Legislator Case Law & Legislation
811/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on non-consideration grounds but remands case for retrial by new judges.

Case Number 811/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the non-consideration of the plaintiff's claim but remanded the case for retrial by a new panel of judges. The lower court allegedly failed to address the plaintiff's argument concerning unpaid wages from July to December 1997, while the defendant's claim regarding unpaid leave was deemed included in the court's existing findings. Consequently, the appeal was allowed only in part, and the case was sent back for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 156 A.K.; Art. 559(8) C.P.D.: The right to challenge a contract termination may be waived by the employee, and the non-consideration of a claim is a ground for appeal only if the lower court failed to address an argument that had a decisive impact on the outcome.

Keywords

AI generated
non-consideration of claim contract termination waiver remittal for retrial unpaid wages dispute new judges panel

Cited Legislation

AI generated
Art. 156 A.K.
Art. 559(8) C.P.D.
Art. 580(3) C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 811 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 811/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο.

Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας, που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 396/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Μαρτίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 21-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως άκυρης μπορεί να αποσβεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 156 Α.Κ., με παραίτηση του εργαζόμενου, ρητή ή σιωπηρή, αφού πρόκειται για σχετική ακυρότητα υπέρ του δικαιούχου, ο οποίος μπορεί να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να παραιτηθεί από το δικαίωμα να προσβάλλει το κύρος της.

Η σιωπηρή παραίτηση μπορεί να συναχθεί και από δηλώσεις ή πράξεις του δικαιούχου, που έγιναν κυρίως για άλλο σκοπό, ενέχουν όμως συμπερασματικά και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, ήτοι της παραιτήσεως από το ως άνω δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση η σιωπηρή παραίτηση πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.

Μόνη όμως η είσπραξη της νόμιμης αποζημιώσεως, έστω ανεπιφύλακτα, δεν αρκεί για να συναχθεί κατά τρόπο αναμφίβολο η βούληση του εργαζόμενου να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την ένδικη από 26-3-1999 αγωγή του ότι προσλήφθηκε την 1-10-1979 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως εργάτης, αντί των προβλεπομένων από τις οικείες Σ.Σ.Ε.

αποδοχών του και ότι μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου συνεχίσθηκε η ισχύς της συμβάσεως αυτής χωρίς εναντίωση της εναγομένης για αόριστο χρόνο, ενώ ο ίδιος εξακολούθησε να προσφέρει αυτήν την εργασία του μέχρι την 31-12-1998, οπότε απολύθηκε μαζί με άλλους 46 συναδέλφους του, αφού προηγουμένως η εναγομένη του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση.

Απόλυσή του αυτή όμως είναι άκυρη, γιατί έγινε κατά παράβαση του άρθρου 1 παρ. 2β του Ν. 1387/1983 "περί ομαδικών απολύσεων", ως υπερβαίνουσα το επιτρεπόμενο ποσοστό 2% των απολύσεων, μέχρι το οποίο μπορούσε να λύσει με καταγγελία τις ατομικές συμβάσεις, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του άνω Νόμου. Κατόπιν του προεκτεθέντος ιστορικού, ο ενάγων ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, β) να διαταχθεί η επαναπρόσληψή του και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούνιο του έτους 1997 μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1998.

Ακολούθως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή, ως προς τα δύο πρώτα κονδύλιά της, είναι νόμω αβάσιμη, διότι ο ενάγων με την επικαλούμενη είσπραξη της αποζημιώσεως απολύσεως, την οποία του κατέβαλε η εναγομένη με την έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως, εξέφρασε σιωπηρώς, αλλά κατά τρόπο αναμφίβολο και τη βούλησή του να αποδεχθεί την καταγγελία και να μη προσβάλει το κύρος της. 'Ετσι, το Εφετείο, ως προς τα κονδύλια αυτά της αγωγής, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το εν λόγω μέρος της, ως νόμω αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 156 Α.Κ., αφού μόνη η είσπραξη από τον αναιρεσείοντα της νόμιμης αποζημίωσης, έστω και ανεπιφύλακτα, δεν συνεπάγεται σιωπηρή παραίτηση αυτού από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος.

Επειδή, πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 59 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους (Ολ.

Α.Π. 3/1997, 11/1996). Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.

προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που πρότεινε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, καθόσον αφορά το τρίτο κονδύλιο, για τις αποδοχές του αναιρεσείοντος του χρονικού διαστήματος από Ιούνιο 1997 έως Δεκέμβριο 1998, κατά το οποίο η αγωγή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αντίδικός του όφειλε σ' αυτόν και τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από Ιουλίου έως Δεκεμβρίου 1997, κατά το οποίο είχε ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος για το διάστημα από Ιουλίου έως Σεπτεμβρίου 1997, δεχόμενο ότι κατά το διάστημα αυτό ο αναιρεσείων βρισκόταν σε άδεια χωρίς αποδοχές, και ως μη νόμιμο για το υπόλοιπο διάστημα, αφού δέχθηκε (εσφαλμένα) ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση καταβολής σ' αυτόν αποδοχών για το διάστημα αυτό.

Σημειώνεται ότι την ανωτέρω κρίση του Εφετείου δεν προσβάλλει ο αναιρεσείων με τον προσήκοντα λόγο αναιρέσεως. Επίσης, με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που δεν πρότεινε ενώπιόν του η αναιρεσίβλητη και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα, ενώ η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει τον ισχυρισμό ότι ο αναιρεσείων, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Σεπτέμβριο τελούσε σε άδεια χωρίς αποδοχές και συνεπώς, δεν δικαιούται τις αντίστοιχες αποδοχές, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τον μη προταθέντα απ' αυτή ισχυρισμό ότι ο αναιρεσείων είχε δώσει τη συγκατάθεσή του σε μια τέτοια άδεια.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφενός διότι το ανωτέρω στοιχείο εμπεριέχεται στην έννοια της άδειας άνευ αποδοχών που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκε και αφετέρου, διότι υπό την επίκληση του ως άνω λόγου αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Επειδή, μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ εκείνα που κρίθηκαν ως απορριπτέα.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 270/2001 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ