Appeal dismissed because the contested first-instance judgment was not yet final due to a pending appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's distribution judgment. The appellant argued that the lower court's decision should be appealed, but the court found the judgment was not legally final because a second-instance appeal had already been filed by one of the parties. Consequently, the Supreme Court ruled that the appeal request was inadmissible as the underlying decision remained subject to review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 492 and 495 of the Code of Civil Procedure; A judgment is not final and executable if a timely appeal has been lodged, rendering any subsequent appeal against it inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 810 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 810/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2. Β. συζ. Μ. το γένος Γ. Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2010 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκε η απόφαση: 4062/2013 τελεσίδικη του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 9423Γ'/7-11-2017 και 1084/2-11-2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ν. Ι. Μ.-Κ. και της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Αθηνών Α. Β., αντίστοιχα, που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή τους κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (ΚΠολΔ 576 §§ 1 και 3).
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της δεύτερης αναιρεσίβλητης (δεύτερης καθής η κύρια παρέμβαση) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4062/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,κατά το μέρος της που, αφού συνεκδίκασε την από 9-3-2010 αγωγή διανομής του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης με την από 2-5-2012 κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως μη νόμιμη.
3. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία υπόκειται σε έφεση, δηλαδή είναι εκκλητή και όχι ανέκκλητη, γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, όπως, διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσας έφεσης, εφ' όσον στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκηση της εκ νέου (Ολ.
ΑΠ 473/83). Η προθεσμία δε της έφεσης στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, τρία έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα τρία έτη, οπότε αυτή, αφού πλέον δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, κατά τα παραπάνω, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά το άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, τρία έτη και αρχίζει, όπως ορίζει αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) έτη, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξι χρόνια (Ολ ΑΠ 1113/1986 ΑΠ 474/2016).Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που εκδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου, ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (Α.Π.1097/2014).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 § 1β' ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 285/2017,ΑΠ 241/2015, ΑΠ 764/09). 4.
Επειδή το άρθρο 491 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Στη δίκη διανομής προσεπικαλούνται υποχρεωτικά, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, όσοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσοι έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς" (παρ. 1) "Αν δεν έγινε η προσεπίκληση που αναφέρεται στην παρ. 1 το δικαστήριο με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως αναβάλλει τη συζήτηση και ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να προσεπικληθεί εκείνος που έχει δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας ή εκείνος που έχει επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση.
Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη" (παρ. 2). Η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε γιατί ο νομοθέτης, ενόψει των σοβαρών συνεπειών που επιφέρει η διανομή κοινού πράγματος, στο οποίο τρίτοι έχουν δικαιώματα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας ή έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στην ιδανική μερίδα ενός από τους συγκυρίους, θέλησε οι προαναφερόμενοι τρίτοι, όχι να λαμβάνουν απλώς γνώση της δίκης διανομής, αλλά και να συμμετέχουν υποχρεωτικώς σ` αυτή, αφού από την τελεσιδικία της σχετικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 492 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εισήγαγε νέα ρύθμιση, διαφορετική από εκείνη του ΑΚ (άρθρο 803), η υποθήκη ή το ενέχυρο περιορίζονται εφεξής μόνο στα μέρη που περιήλθαν στον οφειλέτη.
Ακόμη ο νόμος (άρθρο 492 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να εξασφαλίσει πληρέστερα τα συμφέροντα του εν λόγω υποχρεωτικώς προσεπικαλούμενου ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, του παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο που διατάζει τη διανομή να διατάξει υπέρ αυτού τα πρόσθετα εξασφαλιστικά μέτρα:
α) της συστάσεως υποθήκης ή ενεχύρου σε αντικείμενο που με τη διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη του, στα οποία δεν είχε συσταθεί υποθήκη ή ενέχυρο, και β) της εξοφλήσεως (εν όλω ή εν μέρει), ύστερα από αίτηση του ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, της ασφαλισμένης με την υποθήκη ή το ενέχυρο απαιτήσεώς του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της διανομής, με την καταβολή εκ μέρους κάποιου άλλου κοινωνού ολόκληρου ή μέρους του ποσού στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, προκειμένου έτσι να εξισωθούν οι μερίδες τους.
Με δεδομένα αυτά και το περαιτέρω γεγονός ότι η άσκηση της προσεπικλήσεως έχει, κατά το άρθρο 89 εδαφ. τελευταίο ΚΠολΔ, τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, ο ενυπόθηκος ή ενεχυρούχος δανειστής από την επίδοση σ` αυτόν της προσεπικλήσεως καθίσταται αναγκαίος ομόδικος των συγκυρίων ανάμεσα στους οποίους διεξάγεται η δίκη της διανομής του κοινού πράγματος, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.
Έτσι αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, έστω και αν δεν άσκησε παρέμβαση. (Ολ ΑΠ 20/1995).
5.Στην προκειμένη περίπτωση, από το με αριθμ.835/2018 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιά προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι η υπ' αριθ. 4062/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, (που αφορά σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου των αναιρεσιβλήτων στην οποία κατόπιν προσεπίκλησης άσκησε κύρια παρέμβαση η αναιρεσείουσα προσημειούχος δανείστρια, αναγκαία ομόδικος των αναιρεσιβλήτων διαδίκων) δημοσιεύτηκε στις 26-3-2013, δεν επιδόθηκε μεν στούς διαδίκους, όμως δεν κατέστη τελεσίδικη γιατί ασκήθηκε, ήδη κατ' αυτής το με αριθμ. κατάθ. …./..-..-2013 ένδικο μέσο της έφεσης από την δεύτερη αναιρεσίβλητη και συνεπώς, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, για το παραδεκτό της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ.495 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της 4062/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ