του στο επίδικο ακίνητο και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει τούτο στην τελευταία.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εναγόμενος άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία αφού η ως άνω παρέμβαση χαρακτηρίσθηκε ως πρόσθετη παρέμβαση, έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και η παρέμβαση, αναγνωρίσθηκε ο ενάγων κύριος του επιδίκου τμήματος, εμβαδού 846,67 τετ.μέτρων και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να το αποδώσει στην προσθέτως παρεμβαίνουσα.

Η απόφαση αυτή προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου-εκκαλούντος.

Επειδή, κατ' άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου αν ρο αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και των άρθρων 26, 74, 130 και 230 του ίδιου ως άνω Κώδικα, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη της ισχύος αυτού, ήτοι από 23.05.1968 επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία γενικά κληρούχους, η, με δικαιοπραξία εν ζωή, εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους, υπό τον περιορισμό μόνον της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, προκύπτει, ότι ο κληρούχος που αποκαθίσταται κατά τον αγροτικό νόμο, από την παραχώρηση σε αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 431/1968 και αν ακόμη δεν είχε επιληφθεί της κατοχής αυτού, θεωρείται μοναδικός καλής πίστεως νομέας αυτού και, άρα, ο κλήρος, που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον.

Μόνο μετά την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ο κληρούχος και οι κληρονόμοι του, οι οποίοι είχαν κατ' επέκταση την ίδια πιο πάνω πλασματική νομή στον κλήρο, διότι ο νομοθέτης θέλησε να υπάρχει προστασία και των κληρονόμων για το κληρονομικό μερίδιο, που λαμβάνει ο καθένας από αυτούς στον κλήρο δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν κατέχει πραγματικά αυτόν και είναι συνεπώς κατά νόμο δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κλήρου, η οποία μπορεί, αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για κάθε μία από αυτές χρόνος από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω αναγκαστικού νόμου.

Η απαγόρευση της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά νομή τεμαχισμό αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μιας φοράς της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων. Ο τρίτος που επιλήφθηκε της νομής τμήματος του κληροτεμαχίου δεν προστατεύεται ούτε κατά του νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, αφού διαφορετικά θα είχε διαρκή προστασία που θα επέφερε κατάτμηση.

Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνον η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρονόμου ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 15 του Ν.Δ/τος 3958/1959, που διατηρήθηκαν διαδοχικά έκτοτε σε ισχύ με τα άρθρα 3 του Α.Ν. 431/1968, 2 του Ν. 666/1977, 11 του Ν. 944/1979 και 18 παρ. 1 του Ν. 1664/1986, την 131875/21-11-1988 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 882/Β78-12-1988), τον Ν. 3174/2003, προκύπτει ότι οι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, που πραγματοποιήθηκαν με πράξεις εν ζωή κατά παράβαση διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας για τους περιορισμούς μεταβιβάσεως των κλήρων αυτών, επικυρώνονται αφενός από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματός, (3458/1959) εφόσον έγιναν με δημόσιο έγγραφο και αφετέρου από τη δημοσίευση της επικυρωτικής απόφασης του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδίκη, η οποία μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο κυριότητας υποκείμενο σε μεταγραφή, εφόσον έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βέβαιη χρονολογία.

Η επικύρωση ανατρέχει στο χρόνο καταρτίσεως των αναφερομένων (ανώμαλων) δικαιοπραξιών, η νομή του κλήρου ανήκει έκτοτε στον αποκτώντα, ο δε κληρούχος δεν μπορεί να επικαλεσθεί υπέρ αυτού την από το άρθρο 79 παράγραφο 2 του Αγροτικού Κώδικα αναγνωριζόμενη καλόπιστη νομή επί του κλήρου και θεραπεύει μόνο τις απαγορεύσεις των μεταβιβάσεων αυτών, και όχι τις από τον Αστικό Κώδικα ακυρότητες ή άλλες.

Συνεπώς, προκειμένου περί μεταβιβάσεως της κυριότητας αγροτικού κλήρου, η οποία έγινε κατά παράβαση το μεν των ανωτέρω διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα, το δε των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 369 και 1192 επ. Α.Κ., δηλαδή με ιδιωτικό έγγραφο και όχι με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, η απόφαση του Ειρηνοδίκη, με την οποία επικυρώνεται η εν λόγω μεταβίβαση, θεραπεύει μόνο τις θεσπιζόμενες από τον Αγροτικό Κώδικα όχι, όμως και τις πέραν τούτων λοιπές ακυρότητες, όπως την ακυρότητα από την έλλειψη της κυριότητας του πωλητή επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου ή από την έλλειψη αφενός μεν του νομίμου τίτλου (συμβολαιογραφικού εγγράφου), αφετέρου δε της μεταγραφής του και ως εκ τούτου η επικύρωση δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση έκτοτε κατά τρόπο παράγωγο της κυριότητας του γεωργικού κλήρου και δεν καθιστά το ιδιωτικό αυτό έγγραφο νόμιμο τίτλο για την αφετηρίαση της χρησικτησίας, αλλά προσδίδει όμως στην άσκηση νομής με βάση αυτό στον κλήρο από τον αγοραστή το χαρακτήρα της καλόπιστα ασκούμενης νομής.

Μεταξύ των ακυροτήτων που επικυρώνονται ή μπορούν να επικυρωθούν περιλαμβάνονται και εκείνες που προέρχονται από τον περιορισμό της μη κατατμήσεως ακεραίων τεμαχίων της οριστικής διανομής, σε τέτοια δε κατάτμηση δεν άγει αναγκαίως η μεταβίβαση του κληροτεμαχίου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου και επομένως σε περίπτωση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας, το διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου, που μεταβιβάσθηκε ή προσυμφωνήθηκε να μεταβιβασθεί κατά παράβαση των περιορισμών αυτών των άρθρων 208 επ Αγροτικού Κώδικα αποκτά αυτοτέλεια και μπορεί να μεταβιβασθεί περαιτέρω ελεύθερα και να είναι δεκτικό χρησικτησίας (ΟλΑΠ 1520/1982, ΑΠ 426/2001, ΑΠ 1372/2004, ΑΠ 478/2005, ΑΠ 956/2008, ΑΠ 1834/1999, ΑΠ 1192/1987).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Το 1929 κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Γιαννιτσών που κυρώθηκε με το Ν. 4857/1930 που δημοσιεύθηκε στο αριθμ.

Α/36 ΦΕΚ της 18.12.1930, χορηγήθηκε στο κληρούχο - Χ. Β. του Γ., κάτοικο ..., για την αγροτική του αποκατάσταση, το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο εκτάσεως 3.623 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή "..." ή "..." της κτηματικής περιοχής του Δήμου και της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών, όπως τούτο εμφανίζεται στο με χρονολογία Νοέμβριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα που είναι συνημμένο στην από Νοέμβριος 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Ε.

Ζ., Για το εν λόγω ακίνητο εκδόθηκε ο υπ' αριθμ. .../1958 ο τίτλος κυριότητας της ΑΤΕ που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών. Κατόπιν η Μ., σύζυγος Δ. Μ. αγόρασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω κληροτεμαχίου από τη θυγατέρα και κληρονόμο του κληρούχου, Σ. συζ. Α. Κ., δυνάμει του από 9.11.1953 ιδιωτικού συμφωνητικού που επικυρώθηκε με την με αριθμό 25/1953 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών (υπ' άρθρο 15 παρ. 2 Ν.Δ. 3958/1959), που μεταγράφηκε νόμιμα. 0 ενάγων και ο Φ.

Μ., έγιναν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι σε ποσοστό 1/2 (50%) εξ αδιαιρέτου, αγοράζοντας από κοινού: α) το 1/2 εξ αδιαιρέτου από την Μ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. …/2 3.12.1964 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Ι. Τριαντάφυλλου που μεταγράφηκε νόμιμα, β) κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου από τη Σ. χήρα Χ.

Β., τη Σ. συζ. Α. Κ. και τη Μ. συζ. Δ. Μ., δυνάμει της 255/1968 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδίκη Γιαννιτσων, που μεταγράφηκε νόμιμα και γ) κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαίρετου από τη Χ. συζ. Κ. Γ. δυνάμει της 498/1969 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδίκη Γιαννιτσών, που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι, από το έτος 1969 ο ενάγων και ο Φ.

Μ. κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι σε ολόκληρο το ως άνω κληροτεμάχιο. Στη συνέχεια ο ενάγων με το υπ' αριθμ. .../14.9.1984 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Αθ. Τριανταφυλλίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Άνθ. Σιγκούδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω κληροτεμαχίου από τον μέχρι τότε συγκύριο του ακινήτου Φ.

Μ., αποκτώντας έτσι την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ως άνω ακινήτου. Ο εναγόμενος περί τα μέσα Αυγούστου του έτους 1993 κατέλαβε ένα τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος, εμβαδού 84 6,67 τ.μ. όπως τούτο εμφανίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος. Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του αριθμ. ...

κληροτεμαχίου, ιδιοκτησίας του ενάγοντος και όχι του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου ιδιοκτησίας του εναγομένου και εμπίπτει (επίδικο) εξ ολοκλήρου στους τίτλους, .κυρτότητας του ενάγοντος. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι εντός του επιδίκου τμήματος υπάρχει τμήμα της υφιστάμενης διώροφης οικοδομής του εναγομένου και νυν εκκαλούντος, και έχει εμβαδόν 5,43 τ.μ.

Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την άσκηση της κύριας αγωγής μέχρι την άσκηση της πρόσθετης υπέρ του ενάγοντος παρέμβασης και συγκεκριμένα στις 3.3.1999 με το αριθμ. .../4.2.1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Ανθούλας Σιγκούδη, το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε, η προσθέτως παρεμβαίνουσα αγόρασε από τον ενάγοντα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ως άνω υπ' αριθμ. ...

κληροτεμάχιο, εκτάσεως 3.623 τ.μ. στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα. Περαιτέρω όπως αποδείχθηκε, το υπ' αριθμ. ... ακίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος αποτελεί κληροτεμάχιο και δεν επιτρέπεται κατάτμηση.

Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνο η κτήση της κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρούχου ή των καθολικών ή ειδικών. διαδόχων του με τακτική έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου, αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από το νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος περί ίδιας κυριότητας κτηθείσας πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης. Ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί στο σύνολό της την αγωγή κατ' ουσίαν και είχε εκφέρει διαφορετική κρίση ως προς τον χαρακτηρισμό της παρέμβασης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΑΝ 431/1968, 79 παρ. 1 Αγροτικού Κώδικα ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι δεν ήταν δυνατή η απόκτηση της κυριότητας από τον εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία του επιδίκου ακινήτου, ως τμήματος του κληροτεμαχίου, λόγω της απαγόρευσης της κατάτμησης αυτού, καθώς και ότι δεν μπορεί να αρνηθεί ο τελευταίος την απόδοση της νομής του λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής, Περαιτέρω το Εφετείο ορθώς δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 15 του Ν. 3958/1954, του Ν. 667/1977, 18 παρ. 1 του Ν. 1644/1986, ούτε αυτές ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του, ώστε με την παράλειψη της εφαρμογής τους να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο είναι αυτοτελές διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου, που αποτέλεσε αντικείμενο ανώμαλης δικαιοπραξίας που επικυρώθηκε νομοτύπως και απέκτησε αυτοτέλεια έναντι του κλήρου και δεν έχει πλέον την ιδιότητα του κλήρου, όπως την εννοεί ο Αγροτικός Νόμος και μπορούσε έτσι να καταστεί αντικείμενο χρησικτησίας, λόγω έλλειψης άλλωστε σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Επειδή, "ως πράγματα" κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεως των, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας.

Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ' αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος που η παραδοχή του να έχει ως συνέπεια την κατά το άρθρο 545 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και όχι όταν δεν έχει αυτοτέλεια, όπως όταν με αυτόν αμφισβητείται η βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνιστούν όμως πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κλπ ή πραγματικά ή νομικά αυτών επιχειρήματα που αντλούν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή από τον νόμο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με το δεύτερο λόγο της έφεσής του αναιρεσείοντος ισχυρισμό ότι εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τα τοπογραφικά διαγράμματα "ως προς τη θέση του ...

κληροτεμαχίου του ενάγοντος και του ... αντίστοιχου του εναγομένου, καθώς και τα όρια της επίδικης έκτασης και θεμελίωσε την απόφασή του στο τοπογραφικό διάγραμμα που είναι συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με το οποίο ανατρέπεται η υφιστάμενη από το 1929 πραγματική κατάσταση, καθώς το ... ακίνητο του ενάγοντος μετακινεί ανατολικότερα και μέσα στο ...

ακίνητο του εναγομένου κατά την επίδικη έκταση των 862 τ.μ. κατά την αγωγή, το δε ... αγροτεμάχιο ανατολικότερα κατά διπλάσια έκταση στο 3720 όμορο αγροτεμάχιο των αδελφών Γ., η οποία κατά ένα μέρος φαίνεται να καταλαμβάνει το από 35ετίας και πλέον υφιστάμενο εκεί κτίσμα των τελευταίων, επιχειρώντας ανατροπή μακροχρόνιου υφιστάμενου ιδιοκτησιακού καθεστώτος και ότι το ακίνητο του εναγομένου δεν έχει καμμία σχέση με την επίδικη έκταση, καθώς και τους ισχυρισμούς περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης και περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου".

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν αρνητικούς ισχυρισμούς του εναγομένου-αναιρεσείοντος, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, καθώς και αμφισβήτηση της ορθότητας της γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα και του τοπογραφικού διαγράμματος που τη συνοδεύει, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον οι αιτιάσεις αυτές και ο αντίστοιχος λόγος έφεσης δε συνιστούν πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια.

Κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού είναι αβάσιμος καθ' όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες ισχυρισμοί περί παραγραφής και ιδίας κυριότητας, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, όπως και ο σχετικός λόγος της έφεσης. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται επίσης στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με λόγο έφεσης από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης. Όπως όμως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απαράδεκτος καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ούτε αυτή ήταν εφαρμοστέα, με βάση τις παραδοχές της ενόψει και του ότι όπως προαναφέρθηκε δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, αναιρεσείοντα.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Μη επιτρεπόμενα μέσα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνα από τα οποία λείπει κάποια προϋπόθεση του υποστατού τους ή του παραδεκτού της χρήσης τους.

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 368, 369, 382, 383, 387 και 392 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στις πράξεις που διενεργεί ο πραγματογνώμονας για να επιτελέσει το έργο του, όπως η αυτοψία στο επίδικο ακίνητο, δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται οι διάδικοι ή οι τεχνικοί τους σύμβουλοι και συνεπώς δεν πρέπει να καλούνται αφού δεν πρόκειται για ενέργεια διαδικαστικών πράξεων κατά την έννοια των άρθρων 382 παρ. 1 και 392 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η δε παράλειψη κλήτευσης αυτών δεν επιφέρει την ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη την 102/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με απόφαση του Εφετείου, παρά το ότι αποτελούσε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, επειδή δεν κλητεύθηκε ο αναιρεσείων κατά την αυτοψία που διενήργησε στο επίδικο η πραγματογνώμονας και κατά τη σύνταξη της γνωμοδότησής της, ούτε γνωστοποίησε στον τελευταίο την αποδοχή του διορισμού της.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες στην έκθεση της πραγματογνωμοσύνης δεν συνεπάγονται την ακυρότητα αυτής ως αποδεικτικού μέσου και έτσι δεν καθιστούν αυτήν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσον, αλλά και επειδή υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και αφορά και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος με τα οποία αμφισβητείται η ορθότητα της γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Περαιτέρω στο άρθρο 225 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα.

Η μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος, έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι παρέχεται κατ' αρχήν η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου.

Όμως η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης διότι δεν αποβαίνει αναγκαίο στοιχείο .της ουσιαστικής έννομης σχέσης αλλά συνεχίζεται μεταξύ των ιδίων διαδίκων εωσότου νομίμως περαιωθεί. Μέχρι τότε παραμένει και η εξουσία του απαλλοτριώσαντος για τη διεξαγωγή αυτή, ο δε ειδικός διάδοχος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου με την προς αυτόν μεταβίβαση του επιδίκου αντικειμένου, αλλά έχει δικαίωμα να εισέλθει στη δίκη με την άσκηση εκ μέρους του παρεμβάσεως.

Στο νόμο δεν εξειδικεύεται αν η παρέμβαση αυτή είναι κύρια ή πρόσθετη.

Συνεπώς, κατ' αρχήν είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης. Πότε θα ασκηθεί η μία ή η άλλη εξαρτάται από την έκταση παροχής έννομης προστασίας την οποία επιδιώκει ο παρεμβαίνων. Περίπτωση, άσκησης κυρίας παρέμβασης συντρέχει όταν ο ειδικός διάδοχος έχει έννομο συμφέρον να δημιουργήσει δεδικασμένο όχι μόνον έναντι του αντιδίκου αλλά και απέναντι στο δικαιοπάροχο του παρεμβαίνοντος ή τους καθολικούς διαδόχους του, αν αυτός στο μεταξύ απεβίωσε.

Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση ιδιαίτερα, είτε ο ίδιος ο δικαιοπάροχος είτε οι καθολικοί του διάδοχοι αμφισβητούν ότι ο ειδικός διάδοχος απέκτησε εγκύρως το επίδικο πράγμα. Μόνη η μεταβίβαση του επίδικου αντικειμένου δεν θεμελιώνει υπέρ του ειδικού διαδόχου δικαίωμα για άσκηση κύριας παρέμβασης. Απαιτείται προς τούτο όπως προαναφέρθηκε να εκτίθεται στο δικόγραφο της παρέμβασης το έννομο συμφέρον του ειδικού διαδόχου για την άσκηση της κυρίας παρέμβασης με την οποία ο κυρίως παρεμβαίνων θα γίνει αντίδικος όλων των αρχικών διαδίκων.

Αν τέτοιο ειδικό έννομο συμφέρον είτε δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της παρέμβασης είτε δεν δικαιολογείται, τότε η παρέμβαση αυτή δεν ισχύει ως κυρία αλλά, εφόσον περιέχει τα στοιχεία της πρόσθετης, θα ισχύει με το χαρακτήρα αυτό πράγμα το οποίο συμβαίνει με τον ειδικό διάδοχο που απαιτεί από τον ενάγοντα δικαιοπάροχο του το επίδικο αντικείμενο, διαρκούσης της δίκης.

Στην περίπτωση μεταβίβασης του επιδίκου αντικειμένου, ο ενάγων υποχρεούται να ζητήσει με τις προτάσεις του την καταδίκη του εναγομένου προς καταβολή στον ειδικό διάδοχο, κατ' επιτρεπτή μεταβολή του αγωγικού αιτήματος, η δε καταδίκη στην απόφαση πρέπει να γίνει υπέρ του ειδικού διαδόχου. Το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση κατά την οποία ο αρχικός ενάγων αποβιώσει και η μεταβίβαση του επιδίκου αντικειμένου λαμβάνει χώρα από τους καθολικούς διαδόχους οι οποίοι υπεισέρχονται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε ότι η άσκηση κυρίας παρεμβάσεως δεν δικαιολογείται δεδομένου ότι ο δικαιοπάροχος της παρεμβαίνουσας, δηλαδή ο ενάγων, ομολογεί την έγκυρη κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την παρεμβαίνουσα, η οποία ως εκ τούτου δεν έχει έννομο συμφέρον να δημιουργήσει δεδικασμένο έναντι αυτού (ενάγοντος), αλλά μόνον έναντι του αντιδίκου του τελευταίου.

Δέχθηκε δηλαδή κατ' εκτίμηση του δικογράφου της παρέμβασης, η οποία είχε νομοτύπως ασκηθεί, ότι πρόκειται για πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος από τον οποίο η προσθέτως παρεμβαίνουσα αγόρασε την επίδικη έκταση μετά την εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και έτσι έχει η παρεμβαίνουσα κοινό έννομο συμφέρον με τον ενάγοντα να γίνει δεκτή η αγωγή του.

Συνεπώς ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η παρέμβαση αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παρατάθηκε, ως ηττηθείς διάδικος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2012 αίτηση του Ε. Σ. περί αναιρέσεως της 2163/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ