Legislator Case Law & Legislation
811/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that labor termination was based on economic necessity, not personal animosity.

Case Number 811/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision terminating her security guard's employment contract. The lower court found the dismissal was justified by severe economic hardship and the need to reduce expenses, rejecting claims of personal animosity or pressure. The court ruled that since the termination was based on objective economic factors rather than subjective personal motives, the appeal regarding the violation of common sense teachings was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b) and 19 of the Code of Civil Procedure; The violation of common sense teachings constitutes a ground for appeal only when they concern the interpretation of legal rules or the subsumption of facts under such rules, not when they relate to the assessment of factual existence which is subject to appellate review.

Keywords

AI generated
common sense teachings economic necessity labor termination appellate review objective facts subjective motives Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 336(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 811 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 811/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ........, ατομικώς και ως πρώην διαχειριστή της επί της οδού ... αρ. ..... κειμένης πολυκατοικίας και 2) ......., ατομικώς και ως διαχειριστή της επί της οδού .... αρ. ..... κειμένης πολυκατοικίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Μανωλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από '11-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 987/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5408/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μαρκάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και χωρίς απόδειξη. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την εξειδίκευση των αορίστων εννοιών ή την υπαγωγή αποδειχθέντων ή αναμφισβήτητων πραγματικών γεγονότων υπό συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, είτε για τη διαπίστωση της αλήθειας πραγματικού ισχυρισμού ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμοποιεί αυτά για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών γεγονότων, οπότε πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο αναφορικά με τον περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, για τους προβαλλόμενους λόγους, αγωγικό ισχυρισμό αυτής δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ άλλων τα εξής: "Στο πλαίσιο της γενικής τάσεως καταργήσεως της θέσεως του θυρωρού σε ικανό αριθμό πολυκατοικιών (είτε έχουν προορισμό την εμπορική χρήση, είτε την κατοικία), διότι -σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη- θεωρείται ότι δεν αποτελούν πλέον αναγκαίες θέσεις (λόγω της τεχνολογικής εξελίξεως, π.χ.

με τις εγκαταστάσεις προειδοποιητικών συναγερμών κ.λ.π.) η ότι συνιστούν σημαντικό οικονομικό βάρος, το οποίο πρέπει να περισταλεί, οι ιδιοκτήτες της προειρημένης πολυκατοικίας μετά από σχετικό προβληματισμό και σειρά άτυπων συζητήσεων (πρώτη γενική Συνέλευση τον Ιούνιο 2002 με θέμα την κατάργηση της θέσεως του θυρωρού, στην οποία δεν σχηματίστηκε η απαιτούμενη απαρτία), αποφάσισαν στη Γενική Συνέλευση της Συνιδιοκτησίας της .....

να προβούν στην κατάργηση της θέσεως του θυρωρού μέσω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας....). Από το περιεχόμενο αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, η χρησιμοποίηση από το Εφετείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας έγινε για τη διαπίστωση της αλήθειας πραγματικών γεγονότων.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ 1 εδ. γ' προβαίνοντας σε εσφαλμένη και πλημμελή εφαρμογή του νόμου είναι δε πλήρως αναιτιολόγητη (άρθρο 559 αρ. 19) καθόσον τα αναφερόμενα στην παραπάνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας ώστε να μπορεί να γίνει αυτό δεκτό χωρίς απόδειξη, αλλά αποτελούν ουσιαστική επαγωγική κρίση επί προβαλλομένων ισχυρισμών και επί της επίδικης υποθέσεως, συνεπώς χρήζει ειδικής, επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την προσβαλλόμένη απόφαση αναφορικά με τη λογική διαδρομή και τα στοιχεία που την οδήγησαν σε τέτοιο συμπέρασμα, η οποία δεν υφίσταται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί, υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

πλήττει αληθώς την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί πραγμάτων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 28/1997, Ολ ΑΠ 30/1997). Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως, ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο σχετικά με την απόρριψη των κονδυλίων της αγωγής λόγω μη λήψης μέρους της κανονικής άδειας αυτής καθ' έκαστο Αύγουστο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "...η ενάγουσα όλα τα έτη -συνεπώς και κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 18-12-2002- που πρόσφερε τις υπηρεσίες της στην προαναφερόμενη πολυκατοικία λάμβανε ολόκληρη την άδεια της κατά το μήνα Αύγουστο και ουδέποτε είχε θέσει το ζήτημα καταβολής αποζημιώσεως λόγω μη λήψεως ολόκληρης της ετήσιας άδειας.

Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι πάντοτε υπήρξε καταβολή του επιδόματος αδείας για την πιο πάνω χρονική περίοδο. Τούτο επιρρωνύεται από το ότι η συνιδιοκτησία της πιο πάνω πολυκατοικίας, καίτοι στο πλαίσιο της συμβάσεως εργασίας είχε παραχωρήσει στην ενάγουσα δωρεάν στέγη σε διαμέρισμα στο δώμα καθώς και δωρεάν ηλεκτρικό ρεύμα και λοιπές κοινόχρηστες δαπάνες, εν τούτοις λόγω ευνοίας προς το πρόσωπο της δεν προέβαινε σε παρακράτηση κατά ποσοστό 13% επί του συνόλου των ακαθαρίστων μηνιαίων αποδοχών της όπως είχε δικαίωμα βάσει του άρθρου 12 της οικείας ΣΣΕ θυρωρών σε πολυκατοικίες, που αντιστοιχεί ετησίως σε ποσοστό 182% επί του μηνιαίου μισθού της.

Επομένως, σύμφωνα με την συναλλακτική πρακτική δεν θα ήταν δυνατό η συνιδιοκτησία να μην καταβάλει κατ' έτος τις αποδοχές ενός μισθού από τη μη χορήγηση ολόκληρης της άδειας, ενώ θα μπορούσε να παρακρατεί μηνιαίως το 13% που αντιστοιχεί στο 182% του μηνιαίου μισθού της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης περί της συνδρομής των νομίμων όρων της διάταξης που εφαρμόστηκε, αφού διέλαβε σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέφυγε σε μαθηματικούς υπολογισμούς και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο με άσχετες αόριστες και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Είναι δε πράγματα, κατά την έννοια της άνω διάταξης, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Αντίθετα δεν είναι πράγματα τα επιχειρήματα των διαδίκων που συνάγονται από τις αποδείξεις. Εξάλλου, τον παραπάνω λόγο αναίρεσης δεν ιδρύει η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε επουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι μη νόμιμοι και ιδίως εκείνοι που προβάλλονται απαραδέκτως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν ουσιώδη επιρροή για την ορθή διαμόρφωση του δικανικού της συλλογισμού, τα οποία πρότεινε παραδεκτώς και απέδειξε η αναιρεσείουσα, με τα οποία ουδόλως ασχολήθηκε να τα αξιολογήσει ή να τα αναφέρει, και συγκεκριμένα: 1) ότι οι ανάγκες της θυρωρού ήταν ζώσες και υπαρκτές στην εν λόγω πολυκατοικία, αφού από την ανέγερση και λειτουργία της είχε πάντοτε θυρωρό, βρίσκεται δε στο κέντρο της Αθήνας, ήτοι σε περιοχή με αυξημένη επικινδυνότητα για έξαρση της εγκληματικότητας τα τελευταία χρόνια, λόγω της υπερσυγκέντρωσης τοξικομανών και λοιπών περιθωριακών στοιχείων στο συγκεκριμένο σημείο, γεγονός που καθιστά απαραίτητο τον έλεγχο των εισερχομένων- εξερχομένων από την πολυκατοικία. 2) Ότι επί επτά ορόφων και είκοσι πέντε διαμερισμάτων της άνω πολυκατοικίας κενά από το Νοέμβριο 2001 ήσαν τα αναφερόμενα δύο διαμερίσματα του πέμπτου ορόφου και ένα διαμέρισμα του έκτου ορόφου και από τον Ιανουάριο του 2002 επιπλέον το αναφερόμενο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου, η συνεισφορά δε όλων αυτών στις δαπάνες των κοινοχρήστων ήταν μηδαμινή, ώστε να θεωρηθεί ως επαρκής λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας για οικονομικούς λόγους, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι τα διαμερίσματα αυτά εκκενώθηκαν ένα και πλέον έτος πριν την απόλυση της. 3) Τις ιδιόγραφες σημειώσεις και το γράμμα από το μήνα Νοέμβριο 2002 προς την αναιρεσείουσα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων διαχειριστή της πολυκατοικίας, να αναλάβει χρέη καθαρίστριας προκειμένου να απαλλαγεί η πολυκατοικία από τη σχετική δαπάνη, γεγονός που οδήγησε τελικά στην όξυνση των σχέσεων της αναιρεσείουσας με τους αντιδίκους της και τελικά στην οριστική απόλυση της και 4) Ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε γραπτώς στην αναιρεσείουσα η απόφαση της συνιδιοκτησίας για επικείμενη καταγγελία της συμβάσεως της, ούτε τηρήθηκε ο χρόνος προειδοποίησης της έκτακτης καταγγελίας που απαιτεί ο νόμος.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. καθόσον αφορά τους υπ' αριθμ. 1 και 2 ισχυρισμούς και την υπ' αριθμ. 3 μη λήψη υπόψη εγγράφων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο γιατί οι μεν ως άνω ισχυρισμοί, ως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν μέρος της ιστορικής βάσης αυτής, η δε μη λήψη υπόψη εγγράφων δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης. Καθόσον δε αφορά τον υπ' αριθμ. 4 ισχυρισμό, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως απαράδεκτο τον σχετικό ισχυρισμό. Εξάλλου ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. (έλλειψη αιτιολογίας) είναι απορριπτέος, κατά το μέρος που αφορά τους με αριθμ. 1-3 ισχυρισμούς ως απαράδεκτος και κατά το μέρος που αφορά τον με αριθμ. 4 ισχυρισμό ως αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου του άρθρου 559 αρ. 1, 10 και 19 Κ.Πολ.Δ. καθόσον απέρριψε όλως αναιτιολογήτως, άλλως χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όλους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που είχαν να κάνουν με την παρανομία της απόλυσης της και ειδικότερα ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν σ' αυτή ένεκα της εμπάθειας, μίσους και έχθρας προς την αναιρεσείουσα, επειδή διεκδίκησε την αποζημίωση από τη μη χορήγηση ολόκληρης της άδειας, αλλά και επειδή δεν δέχτηκε να αναλάβει καθήκοντα καθαρίστριας και χωρίς τη λήψη οποιονδήποτε ηπιότερων μέτρων στο πρόσωπο της, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ενώ έκαμε απολύτως και ακρίτως δεκτούς όλους τους αντίθετους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς όλες τις πιο πάνω πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, αφενός αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα εκ των οποίων συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα της και αφετέρου περιέχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ενώ κατά τις παραδοχές αυτής ουδόλως παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Η δυσμενής οικονομική συγκυρία η οποία από τις αρχές του έτους 2002 έπληττε τους εμποροβιοτέχνες ...όπως οι συνιδιοκτήτες της εν λόγω πολυκατοικίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο από τις δέκα ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας μόνο οι πέντε ήταν μισθωμένες στο οποίο προστίθετο αυξημένη επιβάρυνση για δαπάνες κοινοχρήστων, δημιούργησε στους ιδιοκτήτες οξύ οικονομικό πρόβλημα.....

Στα πλαίσια περιστολής των εξόδων για λόγους οικονομοτεχνικούς, η Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας αποφάσισε την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, ενόψει του ότι η θέση της θυρωρού κρίθηκε ότι δεν ήταν αναγκαία, προκειμένου να μειωθούν τα έξοδα των συνιδιοκτητών, χωρίς να είναι δυνατή η λήψη άλλου ηπιότερου μέτρου (π.χ.

άλλη θέση εργασίας), λαμβάνοντας υπόψη ότι έκτοτε η πολυκατοικία λειτουργεί χωρίς θυρωρό και δεν έχει προσληφθεί άλλο άτομο προς αντικατάσταση της ενάγουσας. .....Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η επίδικη καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως οφείλεται σε λόγους εχθρότητας και εμπάθειας προς το πρόσωπο της ή σε ασκηθείσες πιέσεις από ορισμένους συνιδιοκτήτες από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος της είχε γνωστοποιήσει από το τέλος 2002 ότι έπρεπε να εκτελεί και χρέη καθαρίστριας καθώς και ότι αυτή διαμαρτυρόταν λόγω της μη χορήγησης ολόκληρης της άδειας της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι:

α) η καταγγελία της συμβάσεως οφείλεται σε λόγους οικονομοτεχνικούς και όχι σε λόγους εχθρότητας και εμπάθειας στο πρόσωπο της αφού η απόφαση για την καταγγελία λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης την ..... και γίνονταν συζητήσεις από τους ιδιοκτήτες από τον Ιούνιο του ίδιου έτους, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο από το Νοέμβριο του έτους 2002 που αναφέρει η ενάγουσα ότι έλαβαν χώρα τα πιο πάνω περιστατικά και β) οι σχέσεις της ενάγουσας με τους συνιδιοκτήτες ήταν αρμονικές και ουδέποτε αυτή είχε διαμαρτυρηθεί για τη μη καταβολή αποζημιώσεως λόγω μη λήψεως ολόκληρης της άδειας πριν την καταγγελία της συμβάσεως της...".

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του που προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2005 αίτηση αναιρέσεως της χ1 κατά της υπ' αριθμ. 5408/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ