Legislator Case Law & Legislation
811/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and lack of specific factual allegations required by law.

Case Number 811/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment regarding a car accident compensation case. The appellants argued the lower court erred in rejecting a claim for spousal support and failed to provide specific reasoning regarding the deceased husband's expenses. The court rejected these arguments because the grounds for appeal were too general and did not specify the exact legal error or the factual circumstances necessary to justify the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 1911/1991 and 559(1), (19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and the factual circumstances relied upon, otherwise it is inadmissible as vague.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds spousal support car accident liability specific factual allegations legal error specification civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 1911/1991
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 926, 929, 1389, 1390 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 811 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 811/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) Ψ, κατοίκου ..., 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.)", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Καραλή, ο οποίος ανακάλεσε την από 16/2/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25502/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3123/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 527/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 14/2/2007 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 9/2/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Δημητρίου Κυριτσάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 του Ν. ΓπΝ.1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., συνάγεται ότι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, ζημία και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητος είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή αυτή, η οποία αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Η ύπαρξη της υπαιτιότητος δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφ' όσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, σε περίπτωση που προβάλλεται από τον υπαίτιο, κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατ' άρθρο 300 Α.Κ..

Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και έτσι ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, που προβλέπεται από αυτή, και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά : "Την 28-6-1999 και περί ώρα 13.30 περίπου το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αστικό λεωφορείο του Ο.Α.Σ.Θ., με οδηγό τον Ψ, εκινείτο στην πόλη της ... και επί της οδού ..., στο ύψος του αριθμού ..., με κατεύθυνση την έξοδο της πόλεως.

Το πλάτος της οδού αυτής, που έχει επικάλυψη ασφάλτου, στο σημείο εκείνο είναι 14 μέτρων, του πεζοδρομίου της 4 μ. και είναι ευθεία σε μήκος 100 μέτρων. Είναι διπλής κατευθύνσεως, και τα δύο ρεύματα διαχωρίζονται μεταξύ τους, με δύο συνεχείς γραμμές. Κατά τον αυτό χρόνο, ο ΑΑ, που διήνυε το 67ο έτος της ηλικίας του, επιχειρούσε πεζός, να διασχίσει, κάθετα την ίδια οδό, από αριστερά προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου.

Όταν διέσχισε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και άρχισε να εισέρχεται σ' αυτό που εκινείτο το λεωφορείο, παρασύρθηκε από το τελευταίο. Από την παράσυρσή του, υπέστη πολλαπλά κατάγματα πλευρών...... Η παράσυρση και ο τραυματισμός του παθόντος, και συνεκδοχικά ο θάνατός του, που προήλθε από τα πιο πάνω τραύματά του την 11.8.1999 στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης, όπου διακομίσθηκε τελικά, οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα τόσο του πρώτου εναγομένου και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όσο και του παθόντος και ειδικότερα, κατά ποσοστό μεν 70% σε αμέλεια του οδηγού και 30% σε αμέλεια του παθόντος.

Πιο συγκεκριμένα, η αμέλεια του πρώτου εναγομένου, συνίσταται στο ότι αυτός, από έλλειψη της προσοχής που θα κατέβαλε κάθε μετρίως συνετός οδηγός κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη προσοχή του, (άρθρο 12 παρ.1 ΚΟΚ), πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, (άρθρο 16 παρ.1) ούτε διατηρούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ειδικότερα, να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί, (άρθρο 19 παρ.1 και 2 ΚΟΚ) αν και υπήρχε επαρκής φωτισμός ημέρας, και η κατάσταση της οδού ήταν καλή (βλ.

την από 28.6.1999 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Ανθ/νόμου ....). Έτσι, αν και πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, και το ανώτατο όριο ταχύτητας περιορίζεται στα 50 χλμ την ώρα, αυτός ανέπτυξε ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χλμ την ώρα, με αποτέλεσμα να μην κατορθώσει να ακινητοποιήσει εγκαίρως, το λεωφορείο που οδηγούσε, παρότι αντιλήφθηκε την κίνηση του παθόντος από απόσταση μεγαλύτερη των 30 μέτρων.

Παρά δε την ισχυρή πέδηση, από την οποία κατά την χαρακτηριστική έκφραση των αυτόπτων μαρτύρων, ... και ... "έβγαλαν καπνό τα λάστιχα", παρέσυρε τον παθόντα, μόλις εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του, σε βάθος μικρότερο των 50 εκ. του μέτρου. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η ταχύτητα του λεωφορείου δεν υπερέβαινε τα 40 χλμ την ώρα, δεν έρχεται σε αντίθεση μόνο προς τις καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων, αλλά και προς αυτά τα αντικειμενικά ευρήματα, από το συνδυασμό των οποίων (μήκος πεδήσεως 18,7 μ και συντελεστής τριβής 0,70), συνάγεται ακριβώς το αντίθετο ... .

Η αμέλεια εξ άλλου του παθόντος, συνίσταται στο γεγονός ότι από έλλειψη της προσοχής, που θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός πεζός κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες, επιχείρησε να διασχίσει καθέτως την προαναφερόμενη οδό, σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι η κίνηση των επ' αυτής οχημάτων, τα οποία είχαν προτεραιότητα (άρθρο 38 παρ, 4ε ΚΟΚ), η ταχύτητά τους και η απόστασή τους, του παρείχαν τη δυνατότητα να διασχίσει ακινδύνως το οδόστρωμα.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η διάβαση πεζών που διαθέτει και φωτεινούς σηματοδότες απείχε μόλις 35 μέτρα, από το σημείο της παρασύρσεώς του ...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε συνυπαιτίους στην επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών τόσο του οδηγού του λεωφορείου, πρώτο αναιρεσίβλητο, όσο και του παθόντα, συγγενή των αναιρεσειόντων, κατά ποσοστό 70% και 30%, αντιστοίχως.

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφ' όσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, εν σχέσει προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητος των ανωτέρω στην επέλευση του ατυχήματος (και επομένως της μη αποκλειστικής υπαιτιότητος του οδηγού του λεωφορείου στην επέλευση αυτού), που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων.

Οι επικαλούμενες δε με το αναιρετήριο ελλείψεις της αποφάσεως, επειδή το Εφετείο δεν προσδιορίζει την απόσταση που μεσολαβούσε ανάμεσα στον πεζό και το λεωφορείο, την ταχύτητα του λεωφορείου, το μήκος της πεδήσεως, πότε ο α' αναιρεσίβλητος επεχείρησε την πέδηση καθώς και με ποιο μέρος του αυτοκινήτου παρασύρθηκε ο πεζός, είναι αβάσιμες αφού με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δίνονται απαντήσεις στα ζητήματα αυτά, ενώ οι προβαλλόμενες με το αναιρετήριο άλλες ελλείψεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας είναι αβάσιμος κατά ένα μ'ερος και απαράδεκτος κατά το άλλο μέρος.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε με δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, όταν υπάρχει ζημιογόνο γεγονός, από το οποίο πηγάζει ευθύνη του ζημιώσαντος για αποζημίωση, και στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, απόκειται στην διακριτή εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, να καθορίσει αναλόγως το ύψος της αποζημιώσεως αλλά και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που θα επιδικάσει.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, που θεμελιώνει την, εκ της ανωτέρω διατάξεως, ένσταση, η οποία πρέπει να προτείνεται ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τον νόμο, για την πληρότητα και νόμιμη θεμελίωσή της, στοιχεία.

Στις ειδικές διαδικασίες, όπως αυτή των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α του Κ.Πολ.Δ.), στις οποίες δεν είναι υποχρεωτική από τον νόμο η υποβολή προτάσεως, οι διάδικοι υποχρεούνται, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, να θέσουν υπ' όψη του δικαστηρίου όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, οι οποίοι έχουν ανάγκη δικαστικής διερευνήσεως, είτε με την καταχώρησή των στα πρακτικά, είτε με την αναφορά των στις προτάσεις που εκουσίως κατέθεσαν, οπότε αρκεί απλή αναφορά στις προτάσεις και καταχώρησή των στα πρακτικά, ώστε να καταστεί δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο της ακροαματικής διαδικασίας, αντικρούσεως από τον αντίδικο και δικαστικής διερευνήσεως.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Προς του μη προταθέντες δε ισχυρισμούς εξομοιούνται και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν απαραδέκτως. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Επομένως, συμφώνως και προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση που ακριβώς έγκειται το νομικό σφάλμα, κατά την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005). Στην παρούσα περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι δέχθηκε συνυπαιτιότητα του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων, κατά ποσοστό 30%, ενώ ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου δεν είχε προβληθεί η σχετική ένσταση ορισμένως, κατά τα προσδιοριστικά της συνυπαιτιότητας στοιχεία κι' επομένως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση αυτή.

Όμως, όπως εκτίθεται και στο αναιρετήριο, στα υπ' αριθμ. 12086/2001 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καταχωρήθηκε δήλωση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, κατά την συζήτηση της από 16-1-2001 αγωγής των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την οποία αυτοί ζήτησαν να απορριφθεί η αγωγή και ισχυρίσθηκαν ότι "αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο θανών πεζός που περπατούσε χωρίς προσοχή, άλλως πρότειναν την ένσταση συνυπαιτιότητος αυτού κατά 95%.

Επομένως, παρά το γεγονός ότι στα πραγματικά δεν έχουν καταχωρηθεί λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την προβληθείσα ένσταση, με την προφορική ανάπτυξη, η οποία ήταν αναγκαία για να διεξαχθούν οι αποδείξεις, αυτά κατέστησαν γνωστά και ακολούθως αναπτύχθησαν με το δικόγραφο των προτάσεων, που κατατέθηκε μετά την συζήτηση στο ακροατήριο όπως και από αυτό προκύπτει.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αρμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα αναγκαία, για την πληρότητα αυτού, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα, δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, νομικό σφάλμα, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή της επικαλουμένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ..

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, παρέχεται δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, στην οικογένεια του θύματος, και να καθορίσει το εύλογο ποσό, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος, η ηλικία αυτού και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.

Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης, κατά τα ανωτέρω, χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων, για τον θάνατο του συγγενούς των, έλαβε υπ' όψη και την "δήθεν συνυπαιτιότητα" τούτου, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 30%, ενώ δεν μπορούσε να πράξει αυτό, αφού η εν λόγω ένσταση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων ήταν παντελώς αόριστη και απαράδεκτη και ως τέτοια έπρεπε να απορριφθεί.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη συνυπαιτιότητος του θανόντος, κατά το ανωτέρω ποσοστό, οπότε ορθώς συνεκτίμησε και το στοιχείο αυτό, για τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

Επειδή, ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών, για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά τα οποία προτάθηκαν προς θεμελίωσή του καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό (αν αυτή δεν είναι αυτονόητη), γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται για την πληρότητά της.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, με το να απορρίψει το αγωγικό κονδύλιο, για την καταβολή αποζημιώσεως στην πρώτη αναιρεσείουσα, λόγω της στερήσεως των υπηρεσιών του θανόντος συζύγου της, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 926, 929, 1389 και 1390 του Α.Κ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή των με τον Ν. 1329/1983, και δεν διέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε θέματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν ανέφερε σε τι ύψος ανέρχονταν οι περιουσιακές δαπάνες του αποβιώσαντος συζύγου της.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η νομική πλημμέλεια, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές της αποφάσεως, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση των αυτών διατάξεων.

Εξ άλλου, κατά το μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, επίσης προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, ως άνω, αγωγικού ισχυρισμού για την απαίτηση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας λόγω στερήσεως της διατροφής, ούτε παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς το ζήτημα αυτό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2005 αίτηση των Χ1, κλπ περί αναιρέσως της 3123/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ