Supreme Court partially allowed appeal on labor law grounds regarding holiday pay and severance calculations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision on labor compensation. The appellant argued the lower court erred in calculating Christmas and Easter bonuses and failed to account for specific working days and holiday premiums. The court found the fourth ground of appeal valid regarding these calculation errors but dismissed the first and third grounds as they infringed upon the final court's uncontrollable factual findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court incorrectly applies substantive law regarding the calculation of statutory benefits, provided the appeal does not challenge the final court's uncontrollable factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 811 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 811/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Θ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MAGIC FRESH AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπατσώρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 406/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 5082/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 31/12/2009 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 591/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 19/7/2011 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 24/2/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθώς και του τετάρτου λόγου κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό ειδικότερα μέρη αυτού και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση. Η δήλωση αυτή καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 7/1993, ΑΠ 551/1999). Κάθε άλλος τρόπος παραιτήσεως είναι απαράδεκτος, επομένως και με απλή δήλωση στις προτάσεις του παραιτουμένου (ΑΠ 1310/2003 ΕλλΔ 2005,87). Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως ως προς τους, πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 και 1 και 19 αντίστοιχα του ΚΠολΔ, που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στις αντίστοιχες προτάσεις της παραιτούμενης διαδίκου είναι απαράδεκτη.
2. Με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 και ορίσθηκε στην παρ. 1 ότι κατά τη σύσταση της συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση και στην παρ. 16 ότι μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του άνω νόμου (2-9-1998) κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας μεταξύ αυτού και των εργαζομένων που απασχολεί με μερική απασχόληση, στην οποία θα αναγράφεται η ημερομηνία καταρτίσεως των συμβάσεως αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου και ότι σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της καταστάσεως αυτής τεκμαίρεται ότι η σχετική σύμβαση καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το τεκμήριο που δημιουργείται από την παράλειψη του εργοδότη να γνωστοποιήσει εμπρόθεσμα στην Επιθεώρηση Εργασίας την κατάρτιση με τον μισθωτό έγγραφης συμβάσεως μερικής απασχόλησης ή να υποβάλει εμπρόθεσμα σε αυτήν κατάσταση για τις (έγγραφες) συμβάσεις μερικής απασχόλησης που είχαν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, είναι μαχητό, αφού δεν ορίζεται το αντίθετο στον νόμο (άρθρ. 338§2 του ΚΠολΔ) και συνεπώς ανατρέπεται, αν αποδειχθεί ότι οι συμβάσεις αυτές αφορούσαν πράγματι μερική και όχι πλήρη απασχόληση (ΑΠ 1097/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του και τα ακόλουθα: Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την ανάληψη έργων καθαρισμού κτιρίων, δημόσιων και ιδιωτικών φορέων και οργανισμών και με το από 19-11-1999 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό είχε αναλάβει εργολαβικά τον καθαρισμό κτιρίων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών, την 21-6-2000 προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει την εργασία της ως καθαρίστρια στο άνω Νοσοκομείο.
Την 6-7-2000 καταρτίσθηκε και εγγράφως η παραπάνω σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, κατά την οποία συμφωνήθηκε ρητώς ωράριο μερικής (τρίωρης) απασχόλησης (πρωινή κυρίως, αλλά ενίοτε και απογευματινή βάρδια) με εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία και με συμβατικό ωρομίσθιο 1.181 δρχ. (3,47 ευρώ). Αυτή η σύμβαση αναγγέλθηκε αυθημερόν και στον ΟΑΕΔ, αμφότερα δε τα έγγραφα αυτά φέρουν και την υπογραφή της αναιρεσείουσας.
Η μερική απασχόληση της αναιρεσείουσας προκύπτει, επίσης, και από τη σύμβαση έργου, που είχε υπογράψει η αναιρεσίβλητη με το Ψ.Ν.Α., στο άρθρο 4.1 της οποίας προέβλεπε εργασία των εργαζομένων καθαριότητας στο Ψ.Ν.Α. ανά χρονικές βάρδιες (3ωρη, 4ωρη ή 5ωρη απασχόληση των εργαζομένων), καθώς και από τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως και εργαζομένων συναδέλφων της αναιρεσείουσας, η αξιοπιστία των οποίων ενισχύεται και σε συνδυασμό με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσίβλητη μηνιαίες καταστάσεις προσωπικού του Ψ.Ν.Α., από τις οποίες προκύπτει η είσοδος και η έξοδος των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη εταιρεία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παρά την εσφαλμένη έμμεση παραδοχή ότι, εφόσον η σύμβαση μερικής απασχόλησης αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ, καλύφθηκε η επιβαλλόμενη από το νόμο υποχρέωση γνωστοποίησής της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, αφού σύμφωνα με την ως άνω παραδοχή του οι διάδικοι συνήψαν εγγράφως σύμβαση μερικής απασχόλησης και συνεπώς ανετράπη το μαχητό τεκμήριο της παρ. 16 του άρθρ. 2 του Ν. 2639/1998 περί συμβάσεως εργασίας πλήρους απασχολήσεως λόγω μη γνωστοποιήσεως αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.
3. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι υπό το καθεστώς της μερικής απασχόλησης η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε μέχρι την 31-3-2002, οπότε και έληξε η σύμβαση έργου της αναιρεσείουσας με το Ψ.Ν.Α., έκτοτε δε εργολάβος καθαρισμού των χώρων του Νοσοκομείου ανέλαβε ο Α. Φ. και η αναιρεσείουσα αποχώρησε οικειοθελώς μαζί με άλλους 47 συναδέλφους της, ενώ από 1-4-2002 η αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της στον νέο εργολάβο, παρόλο που η αναιρεσίβλητη κάλεσε τους εργαζόμενους να συνεχίσουν την εργασία τους στην επιχείρησή της σε άλλα σημεία εργασίας.
Επομένως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της καταγγέλθηκε ακύρως από την εργοδότρια εταιρεία, δηλαδή χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και χωρίς την καταβολή σε αυτήν της νόμιμης αποζημιώσεως, είναι αβάσιμοι, αφού αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της και όχι ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβασή της κι έτσι η τελευταία δεν περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας.
Με τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κατά το μέρος αυτό είχε αποφανθεί ομοίως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ, εκτός από τις αναφερόμενες σε αυτό εξαιρέσεις, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Έτσι, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά στην πραγματικότητα να πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται κατά τα άνω από τον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα δε ο από τον αρ. 19 λόγος ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρινόμενων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656, 669§2 του ΑΚ, 1 επ. του Ν. 2112/1920 και 6 επ. του Ν. 3198/1955, διότι με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, αφού α) δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε στην εργαζόμενη να εργασθεί μετά την 31-3-2002 σε άλλο χώρο και ότι αυτή αρνήθηκε, β) ουδείς θα αποχωρούσε οικειοθελώς από την εργασία του, όταν ήταν βέβαιος ότι θα απολυθεί και θα ελάμβανε αποζημίωση, γ) δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση από την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη από 8-4-2002 κατέθεσε αναγγελία στον ΟΑΕΔ ότι η αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της στον νέο εργολάβο Α.
Φ., παρόλο που η αναιρεσίβλητη κάλεσε τους εργαζόμενους να συνεχίσουν την εργασία τους στην επιχείρησή της, καθόσον η αναιρεσείουσα εξακολουθούσε να μεταβαίνει στον χώρο εργασίας της και η εργοδότρια εταιρεία δεν της ζήτησε να εργασθεί σε άλλον χώρο ούτε και μετά την από 1-4-2002 ανακοίνωσή της, η ολιγοήμερη δε απασχόληση της αναιρεσείουσας στον νέο εργολάβο Α.
Φ. ουδόλως απαλλάσσει την αναιρεσίβλητη από την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών της μέχρι τη νόμιμη καταγγελία της σύμβασης δια της τηρήσεως του έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της παραβιάσεως των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, αφού σε αυτήν αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του κρινόμενου αγωγικού αιτήματος, το οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο.
Δεν αποτελεί δε δίδαγμα κοινής πείρας, υπό την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αλλά απλό επιχείρημα το ότι "ουδείς έχων κοινόν νουν θ' αποχωρούσε οικειοθελώς για να μην πάρει αποζημίωση, όταν είναι βέβαιος ότι θ' απολυθεί και θα λάβει αποζημίωση".
4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 2§5 της 33700/2890/1950 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Συντονισμού, Εργασίας και Οικονομικών "περί αυξήσεως ημερομισθίων ανειδίκευτων και μαθητευομένων εργατών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 28/1944 (ΕΚ 92/1950, Τευχ. Β'), "αι παρ' οιωνδήποτε εργοδότη κατά πλήρες ωράριο απασχολούμεναι καθαρίστριαι, ων η σχέσις εργασίας διέπεται δια συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, δικαιούνται κατ' ελάχιστον όριον του ημερομισθίου της ανειδικεύτου εργατρίας. Μείωσις των ωρών εργασίας κατά το 1/4, δι' οιονδήποτε λόγον, δεν απαλλάσσει τον εργοδότην της υποχρεώσεως καταβολής του ανωτέρω ημερομισθίου". Επομένως, οι καθαρίστριες που εργάζονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου δικαιούνται για το πλήρες ωράριο εργασίας (40 ωρών εβδομαδιαίως) ή για ωράριο που είναι ελαττωμένο κατά το 1/4, την πλήρη αμοιβή που προβλέπουν για τους ανειδίκευτους εργάτες οι εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ, ενώ στην περίπτωση που απασχολούνται κατά μικρότερο ωράριο η αμοιβή μειώνεται αναλόγως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα απασχολείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εργαζόμενη στην πραγματικότητα κατά κανόνα με μειωμένο ωράριο μερικής απασχόλησης, έξι ή επτά ωρών, κατά μέσο όρο ημερησίως από τον Ιούνιο του έτους 2000 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2001 και τεσσάρων ή πέντε ωρών κατά μέσο όρο ημερησίως από τον Φεβρουάριο του 2001 έως και τον Μάρτιο του 2002, ενίοτε δε και τα Σάββατα και της Κυριακές. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τα ισχύοντα σύμφωνα με τις οικείες κατά τον κρίσιμο χρόνο ΕΓΣΣΕ ημερομίσθια, επιδίκασε στην αναιρεσείουσα την αμοιβή που αναλογούσε στις αντίστοιχες ώρες εργασίας που απασχολήθηκε, ακόμη και στις περιπτώσεις που εργάσθηκε 5, 6 ή 7 ώρες την ημέρα και 30 ώρες τουλάχιστον εβδομαδιαίως, παρότι στις περιπτώσεις αυτές η εργαζόμενη εδικαιούτο την πλήρη αμοιβή, αφού το ωράριο εργασίας της ήταν μειωμένο όχι πλέον του 1/4 του νόμιμου ωραρίου της. Έτσι όμως το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της πιο πάνω Κ.Υ.Α.. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η ως άνω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος.
5. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 643, 649 και 653 του ΑΚ, 3§2 του Ν. 2112/1920, 5§1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1945 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά νόμο ή τη σύμβαση στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, που οφείλεται ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της 19040/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 του ΑΝ 539/1945 και 3§16 του Ν. 4504/1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα.
Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στον μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και τις από τον νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα.
Ειδικώς δε για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών λαμβάνονται υπόψη, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρ. 3§2γ της άνω Κ.Υ.Α 19040/1981, και το επίδομα αδείας (ΑΠ 1411/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1§3 της ίδιας Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθόλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1 Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Εάν όμως διήρκεσε η εργασιακή σχέση μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται ως δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/5 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια, ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής, για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως και ως δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/5 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής, για κάθε 8ήμερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως.
Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα (ΑΠ 1425/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38§4 του Ν. 1892/1990, οι μερικώς απασχολούμενοι δικαιούνται κατ' έτος άδεια με αποδοχές και επίδομα αδείας με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του Ν. 1346/1983).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2§1 του ΑΝ 539/1945, κάθε μισθωτός μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές, ενώ κατά το άρθρ. 5§1 εδ. β' του ίδιου νόμου, όπως αυτό το εδάφιο προστέθηκε με το άρθρ. 3 του ΝΔ 3755/1957, "επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως, άμα τη λήξει του έτους καθό δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένων διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβολή εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο μισθωτός δεν έλαβε την ετήσια κανονική άδεια αναπαύσεως ως το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο τη δικαιούται, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να του καταβάλει ως αποζημίωση τις αποδοχές των ημερών της αδείας του στο διπλάσιο, αν η μη πραγματοποίηση αυτής οφείλεται σε υπαιτιότητά του.
Προϋπόθεση για την καταβολή της αποζημίωσης αυτής, εκτός των άλλων, η αίτηση του μισθωτού προς τον εργοδότη για τη χορήγηση της αδείας και η άρνηση του τελευταίου να τη χορηγήσει, οπότε υπάρχει υπαιτιότητα αυτού, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, με τη μη τήρηση των διατάξεων περί χορηγήσεως στους μισθωτούς ετήσιας άδειας αναπαύσεως.
Ακόμη, με το άρθρ. 2§2 του Ν. 3755/1957, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ΝΔ 147/1973, ορίσθηκε ως εξαιρέσιμη ημέρα και η Δευτέρα του Πάσχα, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στους αμειβόμενους με ημερομίσθιο μισθωτούς που δεν απασχολήθηκαν κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες από λόγους μη οφειλόμενους στους ίδιους, καταβάλλεται ποσό ίσο με ένα ημερομίσθιο για κάθε εξαιρέσιμη ημέρα που εργάσθηκαν, χωρίς προσαύξηση.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 657 και 658 του ΑΚ ο εργαζόμενος δικαιούται ένα μηνιαίο μισθό αν ασθένησε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεώς του, αφαιρείται όμως ό,τι έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, εκτός άλλων και τα ακόλουθα:
α) Για τον υπολογισμό του επιδόματος Χριστουγέννων 2000 (αναλογία) έλαβε υπόψη το χρονικό διάστημα από 1-7-2000 έως 31-12-2000 και όχι από 21-6-2000, με συνέπεια να μην επιδικάσει το πράγματι δικαιούμενο ποσό. Επίσης, δεν υπολόγισε τις προσαυξήσεις του επιδόματος αδείας στα επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2000 και 2001 και Πάσχα των ετών 2001 και 2002, β) για το χρονικό διάστημα από 14-7-2001 έως 28-8-2001 δεν επιδίκασε παντάπασι αποδοχές, διότι η αναιρεσείουσα ήταν ασθενής και δεν εργάσθηκε, αν και μέχρι τότε, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους από την έναρξη της εργασιακής σχέσεως, γ) δεν επιδίκασε αμοιβή για την αργία της Δευτέρας του Πάσχα του έτους 2001, δ) κατά τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας και των επιδομάτων εορτών και αδείας δεν έλαβε υπόψη τις προσαυξήσεις των Κυριακών και εξαιρεσίμων ημερών, και ε) αν και η αναιρεσείουσα ζήτησε την άδεια του έτους 2001 και δεν της χορηγήθηκε ("για αποζημίωση μη χορήγησης αδείας έτους 2001, καίτοι ζητήθηκε από την ενάγουσα ..."), δεν επιδίκασε την αιτηθείσα επί πλέον προσαύξηση κατά 100%.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 1§3β και 3§2γ της ΥΑ 19040/1981, 2 του ΝΔ 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 1 του ΝΔ 147/1973, 1§2 του ΝΔ 4547/1966, 3§16 του Ν. 4504/1966 και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως α) κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο αφενός μεν για τον υπολογισμό του επιδόματος Πάσχα 2002 ανακριβώς δέχθηκε ότι οι ημέρες διαρκείας της εργασιακής σχέσης της αναιρεσείουσας ήταν 65 και όχι 75 και αφετέρου ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν εδικαιούτο αποδοχές κατά τις 8, 10, 13, 14, 16, 24, 25, 27, 28 και 29-6-2000, διότι δεν προκύπτει ότι εργάσθηκε κατ' αυτές τις ημέρες, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν επιδίκασε αμοιβή για τις εξαιρέσιμες ημέρες της 28-10 και 25-12-2000, 25-3, 1-5, 28-10 και 25-12-2001 και 25-3-2002, ερείδεται επί αναληθούς ή εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι αποδοχές όλων των προαναφερόμενων ημερών επιδικάσθηκαν (από αυτές οι 25-3 και 28-10-2001 συμπίπτουν με Κυριακή), εκτός από την ημέρα της 25-3-2002, που ρητώς αναφέρεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα παραπάνω μέρη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Η αναιρεσίβλητη, πρέπει να καταδικαστεί σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη, την 5082/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη, στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ