Legislator Case Law & Legislation
810/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance dismissal due to contradictory reasoning and lack of legal basis.

Case Number 810/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim, finding the lower court's reasoning contradictory and legally unfounded. The plaintiff argued that the defendant's acceptance of payments as shareholder fees contradicted its own admission that the independent services contract was invalid without shareholder approval. The Court ruled that these inconsistencies deprived the first-instance judgment of a legal basis regarding unjust enrichment, necessitating a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; A judgment is voidable if it contains contradictory findings or lacks a legal basis for its conclusion on the existence of unjust enrichment.

Keywords

AI generated
unjust enrichment contradictory reasoning legal basis appeal admissibility shareholder approval independent services contract retrial procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 23a of Law 2190/1920
Article 33 of Law 3604/2007
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 810 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 810/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β.–Ε.Ε.Π.Ε.-Γ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην .... .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Σταμκόπουλο, που ανακάλεσε την από 13/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/10/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 708/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10647/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.1.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 10647/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διακρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 23α του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 3604/2007 και εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή ως εκ του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης για την οποία πρόκειται, "Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας συμπεριλαμβανομένων ή συζύγους των ανωτέρω, ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα" (παρ.1), ενώ "Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων.

Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντεντάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της" (παρ. 2).

Μεταξύ των προσώπων της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, για τα οποία απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας προς σύναψη σύμβασης με τα πρόσωπα αυτά, συγκαταλέγονται τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου. Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών, τα οποία, λόγω της ιδιότητας και της θέσης των, είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρία συμβάσεων προς ίδιο όφελος (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 1036/2017, ΑΠ 791/2015).

Από τη διατύπωση των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τον κατά τα άνω επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό, συνάγεται ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε συμβάσεων, επομένως και της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρία τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, και ότι κατ' εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες στις περιπτώσεις της χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση και υπό τον όρο ότι δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό του εκπροσωπουμένου στη γενική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή στις περιπτώσεις της ένταξης των συμβάσεων αυτών εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας (ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 1036/2017, ΑΠ 791/2015).

Ως "τρέχουσα συναλλαγή" της εταιρίας με τρίτους, όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρίας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή.

Επομένως σύμβαση, το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρίας ή που κατά το περιεχόμενό του υπερβαίνει το συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρίας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρίας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως είναι άκυρη, εάν δεν παρασχεθεί η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 791/2015).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του ως άνω νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, όπως αυτά ίσχυαν πριν το άρθρο 23 αντικατασταθεί με το άρθρο 33 του ν. 3604/2007 και πριν το άρθρο 24 καταργηθεί με το άρθρο 189 του ν. 4548/2018, 68 και 713 επ. του ΑΚ, συνάγεται ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας με σχέση εντολής.

Αν για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρίας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.

Δεν αποκλείεται, όμως, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρίας, να παρέχει σ' αυτήν και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς καταβαλλόμενη, σε εκτέλεση ιδιαίτερης σύμβασης, για το κύρος της οποίας απαιτείται έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1989/2017).

Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1374/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 518/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 328/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 598/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ.

και 70 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 23α Ν. 2190/1920, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την ύπαρξη ή μη νόμιμης αιτίας για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της αναιρεσίβλητης, καθόσον, ενώ δέχεται ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών που ήταν άκυρη, στη συνέχεια δέχεται ότι δεν υπήρχε τέτοια σύμβαση λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης κατά τη σύναψή της και ότι οι παροχές δεν καταβάλλονταν στον αναιρεσείοντα έναντι των υπηρεσιών του δυνάμει της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αλλά έναντι μερισμάτων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα : " Ο ενάγων, Κ. Γ. μαζί με τα δύο αδέρφια του, τον Δ. και τον Α., συνέστησαν δια του από 13-7-1971 ιδιωτικού συμφωνητικού ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.Γ.

ΟΕ - είδη .....", με σκοπό την "παραγωγή και πώληση ... ειδών και νάυλων εις σάκους παντός είδους και εις φύλλα", από την οποία το έτος 1981 με το με αριθμό 23242/24.3.1981 συμβόλαιο του άλλοτε Συμβολαιογράφου ..., Β.Μ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα, προήλθε, δια μετατροπής, η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που έχει τον ίδιο σκοπό με τον ΟΕ.

Από τις 6.5.1993 μετά από μεταβίβαση μετοχών από τον ενάγοντα στον αδερφό του Δ., Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, ο μεν ενάγων κατέχει το 49% των μετοχών της εναγόμενης, ο δε αδερφός του το υπόλοιπο 51% των μετοχών της. Ο ενάγων ήταν μέλος του ΔΣ της εταιρίας από το 1981 που ιδρύθηκε η άνω εταιρία μέχρι τις 30.6.2007, οπότε και παραιτήθηκε και έκτοτε έπαψε να μετέχει του Δ.Σ αυτής.

Καθ' όλη τη διάρκεια της συμμετοχής του στην εταιρία απασχολούνταν με την παρακολούθηση της παραγωγικής λειτουργίας της επιχείρησης στο πλαίσιο του ενδιαφέροντος ως βασικού μετόχου και ιδρυτή της εταιρίας. Τις υπηρεσίες του αυτές τις προσέφερε χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο, ενώ δεν είχε νομική εξάρτηση από τα όργανα της εναγομένης υπό την έννοια του ελέγχου κατά την άσκηση των καθηκόντων του και εποπτεία ως προς τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, συμμορφούμενος σε εντολές και οδηγίες του ΔΣ ή των άνω διευθυνόντων συμβούλων αυτής, ασκώντας στην πραγματικότητα εργοδοτικά καθήκοντα υπό την ιδιότητα αρχικά του μέλους του ΔΣ της εναγομένης και Προέδρου αυτού και στη συνέχεια ενός εκ των δύο μετόχων αυτής και συνιδιοκτήτη των πραγμάτων της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το από 7.8.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε από τους ως άνω μοναδικούς μετόχους της εναγομένης, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να απασχολείται πλήρως με τις εταιρικές υποθέσεις συνεισφέροντας στην επίτευξη των εταιρικών σκοπών χωρίς να έχει ο ίδιος ή μέλη της οικογένειάς του σχέση με ανταγωνιστικές επιχειρήσεις αντί μηνιαίας αμοιβής 2500 ευρώ, πλέον 200 ευρώ για έξοδα καυσίμων του ΙΧΕ αυτοκινήτου του και 550 ευρώ για ασφαλιστικές του εισφορές στο ΤΕΒΕ.

Έκτοτε η εναγομένη κατάβαλε στον ενάγοντα την ως άνω αμοιβή και έξοδα έως την 16.1.2009, από δε την 13.2.2009 λόγω των τεταμένων σχέσεων που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των άνω μετόχων, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, ενώ από τον Μάρτιο του 2007 έπαυσε να του καταβάλει και το ποσό των 550 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές του στο ΤΕΒΕ.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους είναι αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ήταν άκυρη διότι για την έγκυρη σύναψη τέτοιας συμβάσεως, εξερχόμενης σαφώς των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας, απαιτούνταν η ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, γεγονός που δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε.

Το ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο αναφέρεται ο ενάγων, δεν αποτελεί απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας και ο ισχυρισμός της ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό αποτελεί την απαιτούμενη προηγούμενη έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας για τη σύναψη οποιασδήποτε συμβάσεως με τον ενάγοντα τυγχάνει απορριπτέος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν κατέστη άνευ νομίμου αιτίας αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος του ενάγοντος από τη μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών (ΤΕΒΕ) σ' αυτόν, καθόσον αυτή αφενός δεν είχε σχετική υποχρέωση να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές αυτού αφού με βάση το άνω από 7-8-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων συμφώνησε με τον Δ.Γ.

ότι θα ελάμβανε για τις υπηρεσίες του που προσέφερε στην εταιρία το ποσό των 550 ευρώ για εισφορές προς το ΤΕΒΕ, και γι' αυτό άσκησε την υπό κρίση αγωγή αφού το άνω συμφωνητικό είναι μία ενοχική συμφωνία μεταξύ δύο φυσικών προσώπων, όπου κανείς τους δεν ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό της εταιρίας, αφετέρου αν συμβάλλονταν με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών με άλλο πρόσωπο δε θα του κατέβαλε ποσά ασφαλιστικών εισφορών.

Εξάλλου ο ενάγων δεν απέδειξε ότι κατά τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στην εταιρία, θα παρείχε σε άλλον εργοδότη τις υπηρεσίες του με έγκυρη σύμβαση και ότι θα εισέπραττε τα ως άνω ποσά και ότι αυτά τα ποσά είναι το διαφυγόν του κέρδος, καθόσον σε περίπτωση διαρκούς έννομης σχέσης (άκυρης σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών), ο αποδοτέος πλουτισμός συνίσταται στη δαπάνη που ο εργοδότης εξοικονόμησε, ίση με την αμοιβή που θα κατέβαλε για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών σε κάποιον άλλο ανεξάρτητο επαγγελματία, που θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες...

Και βέβαια σε κάθε περίπτωση αποδίδεται η αξία της εργασίας που παρασχέθηκε με βάση το ύψος της αμοιβής που συνηθίζεται να καταβάλλεται κάθε φορά στην αγορά εργασίας για όμοια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Τα άνω δε ποσά ο ενάγων τα εισέπραττε επειδή ήταν μέτοχος και όχι για τις υπηρεσίες που παρείχε στην εταιρία.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι τα ίδια ποσά λάμβανε και ο άλλος μέτοχος, Δ.ς Γ.ς, ως και ότι οποιοσδήποτε τρίτος προσλαμβάνονταν ως υπεύθυνος παραγωγής στην εταιρία θα λάμβανε τα ίδια ποσά πρέπει να απορριφθεί.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη εταιρία κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη με εξοικονόμηση δαπάνης ήτοι το ποσό των 14624,54 ευρώ που δεν κατέβαλε στον ίδιο ή στον ΟΑΕΕ από Φεβρουάριο του 2007 έως 14-2-2009 για τις ασφαλιστικές του εισφορές προς τον ΟΑΕΕ τυγχάνει απορριπτέος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 23α Ν. 2190/1920, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης ή μη νόμιμης αιτίας για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι με το από 7.8.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε από τους μοναδικούς μετόχους της αναιρεσίβλητης, ήτοι τον αναιρεσείοντα και τον αδελφό του Δ. Γ., ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να απασχολείται πλήρως με τις εταιρικές υποθέσεις, συνεισφέροντας στην επίτευξη των εταιρικών σκοπών, αντί μηνιαίας αμοιβής 2500 ευρώ, πλέον 200 ευρώ για έξοδα καυσίμων του ΙΧΕ αυτοκινήτου του και 550 ευρώ για ασφαλιστικές του εισφορές στο ΤΕΒΕ, ότι βάσει του συμφωνητικού αυτού η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα την ως άνω αμοιβή και έξοδα έως την 16.1.2009, ενώ από την 13.2.2009, λόγω των τεταμένων σχέσεων που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των άνω μετόχων, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος και από τον Μάρτιο του 2007 έπαυσε να του καταβάλει και το ποσό των 550 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές του στο ΤΕΒΕ και ότι από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους είναι αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία ήταν άκυρη, διότι για την έγκυρη σύναψη τέτοιας σύμβασης, εξερχομένης σαφώς των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης, απαιτείτο η ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, γεγονός που δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν δεσμεύεται από το άνω από 7.8.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, διότι αυτό είναι μία ενοχική συμφωνία μεταξύ δύο φυσικών προσώπων, όπου κανείς τους δεν ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό της εταιρίας. Ωστόσο, η παραδοχή αυτή, ήτοι ότι δεν υφίστατο κατά την υπογραφή του άνω συμφωνητικού νόμιμη εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης εταιρίας, έρχεται σε αντίφαση με την προαναφερθείσα παραδοχή περί της ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, πλην όμως άκυρης, λόγω της μη έγκρισής της από τη γενική συνέλευση της αναιρεσίβλητης.

Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε χωρίς αιτιολογία και σε αντίφαση με τις προηγηθείσες παραδοχές του ότι τα ως άνω ποσά της αμοιβής και των εξόδων του ο αναιρεσείων τα εισέπραττε από την αναιρεσίβλητη επειδή ήταν μέτοχος και όχι για τις υπηρεσίες που παρείχε σ' αυτήν. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης ή μη νόμιμης αιτίας για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της αναιρεσίβλητης σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 10647/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε απ' αυτόν.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ