Legislator Case Law & Legislation
811/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation grounds, ruling facts are within trial court's exclusive discretion.

Case Number 811/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding an employment dispute involving school bus drivers. The appellant argued that the lower court erred in evaluating witness testimonies and rejecting documentary evidence proving the driver was not bound to work during specific hours. The court held that assessing the weight of evidence and determining factual circumstances fall exclusively within the trial court's discretion and are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 2 of Law 3765/1957: The Supreme Court's review of a lower court's judgment is limited to legal errors; the evaluation of evidence and the determination of factual circumstances are within the exclusive discretion of the trial court and cannot be challenged on appeal.

Keywords

AI generated
appellate review evidence evaluation factual determination trial court discretion employment law school bus driver labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649 and 653 of the Civil Code
Article 2 of Law 3765/1957
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 11, 12 and 13 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 276/07
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 811 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 811/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Απόστολου Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1012/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 8/6/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 766/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1012/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 790/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/4/2013 αίτησή της και τους από 3/9/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 2/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ Ι ν.1876/1990 και 2 επ. ν.δ.3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος, βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δε διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα ν'αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.

Σ' αυτή τη μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για την παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις, για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες κ.λπ., για τον λόγο δε αυτόν στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 Α.Κ.

Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, αλλά παραμένοντας απλώς είτε στον τόπο εργασίας αναπαυόμενος είτε στην οικία του, αναμένοντας κλήση του εργοδότη, υφισταμένης στην περίπτωση αυτή μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία ή ετοιμότητας κλήσης, έχει μεν τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.

Για τον λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται, μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, με το ίδιο δε τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας. Το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας, και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα, είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη κατηγορία (Ολ.ΑΠ 10/2009).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική και ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά το κεφάλαιο (αίτηση παροχής έννομης προστασίας) το οποίο αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης τότε, μόνο ως προς αυτά, εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Με την αναίρεση της απόφασης κατά το μέτρο της παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας και το δικαστήριο της παραπομπής επανεκδικάζει την έφεση (ή την αγωγή) μόνο ως προς τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, το δε δικαστήριο της παραπομπής δε δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, δεσμευόμενο μόνο για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, ότι δυνάμει συμβάσεων ορισμένου χρόνου απασχολήθηκε ως οδηγός σχολικού λεωφορείου στα εκπαιδευτήρια της αναιρεσείουσας από 27.9.1999 μέχρι 17.6.2008 κατά τα χρονικά διαστήματα απο 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 15 Ιουνίου κάθε έτους.

Ότι με τις έγγραφες και προφορικές συμβάσεις εργασίας του συμφωνήθηκε 38ωρη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή έναντι των μνημονευομένων αποδοχών. Ότι καθ'ολη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης απασχολήθηκε πέραν του συμφωνημένου ωραρίου των 38 ωρών καθώς και του νομίμου την εβδομάδα, χωρίς να του έχει καταβληθεί αμοιβή για απλή εργασία, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία, παράνομη υπερωρία και χωρίς συνυπολογισμό της αμοιβής αυτής στις αποδοχές αδείας και στα επιδόματα εορτών και αδείας.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) να του καταβάλει συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 60581,88 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.1012/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 36525,14 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επί αιτήσεως αναίρεσης της εναγομένης κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 766/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 1012/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό, ότι το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιές ήταν, κατά περιεχόμενο και αντικείμενο, οι διάφορες εργασίες, με τις οποίες απασχολείτο ο αναιρεσίβλητος κατά τις ενδιάμεσες ώρες, ήτοι από 8.30, που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών, έως 13.30 που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, ώστε να κριθεί εάν επρόκειτο για συναφείς εργασίες προς την κύρια απασχόλησή του ως οδηγού σχολικού λεωφορείου και ποίες ειδικότερα εργασίες, εάν παρίστατο ανάγκη, όφειλε ο αναιρεσίβλητος να εκτελέσει, ποίες από αυτές, ειδικότερα εκτέλεσε και ο συγκεκριμένος χρόνος που απασχολήθηκε με καθεμία εργασία, κατά το ως άνω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα του ωραρίου του, κατά το οποίο βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία, και αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της πέραν του συμφωνημένου και νομίμου ωραρίου απασχόλησής του (απλής εργασίας, υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωρίας), αναγκαίως δε και κατά τα συνεχόμενα κεφάλαια για οφειλόμενες διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας.

Το δικαστήριο της παραπομπής (Μονομελές Πρωτοδικείο) δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, η οποία διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, αρχικά στις 27-9-1999, ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, χρονικής διάρκειας μέχρι 26.9.2000, έκτοτε δε, απασχολήθηκε, με τον τρόπο αυτό, ήτοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας ίσης με εκάστη σχολική χρονιά, μέχρι και τις 15.6.2008, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης.

Αν και με τις ανωτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί, ότι ο ενάγων θα απασχολείται επί πέντε ημέρες και 38 ώρες εβδομαδιαίως, ο τελευταίος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παρείχε τις υπηρεσίες του από Δευτέρα έως και Παρασκευή από τις 6.30 π.μ. έως τις 17.30 μ.μ. , ήτοι επί 11 ώρες ημερησίως και 55 ώρες εβδομαδιαίως.

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων οδηγώντας το σχολικό λεωφορείο της εναγομένης πραγματοποιούσε καθημερινά δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης που βρίσκονται στις ... από τις 6.30 π.μ. έως τις 8.30 π.μ., ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών στις κατοικίες τους κατά τις ώρες 14.00 μ.μ.

έως 17.30 μ.μ., δεδομένου ότι άλλοι μαθητές σχολούσαν στις 14.00 μ.μ. και άλλοι στις 16.00 μ.μ., μη συμπεριλαμβανομένου στο ημερήσιο ωράριο εργασίας του ενάγοντος του χρόνου μετάβασης από την οικία του στο σημείο παραλαβής του πρώτου μαθητή, ούτε του χρόνου επιστροφής του σε αυτήν από το σημείο παράδοσης του τελευταίου μαθητή, μετά την λήξη των μαθημάτων.

Κατά τις ενδιάμεσες ώρες, ήτοι από τις 8.30 π.μ. που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών στις εγκαταστάσεις της εναγομένης μέχρι τις 13.30 μ.μ. που το λεωφορείο έπρεπε να είναι έτοιμο προκειμένου να παραλάβει τους αποχωρούντες μαθητές, ο ενάγων στις δύο ημέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμενε υποχρεωτικά στις εγκαταστάσεις του σχολείου, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της εναγομένης, μεταβαίνοντας σε τράπεζες, ταχυδρομεία κ.λπ.

Κατά τις υπόλοιπες τρείς ημέρες της εβδομάδας, ο ενάγων τις ενδιάμεσες αυτές ώρες παρέμενε στις εγκαταστάσεις του σχολείου της εναγομένης στο Κορωπί, όπου απασχολούνταν κάθε μία από τις ημέρες αυτές, με τον έλεγχο (εξωτερικά και εσωτερικά) της κατάστασης του λεωφορείου που οδηγούσε, προκειμένου να διαπιστώσει τυχόν βλάβες και να τις επισημάνει στο συνεργείο επισκευής, με την καθαριότητα του λεωφορείου εξωτερικά και εσωτερικά, την επιδιόρθωση καθισμάτων, σκιάστρων και ζωνών ασφαλείας λόγω φθορών από τη χρήση τους, καθώς και τον εφοδιασμό του με καύσιμα, ήτοι με εργασίες συναφείς προς την κύρια απασχόλησή του ως οδηγού λεωφορείου, υπεύθυνου για την ασφαλή και ορθή λειτουργία του, οι οποίες απαιτούσαν περίπου τη μία με μία και μισή ώρα συνολικά για την εκτέλεσή τους κάθε φορά, διατηρώντας παράλληλα, σε ολόκληρο αυτό το ενδιάμεσο διάστημα, τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή τους από την εναγομένη, όπως στην περίπτωση μεταφοράς μαθητών στο νοσοκομείο, ή σε ημερήσιες σχολικές εκδρομές (σε θέατρα, μουσεία ή στην εξοχή), ή σε άλλες δραστηριότητες (π.χ.αθλοπαιδιές) των εκπαιδευτηρίων της, ευρισκόμενος, ως εκ τούτου (ο ενάγων) σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ενάγων δεν δέσμευε κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (ήτοι από τις 8.30 π.μ. έως τις 13.30 μ.μ.) τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ίδια, αλλά ήταν ελεύθερος να αποχωρήσει από τις εγκαταστάσεις της, μιας και όσοι οδηγοί επιθυμούσαν να παραμένουν, κατά το ανωτέρω διάστημα, στις εγκαταστάσεις του σχολείου της, υπέγραφαν σχετική έγγραφη δήλωση, χωρίς καμία υποχρέωση παροχής οποιασδήποτε εργασίας (βλ.προς τούτο επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων εναγομένης), καθώς δεν προσκομίστηκε από την εναγομένη τέτοια έγγραφη δήλωση του ενάγοντος (αλλά και ούτε άλλων οδηγών), για το επίδικο χρονικό διάστημα.

Ενώ, δεν κρίνονται πειστικά τα όσα αναφέρουν στις προσκομιζόμενες, κατά την παρούσα εκδίκαση της υπόθεσης, υπ'αριθμ.7408, 7409, 74010 και 74011/2013 ένορκες βεβαιώσεις τους οι μάρτυρες της εναγομένης, Ν. Ν., Ν. Σ., Χ. Α. και Ά. Β., αντίστοιχα, περί αποχώρησης του ενάγοντος, από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης, κατά το ανωτέρω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, με υπηρεσιακό λεωφορείο, με την ειδικότερη επισήμανση ότι, στις προσκομισθείσες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της και συναδέλφων οδηγών του ενάγοντος, κατά την αρχική εκδίκαση της υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, στις οποίες αναφέρεται η δυνατότητα, για το ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα, τόσο της παραμονής των οδηγών, κατόπιν έγγραφης δήλωσης στις εγκαταστάσεις του σχολείου, όσο και της αποχώρησής τους με υπηρεσιακό λεωφορείο μέχρι το μετρό Αγίου Δημητρίου, δεν υπάρχει αντίστοιχη κατάθεση, περί αποχώρησης συγκεκριμένα και του ενάγοντος με το υπηρεσιακό λεωφορείο, μαζί με άλλους οδηγούς.

Στη συνέχεια το δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε την επί 11ωρο ημερησίως και 55 ώρες εβδομαδιαίως εργασία του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σ'αυτόν για απλή εργασία, υπερεργασία ιδιόρρυθμη υπερωρία, παράνομη υπερωρία και προσαύξησεις στα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας το συνολικό ποσό των 36.525,14 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε προς την 766/2012 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου κατά το κεφάλαιο που ανήρεσε την 1012/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι ο ενάγων δύο ημέρες την εβδομάδα από 8.30 π.μ. μέχρι 13.30 μ.μ. ήταν σε εφημερία παραμένοντας υποχρεωτικά στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και κατ'απαίτηση αυτής μετέβαινε οδηγώντας το σχολικό λεωφορείο σε τράπεζες, ταχυδρομεία κ.λπ.

για την εκτέλεση εργασιών της, και τις υπόλοιπες τρείς ημέρες κατά το ίδιο ωράριο 8.30-13.30 επί μία-μιάμιση ώρα απασχολείτο με την επιθεώρηση και καθαριότητα του αυτοκινήτου του, την επισκευή μικροζημιών και τον εφοδιασμό του με καύσιμα, ενώ παράλληλα ήταν σε ετοιμότητα για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίηση από την εναγομένη των υπηρεσιών του, όπως για την περίπτωση μεταφοράς των μαθητών στο νοσοκομείο ή σε ημερήσιες σχολικές εκδρομές (θέατρα, μουσεία, εξοχή) ή σε άλλες δραστηριότητες (π.χ.αθλοπαιδιές).

Έκρινε δε το δικαστήριο της παραπομπής, ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια των ωρών 8.30-13.30 παραμονής του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, που είναι και το κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της δίκης, του υπολογισμού της συνολικής ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος και την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας και την αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.18 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ως προς το κρίσιμο ζήτημα που, όπως προαναφέρθηκε, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αν κατά το χρονικό διάστημα των ωρών 8.30-13.30 της ημερήσιας απασχόλησής του ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, το δικαστήριο της παραπομπής διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Ειδικότερα για τις δύο ημέρες που ήταν σε επιφυλακή παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης με σκοπό την παροχή της εργασίας του, όχι μόνο ως οδηγού, αλλά και για εργασίες προς όφελος της εναγομένης, όπως η μετάβαση του σε τράπεζες, ταχυδρομεία και άλλες εξωτερικές εργασίες, ανεξάρτητα αν οι εργασίες αυτές ήταν συναφείς με την κύρια απασχόλησή του ως οδηγού λεωφορείου και αν η απασχόλησή του σ'αυτές κάλυπτε ολόκληρο το ωράριο από 8.30 μέχρι 13.30, εφόσον η εναγομένη δέσμευε τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για να εκτελεί τέτοιου είδους εργασίες για το χρονικό διάστημα αυτό, βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία.

Αλλά και για τις υπόλοιπες τρείς ημέρες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα των ωρών 8.30-13.30 διατηρούσε σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή τους από την εναγόμενη, όπως για την περίπτωση μεταφοράς μαθητών στο νοσοκομείο ή σε ημερήσιες σχολικές εκδρομές (σε θέατρα, μουσεία, εξοχή) ή σε άλλες δραστηριότητες (π.χ.αθλοπαιδιές) και ανεξάρτητα αν απασχολείτο παράλληλα με την επί μία με μία και μισή ώρα για την καθαριότητα του αυτοκινήτου και τον εφοδιασμό του με καύσιμα, βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας εργασίας.

Επομένως ο πρώτος λόγος μέρος δεύτερο και τρίτο της αναίρεσης και δεύτερος στοιχ.γ των προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 552 αρ.1 και 19, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της παραπομπής παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 653 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στη γνήσια ετοιμότητα παροχής εργασίας, τόσο με εσφαλμένη εφαρμογή όσο και με εσφαλμένη εφαρμογή όσο και με ασαφείς ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Η από τους ίδιους λόγους αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 345, 904 ΑΚ, 1 ν.3302/2004, 1 α.ν.539/1945 ΚΥΑ 19040/1981, 1 και 2 ν.435/1976, 29 ν.1346/1983 και 1 ν.3385/2005, χωρίς προσδιορισμό του σφάλματος του δικαστηρίου της παραπομπής σε σχέση με την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με τις ως άνω παραδοχές (βλ. αρ.2), το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αφ' ενός της γνήσιας και αφ' ετέρου της μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, το οποίο είχε ουσιώδη επιρροή για την ουσιαστική διάγνωση του δικαιώματος του αναίρεσίβλητου να αξιώσει πρόσθετες αμοιβές ή αποζημιώσεις για τις ώρες, κατά τις οποίες παρέμενε στο σχολείο της αναιρεσείουσας μεταξύ της 08:30 ώρας, που ολοκληρωνόταν η προσέλευση μαθητών και της 13:30 ώρας, που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για τη μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών ή για μέρος μόνο αυτών.

Ειδικότερα, με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν, το Εφετείο δεν κατέστησε σαφή τη διάκριση μεταξύ α) αφ' ενός των δύο ημερών εκάστης εβδομάδος, κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος είχε "εφημερία" και έπρεπε να παραμένει στο σχολείο, προκειμένου η αναιρεσείουσα να έχει τη δυνατότητα να αναθέτει σ' αυτόν διάφορες εξωτερικές εργασίες, που έπρεπε να εκτελεσθούν με το σχολικό λεωφορείο (ποιες ήσαν οι εργασίες αυτές, πόσο τακτική ήταν η ανάγκη της εκτέλεσης τους και σε τι διέφερε αυτή από την έκτακτη ανάγκη της μεταφοράς μαθητών σε ημερήσιες εκδρομές ή πολιτιστικές επισκέψεις, την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ο αναιρεσίβλητος ικανοποιούσε παραμένοντας στο σχολείο και κατά τις ημέρες που δεν είχε "εφημερία", σε συνδυασμό με το εκατέρωθεν αναφερόμενο περιστατικό, το οποίο, εμμέσως πλην σαφώς, γίνεται δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή ότι ο ανεφοδιασμός των λεωφορείων σε καύσιμα απαιτούσε 1 ώρα κάθε φορά και σύμφωνα με το οποίο η επιχείρηση της αναιρεσείουσας χρησιμοποιούσε περί τα 75 σχολικά λεωφορεία, εκ του οποίου έπεται ότι κάθε εργάσιμη ημέρα περί τους 30 οδηγούς είχαν τακτική, δισεβδομαδιαία "εφημερία") και β) αφ' ετέρου των ετέρων τριών ημερών εκάστης εβδομάδος, κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος δεν είχε "εφημερία", αλλά παρά ταύτα έπρεπε και πάλι να παραμένει στο σχολείο, προκειμένου η αναιρεσείουσα να έχει τη δυνατότητα να τον χρησιμοποιεί για την εκτέλεση άλλων εργασιών (πέραν των εξωτερικών, στις οποίες απέβλεπε η "εφημερία" του), οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και την κοινή πείρα, είτε ήσαν συνήθεις, αλλά όχι καθημερινές (η καθαριότητα του λεωφορείου, οι μικροεπισκευές και ο ανεφοδιασμός σε καύσιμα) είτε ταυτίζονταν με εκείνες που από τη φύση τους υπάγονταν στα καθήκοντα της "εφημερίας" (τα έκτακτα δρομολόγια για ημερήσιες εκδρομές ή πολιτιστικές επισκέψεις των μαθητών, για τα οποία θα έπρεπε να μην επαρκούν οι "εφημερεύοντες" οδηγοί).

Με την ασάφεια αυτή, όμως, δεν καθίσταται βέβαιο εάν η γνήσια ετοιμότητα του αναιρεσίβλητου προς εργασία κατά τις ενδιάμεσες ώρες υπήρχε σε όλες τις ημέρες της εβδομάδος ή μόνο στις δύο από αυτές (ήτοι, όταν είχε "εφημερία"), ενώ κατά τις υπόλοιπες τρεις ημέρες υπήρχε απλή ετοιμότητα κλήσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αναιρεσίβλητος, όπως και οι άλλοι οδηγοί, έχοντας χρονική άνεση και μη θέλοντας να παραμένει αργός, επιδιδόταν σε εργασίες ευπρεπισμού του λεωφορείου χωρίς αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση (ΑΠ 766/2012, 491/2011 και 1066/2010).

Σύμφωνα, λοιπόν, με την ελάσσονα γνώμη του Δικαστηρίου, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, καθώς και ο δεύτερος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, θα έπρεπε να κριθούν βάσιμοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε μεταξύ των άλλων: "Στις 27.9.1999 προσλήφθηκα στο ... από την εναγομένη, η οποία διατηρεί ιδιωτικό εκπαιδευτήρια, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για να εργασθώ ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, προκειμένου με αυτό να μεταφέρω μαθητές στα εκπαιδευτήριά της και αντιστρόφως μετά το πέρας των μαθημάτων τους για το σπίτι τους αντί μισθού εκ δραχμών 259.551. Η ανωτέρω έγγραφη σύμβασή μου ορισμένου χρόνου ανανεωνόταν κάθε χρόνο, εγγράφως, και άρχιζαν από της 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, ήτοι με την έναρξη του σχολικού έτους και έληγαν στις 15/6 εκάστου έτους, ήτοι με τη λήξη του σχολικού έτους.

Στις έγγραφες ατομικές συμβάσεις που καταρτίζονταν μεταξύ μας, καθορίζονταν τόσο το ημερήσιο όσο και το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας μου, καθώς και η συμφωνηθείσα αμοιβή μου. Έτσι για όλο το διάστημα της απασχόλησής μου συμφωνήθηκε, τόσο εγγράφως, όσο και προφορικώς ότι θα εργαζόμουν επί πέντε (5) ημέρες τη βδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως και την Παρασκευή και επί 38 ώρες την εβδομάδα. Εργάστηκα στην αντίδικο μέχρι της 17.6.2008, όταν αποχώρησα από την εργασία μου λόγω συνταξιοδοτήσεώς μου. Οι αποδοχές μου από της 9.1.2004 μέχρι 17.6.2008 ανήρχοντο ως εξής....Ενώ οι έγγραφες συμβάσεις μου όριζαν, αλλά και συμφωνήθηκε και προφορικά μεταξύ μας, ότι η εργασία μου θα ήταν 38 ώρες τη βδομάδα από Δευτέρα ως Παρασκευή και θα λαμβάνω τις ανωτέρω αποδοχές μου, δυστυχώς καταστρατηγήθηκαν αμέσως τα παραπάνω συμφωνηθέντα....και το καθημερινό ωράριο εργασίας μου ήταν από τις 6.30 π.μ. έως 17.30 μ.μ....Όθεν η εναγομένη μου οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες τα κάτωθι ποσά ήτοι: 1)Ευρώ 60.581,88 για αποζημίωσή μου για εργασία δύο ώρες τη βδομάδα ως απλή εργασία,....4)Ευρώ 3962,90 για την αποζημίωσή μου για διαφορές επιδομάτων αδειών. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως υπό την επίδοση της αγωγής.

Με τις κατατεθείσες ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής έγγραφες προτάσεις του ο αναιρεσείων μεταξύ των άλλων ισχυρίσθηκε "Προσλήφθηκα από την αντίδικο εταιρεία στις 27-9-1999 ως οδηγός σχολικού λεωφορείου και εργάστηκα μέχρι την 17.6.2008, ότε αποχώρησα λόγω συνταξιοδότησής μου. Επειδή το κρίσιμο σημείο που ενδιαφέρει το Δικαστήριο Σας είναι οι τρείς ημέρες της εβδομάδος, ενώ για τις άλλες δύο ήμουν σε επιφυλακή, εάν ήμουν σε γνήσια ετοιμότητα ή σε μη γνήσια, είναι ανάγκη να αναφέρω τα εξής:

Α)τις δύο ημέρες κατά τις ενδιάμεσες ώρες (8.30-1.30) ήμουν σε επιφυλακή και όλοι οι οδηγοί είχαν εφημερία και παρέμειναν στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της αντιδίκου. Για τις ημέρες αυτές, δεν γεννάται θέμα, διότι αναμφισβήτητα ήμουν σε γνήσια ετοιμότητα και είχα διαθέσει τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις μου ανά πάσα στιγμή στον εργοδότη μου.

Τούτο δέχεται και ο Άρειος Πάγος, τόσο με την υπ'αριθμ.1066/12 απόφασή του, όσο και με την υπ'αριθμ.766/12 ένδικη, η οποία αναιρεί την υπ'αριθμ.1012/11 αποφ. του Μον.Πρωτ.Αθηνών Β)τις υπόλοιπες τρείς ημέρες απασχολούμην, κατά τις ενδιάμεσες ώρες, όπως και όλοι οι οδηγοί της αντιδίκου με τις εξής εργασίες: α)Καθημερινά έκανα service το αυτοκίνητο σε διάφορες ζημιές, όπως (ενδεικτικά):

αλλαγή ή συμπλήρωση λαδιών, έλεγχος των φλάς, έλεγχος στη στάθμη του νερού του ψυγείου. Έλεγχος των φρένων και αλλαγή τακακίων. Έλεγχος ή και αλλαγή μπαταρίας, συμπλήρωση υγρών μπαταρίας. Έλεγχος των ελαστικών. Συμπλήρωση στα λάστιχα με αέρα. Έλεγχος στο σύστημα διευθύνσεως. Όλα τα αυτοκίνητα της αντιδίκου είναι παλιάς τεχνολογίας και συχνά παθαίνουν ζημιές.

Οι ανωτέρω επισκευές διαρκούσαν αρκετό χρόνο (πολλές ώρες). Τις πρόχειρες επισκευές τις έκανα εγώ. Αν δεν μπορούσα, πήγαινα με το αυτοκίνητο στο συνεργείο που βρίσκεται στο Κορωπί. Επειδή πρόκειται για μεταφορά μαθητών γι'αυτό όλοι οι οδηγοί - και τούτο μας το επιβάλλει η αντίδικος - πρέπει να είμαστε σχολαστικοί στα ανωτέρω....Εκτός από τις παραπάνω εργασίες, απασχολούμην και με τις εξής άλλες εργασίες:

Γ)Πολλές φορές ήτοι δύο φορές την εβδομάδα, μετέβαινα με το λεωφορείο στο νηπιαγωγείο της αντιδίκου που βρίσκεται σε άλλη περιοχή, ήτοι στη Γλυφάδα Αττικής και τα μετέφερα στο κυρίως σχολείο για να κάνουν μπάνιο σε θερμαινόμενη πισίνα, 4)Πολλές φορές το μήνα πήγαινα ημερήσια εκδρομή τους μαθητές ή πηγαίνουν οι μαθητές σε διάφορες εκδηλώσεις, όπως επισκέψεις σε ευαγή ιδρύματα, σε άλλα σχολεία, σε θέατρα, σε κινηματογράφους.

Τούτο συνέβαινε πολύ συχνά, δεδομένου ότι η αντίδικος έχει 3000 μαθητές περίπου Ε)Συχνά μετέβαινα με το λεωφορείο σε διάφορες απασχολήσεις του σχολείου, όπως σε τράπεζες, σε εφορίες, για ψώνια του σχολείου (είδη βιβλιοπωλείου, ψώνια για τις 20 καντίνες, για το εστιατόριο κ.λπ.). ΣΤ)Υπήρχαν ομολογουμένως περί τα 75 λεωφορεία.

Καθημερινά τροφοδοτούσα από τη μία αντλία βενζίνης που υπήρχε στο σχολείο το λεωφορείο με πετρέλαιο. Αυτή η διαδικασία διαρκούσε περίπου μία και μισή ώρα, διότι για να γεμίσουν πετρέλαιο τα 75 λεωφορεία απαιτείται αυτός ο χρόνος. Αυτή την εργασία την έκαναν οι οδηγοί και ήταν καθημερινή εργασία Ζ)Έπρεπε να διατηρώ το λεωφορείο καθαρό.

Πήγαινα σε δρόμους με νερά και λάσπες και πολλές φορές υπό βροχή. Έπρεπε να το καθαρίσω. Η καθαριότητα αυτή διαρκούσε αρκετή ώρα. Η)Ήλεγχα και επισκεύαζα τις ζώνες ασφαλείας των μαθητών καθημερινά. Μ'ενδιέφερε πρωτίστως η ασφάλεια των μαθητών κατά τη μεταφορά, Θ)Καθάριζα τα καθίσματα και τα πατώματα από τις τσίχλες των μαθητών, έσβηνα τα γραψίματα με μαρκαδόρο στα καθίσματα και στις κουρτίνες.

Όλες οι παραπάνω εργασίες ήταν καθημερινές και τις έκαναν μόνο οι οδηγοί. Δεν ήταν δυνατόν να τα κάνουν άλλοι, διότι τα σχολικά ήταν παρά πολλά (70) και δεν προλαβαίνουν να εκτελέσουν. Έπρεπε να απασχοληθούν 70 άλλα άτομα, ένα σε κάθε σχολικό". Τα στοιχεία αυτά συνιστούν συμπλήρωση των αγωγικών ισχυρισμών, χωρίς να μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής.

Επομένως ο δεύτερος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι παρά το νόμο, αφενός μεν έλαβε υπόψη τα ως άνω περιλαμβανόμενα στοιχεία, αφετέρου δε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτους τους συναπτόμενους με τα στοιχεία αυτά ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, ο χρόνος εργασίας διακρίνεται σε νόμιμο και συμβατικό. Ο νόμιμος ρυθμίζεται από κανόνες δημόσιας τάξης και ισχύει ανεξάρτητα από το αν η σύμβαση είναι έγκυρη ή άκυρη. Συμβατικός χρόνος εργασίας είναι αυτός που καθορίζεται με συμφωνία (ατομική σύμβαση, κανονισμό συμβατικής ισχύος, πρακτική εκμετάλλευσης) και είναι θεμιτός κατά το μέρος που είναι ευνοϊκότερος από το νόμιμο.

Κατά τις διατάξεις του ν.2269/1920, π.δ.276/4.7.1932, β.δ.14/24.8.1936 ν.1892/1990 σε συνδυασμό με τους ν.2874/2000 ν.3385/2005 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ που κυρώθηκε με το ν.133/1975 και της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ που κυρώθηκε με την Υ.Α. υπ'αριθμ.11770/1984, το νόμιμο ωράριο εργασίας για όσους απασχολούνται επί 6 ημέρες την εβδομάδα είναι το 8ωρο ημερησίως και το 48ωρο εβδομαδιαίως, ενώ για όσους απασχολούνται με το σύστημα της 5νθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας το νόμιμο ωράριο ορίζεται σε 9 ώρες ημερησίως και σε 45 ώρες εβδομαδιαίως.

Με τις ανωτέρω ΕΓΣΣΕ καθιερώθηκε ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ θεσπίστηκε και ιδιαίτερη αμοιβή για την εργασία πέραν των 40 ωρών μέχρι την συμπλήρωση των 45 ή 48 ωρών ανάλογα με το σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας, η οποία ονομάσθηκε υπερεργασία, και η οποία αφού καταργήθηκε με το ν.2874/2000 επανακαθιερώθηκε με το ν.3385/2005.

Περαιτέρω σύμφωνα με την παράγραφο 1 εδα.α του αρθ.262 του ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα και επιφέρει την απόρριψή της (ΑΠ 613/1983). Εξ άλλου για το ορισμένο της προτεινόμενης κατά το αρθ.440 επ.

ΑΚ ενστάσεως συμψηφισμού, πρέπει να εκτίθενται σαφή περιστατικά, παραγωγικά κατά της απαίτησης εκείνου κατά του οποίου αντιτάσσεται, ανταπαίτησης του ενισταμένου (ΑΠ 7/76). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτοντας λόγω αοριστίας ως απαράδεκτης των, προταθείσα παραδεκτώς με τις προτάσεις της, ένσταση συμψηφισμού των απαιτήσεων από υπερεργασία του αναιρεσιβλήτου λόγω της μεταξύ των συμφωνίας αυτής να συμψηφίζονται με τις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές, αφ'ενός δεν έλαβε υπόψη της πράγματα προταθέντα από αυτήν και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και αφ'ετέρου εσφαλμένα έκρινε ως αόριστη την ένσταση περί συμψηφισμού και πρέπει ν'αναιρεθεί κατά το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω από την επισκόπηση των από 17.1.2013 ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατατεθεισών προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι η τελευταία μεταξύ των άλλων ισχυρίστηκε: "Ο αντίδικος απασχολήθηκε στα εκμεταλλευόμενα από την εταιρία μας ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ανανεούμενη κάθε σχολικό έτος.

Ήτοι, ο αντίδικος απησχολείτο εις ημάς υπό την ανωτέρω ιδιότητα από την έναρξη εκάστου σχολικού έτους από 1 Σεπτεμβρίου έως και την λήξη αυτού την 15 Ιουνίου....Προς τούτο, ο αντίδικος, κατά τα επίδικα έτη, κατήρτισε με την εταιρία μας τις μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενες, από 1.9.2004, 1.9.2005, 4.9.2006 και 3.9.2007 έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας έως την λήξη εκάστου ως άνω σχολικού έτους.

Όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω, μη δυναμένων να αμφισβητηθούν κατά τη γνησιότητά τους, εργασιακές συμβάσεις του αντιδίκου: 1.οι συμφωνούμενες αποδοχές του ήσαν εκείνες που όριζαν οι εκάστοτε κλαδικές σ.σ.ε. των οδηγών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. 2. Η διάρκεια της εργασίας του αντιδίκου περιορίζετο αποκλειστικώς στις πέντε εργάσιμες ημέρες της κάθε εβδομάδας, ήτοι από Δευτέρας έως και Παρασκευής και παρείχετο όχι κατά τις ίδιες ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα και καθ'όλη τη διάρκεια του νομίμου ωραρίου εργασίας εκάστης ημέρας, καθ'όλες τις ως άνω εργάσιμες ημέρες εκάστης εβδομάδος, αλλά με μειωμένο, έναντι του νομίμου των 40 ωρών εβδομαδιαίως ωράριο, το οποίο σήμαινε ότι αυτός απησχολείτο σε πλήρες ωράριο εργασίας ορισμένες ημέρες και με διακεκομμένο και μειωμένο ωράριο άλλες ημέρες, με συνολική πραγματικά διάρκεια ωραρίου κάθε εβδομάδα, το πρώτο επίδικο σχολικό έτος (2004/32,5 ωρών και τα επόμενα επίδικα σχολικά έτη (2005-2007) κατά μέσο όρο 34 ωρών...Πιο συγκεκριμένα, το συμφωνημένο ωράριο εργασίας του αντιδίκου ήταν το εξής....Κατά το σχολικό έτος 2004-2005 κατά τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, αφ'ενός μεν από τις 07.00 π.μ.

έως τις 8.30 π.μ. και αφ'ετέρου από τις 13.30 μ.μ. έως τις 17.00 μ.μ. κατά την ημέρα Πέμπτη συνεχόμενο από τις 07.00 π.μ. έως τις 17.00 μ.μ. και κάθε Παρασκευή διακεκομμένο από τις 7.30 π.μ. έως τις 8.30 π.μ. και από τις 13.30 μ.μ. έως τις 20.00 μ.μ. Σύνολο εβδομαδιαίως: 32,5 ώρες. Κατά το σχολικό έτος 2005-2006 το συμφωνημένο ωράριο εργασίας του αντιδίκου ήταν...Σύνολο εβδομαδιαίας απασχόλησης 36,5 ώρες.

Κατά το σχολικό έτος 2006-2007...σύνολο εβδομαδιαίας απασχόλησης 33 ώρες και κατά το σχολικό έτος 2007-2008...σύνολο εβδομαδιαίας απασχόλησης 33,5 ώρες. Σημειώνεται περαιτέρω, ότι ο αντίδικος, αν και δεν απησχολείτο υπό καθεστώς πλήρους εβδομαδιαίας απασχόλησης στα εκπαιδευτήριά μας, εν τούτοις αμειβόταν κατά μήνα, όπως τούτο προκύπτει και από τα έγγραφα των ως άνω συμβάσεων εργασίας του, για το πρώτο επίδικο έτος, 2004, για εργασία 38 ωρών εβδομαδιαίως, σύμφωνα με την σ.σ.ε των οδηγών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών και για τα υπόλοιπα έτη 2006-2007, για πλήρη εργασία 40 ωρών εβδομαδιαίως, σύμφωνα με την ίδια ως άνω σ.σ.ε....Η αμοιβή (αποζημίωση) της υπερωριακής εργασίας, την οποία ο αντίδικος πραγματοποιούσε κατά 2 με 2,5 ώρε και μόνο για την ημέρα Πέμπτη κάθε εβδομάδα σχολικών ετών 2004-2006 και Δευτέρα κάθε εβδομάδα σχολικού έτους 2007 κατά την οποία απασχολείτο επί 10 και 10,5 ώρες, με συμβατικό ωράριο εργασίας 38 ωρών εβδομαδιαίως το έτος 2004 και 40 ωρών εβδομαδιαίως τα επόμενα έτη και στην πραγματικότητα 32,5 ωρών εβδομαδιαίως το έτος 2004 και 34 ωρών κατά μέσο όρο τα επόμενα έτη, συνεψηφίζετο, κατά ρητή και απολύτως νόμιμη μεταξύ μας συμφωνία.

Ειδικότερα, με τον αντίδικο, καθώς και με όλους τους οδηγούς των σχολικών μας λεωφορείων, συμφωνούσαμε και συμφωνούμε πάντοτε να τους προκαταβάλουμε, μαζί με τις συμβατικές τους αποδοχές, και δή ως ποσό ενσωματωμένο σε αυτές, επί πλέον ποσό για την κάλυψη - εξόφληση της συγκεκριμένης συμφωνούμενης μαζί τους υπερωριακής απασχολήσεώς τους, την οποία προσυμφωνούσαμε και προσυμφωνούμε μαζί τους, όπως ακριβώς συνέβη και με τον αντίδικο.

Τούτο αποδεικνύεται επί πλέον και από το γεγονός ότι οι συμβατικές αποδοχές του αντιδίκου ήσαν σαφώς υπέρτερες έναντι των νομίμων, όπως αυτές καθορίζοντο, κατά το χρόνο παροχής της εργασίας του στην επιχείρησή μας, από τις εκάστοτε ισχύουσες (κατά τον επίδικο χρόνο) κλαδικές σ.σ.ε. των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.

Και τούτο, υπό την έννοια ότι ο αντίδικος αμειβόταν ωσάν να παρείχε εις ημάς πλήρη εβδομαδιαία απασχόληση 40 ωρών, πλήν όμως αυτός μας παρείχε εργασία μόνο 33 ώρες την εβδομάδα. Έτσι, το υπερβάλλον έναντι των νομίμων αποδοχών του τμήμα των συμβατικών του αποδοχών, αποτελούσε το εκ των προτέρων συμφωνηθέν με αυτόν και προκαταβλητέο σε αυτόν ποσό για την εξόφληση της συγκεκριμένης και εκ των προτέρων συμφωνηθείσας υπερωριακής απασχολήσεώς του, κατά τα προαναφερθέντα....Έτσι, επειδή το ωράριο του αντιδίκου ήταν κατώτερο και αυτό του 8ώρου ημερησίως και 40 ώρου εβδομαδιαίως, παρά το γεγονός ότι ελάμβανε από εμάς, ως μηνιαίες τακτικές αποδοχές, πλήρεις αποδοχές, ανταποκρινόμενες σε πλήρη εργασία 8 ωρών ημερησίως και 40 ωρών εβδομαδιαίως (το ύψος των αποδοχών του αναγράφεται στο κείμενο της συμβάσεως εργασίας του και συνομολογεί και ο ίδιος στην υπό κρίση αγωγή του), στην επικουρική περίπτωση που ήθελε τυχόν κριθεί ότι ο αντίδικος πράγματι απασχολήθηκε στην επιχείρησή μας πάνω από το συμφωνηθέν ωράριο των 33 ωρών εβδομαδιαίως, κατά το τμήμα των ληφθεισών αποδοχών του, οι οποίες αφορούν σε ώρες δήθεν απασχόλησης του από την 33η έως την 40η ώρα, έχει πλήρως εξοφληθεί από την εταιρία μας, άλλως, στην ίδια επικουρική υπό εξέταση περίπτωση, κατά την οποία ήθελε υποτεθεί ότι ο αντίδικος εργαζόταν τάχα υπερεργασιακώς, γεγονός βεβαίως αναπόδεικτο και αναληθές και το οποίο αρνούμεθα σε κάθε περίπτωση, παραδεκτώς προτείνουμε σε συμψηφισμό έναντι των υπέρτερων των νομίμων αποδοχών που ο αντίδικος ελάμβανε για τη συμφωνηθείσα εις ημάς εργασία του για ώρες λιγότερες των νομίμων, και δή για 33 ώρες εβδομαδιαίως, συμψηφισμό, τον οποίο άλλωστε, και είχαμε συμφωνήσει προφορικώς μεταξύ μας και ήταν απολύτως νόμιμος, αφού ο αντίδικος, σύμφωνα με την ατομική του σύμβαση εργασίας, εργαζόταν 33 ώρες εβδομαδιαίως, οι οποίες δεν αποτελούν υπερεργασία ούτε υπερωρία, οπότε η συμφωνία μας περί συμψηφισμού των υπέρτερων καταβληθεισών αποδοχών του εν σχέσει με τις συμφωνηθείσες ώρες εργασίας του, ήταν απολύτως νόμιμος".

Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας είναι αόριστη. Ειδικότερα οι υπέρτερες καταβληθείσες αποδοχές που επικαλείται η εναγομένη είναι οι νόμιμες αποδοχές που ορίζονται στις κλαδικές σ.σ.ε. των οδηγών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Κατά την εναγομένη κατέστησαν υπέρτερες λόγω του μειωμένου εβδομαδιαίου ωραρίου των 33 ωρών απασχόλησης του ενάγοντος, έναντι των 38 και 40 ωρών που καθορίζονται στις ανωτέρω σ.σ.ε.

Αλλά ως προς το συμβατικό εβδομαδιαίο χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος, η εναγομένη αντιφατικά ισχυρίζεται είτε ότι είχε συμφωνηθεί από 32,5 έως 36,5 ώρες (σελ.4, 10, 14), είτε ότι ήταν 38 ώρες το 2004 και 40 ώρες τα επόμενα έτη (σελ.13), οπότε στην τελευταία περίπτωση συμπίπτει ο συμβατικός χρόνος με το νόμιμο και δεν υφίσταται ανταπαίτηση της εναγομένης ως προς την απαίτηση του ενάγοντος από υπερωριακή απασχόληση.

Επομένως ορθά έκρινε το δικαστήριο της ουσίας ως αόριστη την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης και την απέρριψε ως απαράδεκτη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία αντικαθισταμένη με την παρούσα, και ο εκ του λόγου του άρθρου 59 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ίδιος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος καθόσον δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και το απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1254/2013).

Τέλος, από τη διάταξη του αρθρ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτό κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2247/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αφού εκθέτει τις ανωτέρω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ισχυρίζεται: "Δεχθείσα, όμως, τα ανωτέρω η ήδη αναιρεσιβληθείσα απόφαση του Μ.Πρ.Αθηνών, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ενάγων δεν δέσμευε αυτή το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (ήτοι από τις 8.30 π.μ.

έως τις 13.30 μ.μ.) τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ίδια, αλλά ήταν ελεύθερος να αποχωρήσει από τις εγκαταστάσεις της, μιας και όσοι οδηγοί επιθυμούσαν να παραμένουν, κατά το ανωτέρω διάστημα, στις εγκαταστάσεις του σχολείου της, υπέγραφαν σχετική έγγραφη δήλωση, χωρίς καμμία υποχρέωση παροχής οποιασδήποτε εργασίας (βλ.προς τούτο επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων εναγομένης), καθώς δεν προσκομίστηκε από την εναγομένη τέτοια έγγραφη δήλωση του ενάγοντος (αλλά ούτε και άλλων οδηγών) για το επίδικο χρονικό διάστημα , έσφαλε και πρέπει να αναιρεθεί διότι παρά το νόμο και με απολύτως ανεπαρκείς αιτιολογίες αξίωσε, για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού μας, ότι ο αντίδικος "δεν δέσμευε κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (ήτοι από τις 8.30 π.μ.

έως τις 13.30 μ.μ.) τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ίδια (σ.σ.δηλ. για τα ιδιωτικά μας εκπαιδευτήρια), αλλά ήταν ελεύθερος ν'αποχωρήσει από τις εγκαταστάσεις μας και όσοι οδηγοί επιθυμούσαν να παραμένουν, κατά το ανωτέρω διάστημα, στις εγκαταστάσεις του σχολείου μας υπέγραφαν σχετική έγγραφη δήλωση, χωρίς καμμία υποχρέωση παροχής οποιασδήποτε εργασίας", των από πλευράς μας επίκληση και προσκομιδή εγγράφου δηλώσεως του αντιδίκου, καθώς και άλλων οδηγών μας, με τις οποίες αυτός/οι δήλωνε/ναν, ότι επιθυμούσε/σαν να παραμείνουν στις εγκαταστάσεις του ιδ.σχολείου μας κατά το ανωτέρω, κρίσιμο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ήτοι από 8.30 π.μ.

έως 1.30 μ.μ. και, επίσης παρά το νόμο, έκρινε ότι οι προσκομισθείσες, με νόμιμη επίκληση τους, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων μας, οι οποίοι βεβαίωναν και αποδείκνυαν πλήρως τον ως άνω κρίσιμο πραγματικό ισχυρισμό μας, δεν ήσαν και (δεν) συνιστούσαν, τάχα, επαρκή και αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα, για την απόδειξη του ως άνω ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού μας".

Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ.11, 12, 13 ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις που ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, σε σχέση με την απασχόληση του αναιρεσιβλήτου και οδηγού σχολικού λεωφορείου κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 8.30 π.μ.

έως 13.30 μ.μ. πέντε ημέρες την εβδομάδα στα εκπαιδευτήρια της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την συστατική κρίση του Δικαστηρίου και δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και αυτό ανεξάρτητα ότι ο λόγος από το αρθρ.559 αριθ.12 και 13 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΑΠ 276/07).

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν'απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.4.2013 αίτηση αναιρέσεως και τους από 3.9.2013 προσθέτους λόγους αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ.790/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ