Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of inheritance claim due to insufficient reasoning on co-ownership issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Appellate Court's decision dismissing an inheritance lawsuit. The appellants argued the lower court failed to properly address whether they held co-ownership rights over the disputed properties. The Court found the appellate judgment lacked sufficient reasoning regarding these critical facts and procedural grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court's decision lacks sufficient reasoning on essential issues of co-ownership or inheritance rights, necessitating remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 810 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 810/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών-καθών η κλήση: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίες, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μανέα.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, κατοίκου ... και 6. Ψ6, κατοίκου ... . Οι 1ος, 2η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζάλα ενώ οι 4η, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 392/2001 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 28-7-2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1090/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 24-9-2007 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 16-3-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 3 Εισ. (3.1), 14 πανδ. (11.28), 20 πανδ (29.2), βασ. 17 (35.14), 7 Εισ. (2.19), 1 και 2 Εισ. (2.19), καθώς και (3.1), 14 πανδ. (38.16), 11 πανδ. (28.2), 3 Κωδ. (6.30), που, κατά τη διάταξη του άρθρου 92 Εισ.Ν.Α.Κ., εφαρμόζονται, εφόσον η κληρονομία έχει επαχθεί με το θάνατο του κληρονομουμένου πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, επί μεν των οικείων, δηλαδή των προσώπων που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του αποβιώσαντα κατά το χρόνο του θανάτου του, η κτήση της κληρονομίας τόσο από διαθήκη όσο και από κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου) γίνεται αυτοδικαίως από το νόμο χωρίς τη γνώση ή τη βούληση αυτών, επί δε εξωτικών, οι τελευταίοι, προκειμένου να αποκτήσουν την κληρονομία, πρέπει να δηλώσουν τη σχετική βούλησή τους, η οποία δήλωση, αποτελούσα την υπεισέλευση ή αποδοχή της κληρονομίας, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συνισταμένη σε κάθε πράξη η συμπεριφορά του καλουμένου στην κληρονομία, από την οποία φανερώνεται ο σκοπός του προς κτήση της τελευταίας.
Το ζήτημα δε αν πράξη ή συμπεριφορά του καλουμένου στην κληρονομία αποτελεί ή όχι ανάμιξη και συνεπώς εμφαίνει σιωπηρή δήλωση περί υπεισέλευσης σ' αυτή, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την εκτίμηση των περιστάσεων, η δε ως προς αυτό κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου. Προκειμένου, όμως περί κληρονομικής διαδοχής υπό την ισχύ του ΑΚ, ο κληρονόμος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711 και 1846 ΑΚ, αποκτά μεν αυτοδικαίως την κληρονομία με το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον όμως πρόκειται περί ακινήτου, απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1193, 1195 και 1198 ΑΚ, η δήλωση του κληρονόμου περί αποδοχής της κληρονομίας, προκύπτουσα από δημόσιο έγγραφο ή κληρονομητήριο και μεταγραφή τους.
Με την επαγωγή, δηλαδή της κληρονομίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1846, 1198 και 1199 ΑΚ, δεν επέρχεται αυτοδικαίως μεταβίβαση της κυριότητας στα ακίνητα της κληρονομίας, αλλά απαιτείται και μεταγραφή, η οποία, οποτεδήποτε και αν γίνει, ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή έχει αναδρομική ενέργεια.
Η τελευταία δεν συνεπάγεται πάντως και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων, τα οποία αποκτήθηκαν νόμιμα μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, όπως της κυριότητας που κτήθηκε με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί μέχρι το χρόνο της μεταγραφής. Εξάλλου, όπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις των ν. 7 Εισ. (2.19), ν. 17 παρ. 1, ν. 60, ν. 77, ν. 95 πανδ. (29.2), ν. 4 Κωδ. (6.31), Βασ. 52, 68, 86 (35.14), που, επίσης, εφαρμόζονται, σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 92 Εισ.Ν.ΑΚ, επί θανάτου του κληρονομουμένου επισυμβάντα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, η από την κληρονομία παραίτηση (αποποίηση) γίνεται πριν από κάθε ανάμιξη σ' αυτή, ως μονομερής δε δήλωση βούλησης, μη χρήζουσα αποδοχής και μη υποβαλλόμενη σε καμιά διατύπωση, μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά, που συνάγεται και συμπερασματικά από πράξεις του κληρονόμου, από τις οποίες σαφώς δηλώνεται ο σκοπός του προς απόκρουση της κληρονομίας.
Ενόψει δε του ότι η εν λόγω παραίτηση αποκλείει και καθιστά άκυρη τη μετά από αυτή αποδοχή, η έλλειψη δήλωσης του καλουμένου στην κληρονομία περί παραίτησής του απ' αυτή μπορεί να κριθεί μόνο ως προς το κύρος της αποδοχής και δεν ασκεί καμιά άλλη έννομη επιρροή. Σύμφωνα, επίσης, με τις διατάξεις των ν. 4 Κωδ. (6.31) και 5 Εισ. (2.19), η με ρητή δήλωση περί υπεισέλευσης ή σιωπηρή, με ανάμιξη στην κληρονομία, υπεισέλευση σ' αυτή, είναι οριστική και αμετάκλητη και επιφέρει την κτήση της κληρονομίας, η δε μετά την ανάμιξη παραίτηση από την κληρονομία, κατά το βασικό κανόνα του Β.Ρ.Δ. "ο άπαξ κληρονόμος εσαεί κληρονόμος", είναι απολύτως άκυρη και δεν επάγεται καμιά έννομη συνέπεια.
Κατά τις γενικές περί δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 156 και 158 ΑΚ, η απώλεια το δικαιώματος που οφείλεται στη βούληση του δικαιούχου, δηλαδή η διάθεση του δικαιώματος επέρχεται και με παραίτηση που μπορεί να δηλωθεί είτε ρητά είτε σιωπηρά με πράξεις εμφαίνουσες, με σαφήνεια και ανενδοίαστα, την προς αυτή βούληση του δικαιούχου.
Η αποποίηση της κληρονομίας ή μέρους αυτής, η οποία γίνεται από τον κληρονόμο πριν από την παρέλευση της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 1847 τετράμηνης προθεσμίας, δεν αποτελεί δωρεά, κατά το άρθρο 497 του ίδιου Κώδικα και, συνακόλουθα, εκποίηση της κληρονομίας, εφόσον το από την αποποίηση όφελος του τρίτου που οφείλεται απ' αυτή προσπορίζεται σ' αυτόν όχι από τη βούληση εκείνου που αποποιήθηκε, αλλά από το νόμο που ορίζει σε ποιον περιέρχεται η κληρονομία μετά την αποποίηση.
Η μετά την αποδοχή όμως της κληρονομίας, η οποία επέρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1850 εδάφ. β' του ΑΚ και με την πάροδο άπρακτης της τετράμηνης προθεσμίας της αποποίησης, παραίτηση απ' αυτή μπορεί να έχει την έννοια της εκποίησης της κληρονομίας, οπότε απαιτείται η τήρηση του συστατικού της εν λόγω παραίτησης τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1942 ΑΚ, τέτοια δε έννοια έχει προφανώς η συμφωνία με την οποία ο κληρονόμος παραιτείται από την κληρονομία έναντι του ωφελούμενου από την παραίτηση αυτή συγκληρονόμου του.
Κατά μεν τις διατάξεις, επίσης, των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ. 10 (35.14) του προϊσχύσαντος Β.Ρ.Δ. η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρη της κληρονομίας ισχύει για ολόκληρη την κληρονομία, της οποίας γίνεται αυτός συγκοινωνός με τους λοιπούς κληρονόμους, κατά δε τις διατάξεις των ν. 3 Κωδ. 7.34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3 του ίδιου πιο πάνω δικαίου, οι οποίες, κατά τα άρθρα 50 και 43 του Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων,που δημιουργήθηκε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και συνεχίζεται και μετά από αυτή, καθώς και τις αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή, ότι ο συγκοινωνός όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκοινωνούς, είτε ρητά, είτε με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό, περάσει δε από τη γνωστοποίηση αυτή η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής.
Η πιο πάνω αρχή προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας δικαιώματος, κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικά και μόνο στο δικό του όνομα, ως κύριος, εκείνος κατά του οποίου προτείνεται η σχετική ένσταση ή ο άμεσος δικαιοπάροχός του. Δεν απαιτείται, όμως, γνωστοποίηση, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός, ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα και ότι νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του και μόνο λογαριασμό, όπως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκοινωνών (Ολ.ΑΠ 485/1982).
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα : "Ο ΑΑ απεβίωσε αδιάθετος στα ...
στις 16.8.1929 κατείχε και ενέμετο μεταξύ άλλων και τα ακίνητα που περιγράφονται στην αγωγή, κληρονομήθηκε δε από τα οκτώ τέκνα του μεταξύ των οποίων τη γιαγιά των εναγουσών ΒΒ, η οποία απεβίωσε στις Η.Π.Α. (Καλιφόρνια) στις 27.10.1982. Η τελευταία με την από 20.9.1977 διαθήκη της που κατατέθηκε για δημοσίευση στις 14.12.1982 στον Κομητειακό Γραμματέα της Κόντρα, Κόστα καταχωρίστηκε στους φακέλους των αρχείων που τηρεί στις 10.11.1982 με αριθμό ...
και στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο ... και αριθμό 4, εγκατέστησε κληρονόμους τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες. Μεταξύ των τέκνων του ως άνω ΑΑ ήταν και ο ΓΓ, ο οποίος απεβίωσε στις 30.6.1948, τέκνα του οποίου είναι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι - και ήδη τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι - και ο ΔΔ που απεβίωσε το έτος 1989 και κατέλιπε κληρονόμους τη σύζυγό του Ψ4 τέταρτη εναγόμενη και τα τέκνα του Ψ5 και Ψ6 πέμπτο και έκτο των εναγομένων - και ήδη τέταρτη, πέμπτο και έκτο από τους αναιρεσιβλήτους -.
Τα τέκνα του ΑΑ, ..., ..., ..., ΕΕ και ... απεβίωσαν άγαμοι τα έτη 1953, 1960, 1963, 1971 και 1977 αντίστοιχα και βέβαια άνευ κληρονόμων, εκτός από την ΕΕ που κατέλιπε το σύζυγό της ... . Το τέκνο του ΑΑ, ΕΕ είχε εξέλθει δια διανομής το έτος 1948, της πατρικής κληρονομιάς συνταχθέντος του .../16.2.1948 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Αστ.
Σγουρού. Η δικαιοπάροχος των εναγουσών ΒΒ είχε σιωπηρώς παραιτηθεί του κληρονομικού της δικαιώματος υπέρ του αδελφού της ΓΓ, δικαιοπάροχοι του οποίου είναι όλοι οι εναγόμενοι, όπως έπραξαν όλα τα τέκνα του ΑΑ. Εδικότερα ο ως μάρτυρας εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου πατέρας των εναγουσών, ο οποίος κατέθεσε "τα επίδικα από το έτος 1929 μέχρι του θανάτου του το έτος 1948 καλλιεργούσε ο ΓΓ και μετά τα παιδιά του".
Τούτο βεβαιώνει και ο εκ των τέκνων του ΑΑ, ΣΤ και ο ..., συγγενής των διαδίκων αμφότεροι δικηγόροι στην .../1972 ένορκη βεβαίωση στο συμβολαιογράφο Αθηνών Ηλία Κοσπεντάρη για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων "ουδόλως υπεισήλθαν εις την κληρονομίαν του αποβιώσαντος εν έτει 1929 εν ... πατρός των ΑΑ, ουδέ επελήφθησαν ταύτης (τα προαναφερόμενα τέκνα του ..., ..., ..., ΒΒ, ..., ΕΕ, ΣΤ) αφήσαντες εν γνώσει των και εκουσίως να διακατέχει, νέμεται και κυριεύει ταύτην τον εκ των αδελφών των ΓΓ, κάτοικον ..., από τον θάνατον του πατρός των μέχρι του θανάτου του, επισυμβάντος εν έτει 1948, συνεχώς και αδιαλείπτως, όστις αδελφός των διακατείχεν και εκυρίευεν ταύτην, έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως, διάνοια κυρίου και καλή τη πίστει μέχρι, του θανάτου του, οπότε υπεισήλθαν εις την κληρονομίαν ταύτην, οι εξ αδιαιρέτου κληρονόμοι του, νεμόμενοι έκτοτε ταύτην με τα αυτά προνόμια, ήτοι η επιζώσα σύζυγός του ΖΖ και τα τέκνα του Ψ1, ΔΔ, Ψ2 και Ψ3".
Οι κληρονόμοι του ΓΓ βέβαιοι όντες για το ότι η πατρική περιουσία τους ανήκει διεχειρίζονταν αυτή ως κύριοι, αφού προηγουμένως αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατέρα τους με την .../1973 πράξη αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου Άστρους Κυριάκου Κουσκουνά που μετεγράφη νόμιμα. Μετά από αυτά οι ως άνω κληρονόμοι του ΓΓ επροίκισαν τη δεύτερη εναγόμενη με το οικόπεδο στη ...
εκτάσεως 300 τ.μ. και συνέταξαν το .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άστρους Κυριάκου Κουσκουνά, που μεταγράφηκε νόμιμα. Αργότερα το έτος 1974 συνέταξε η ως άνω προικολήπτρια σχέδια για να λάβει άδεια ανεγέρσεως οικοδομής από το Πολεοδομικό Γραφείο ... . Η ΒΒ, γιαγιά των εναγουσών, το έτος 1976 έστειλε επιστολή στην οποία αναφέρει ότι "από σήμερα κάνω πουλητήριο το μερίδιο μου από την πατρικήν μου περιουσίαν εις ...
και ... εις τον αγάπημένον μου ανηψιόν Ψ1" πρώτον εναγόμενο. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτη των εναγόμενων από του θανάτου του πατέρα τους ΓΓ 30.6.1948 νέμονται τα επίδικα ακίνητα εν γνώσει της δικαιοπαρόχου των εναγουσών. Η δικαιοπάροχος των εναγουσών, γνωρίζει τούτο και στην από 17.6.1976 επιστολή της δηλώνει ότι "κάνει πουλιτήριο" και ακολουθεί και δεύτερη από 29.6. 1976 που επιβεβαιώνει την προηγούμενη, προσθέτοντας ότι "με την ευγενικήν συμφωνία ότι όταν εις το μέλλον η αγαπημένη κόρη ΗΗ επισκευθεί τα ...
ή ... δι' ολίγο διάστημα να της παραχωρείτε μέρος ύπνου κ.λ.π.". Οι επιστολές αυτές δεν αμφισβητούνται προσκομίζονται και επικαλούνται από αμφότερους τους διαδίκους. Στην επιστολή δεν αναφέρεται τίμημα, ούτε αποδείχθηκε, ότι συνετάγη ποτέ συμβόλαιο, ενόψει και της παρακλήσεως που περιέχει η δεύτερη γίνεται σαφές ότι παραιτήθηκε του κληρονομικού της δικαιώματος και παραχωρήσεως τούτου στον πρώτο εφεσίβλητο γνωρίζοντας συγχρόνως, ότι οι εναγόμενοι εκμεταλλεύονται αυτή.
Ούτε αποδείχθηκε, ούτε οι ενάγουσες επικαλούνται ότι διαμαρτυρήθηκε ποτέ ή ότι εισέπραξε κάποτε οιοδήποτε αντάλλαγμα ως ενοίκιο από την εκμετάλλευση της περιουσίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες αποδέχθηκαν για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου των γιαγιάς ΒΒ (βλ. τη .../18.3.1996 δήλωση (συμπληρωματική) αποδοχής της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Κιμίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 28.3.1996), ενώ προηγουμένως είχαν αποδεχθεί οι ίδιες την καταληφθείσα, με την προαναφερθείσα διαθήκη της γιαγιάς των, περιουσία (βλ.
την .../13.4.1995 δήλωση αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Κιμίνου που μεταγράφηκε νόμιμα). Από όλα τα πιο πάνω αποδειχθέντα το δικαστήριο άγεται στην κρίση, ότι από του έτους 1948 τουλάχιστον οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχος των τριών υπολοίπων ΔΔ που απεβίωσε το έτος 1989 ασκούσαν πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων πιστεύοντας, ότι ουδενός την κυριότητα προσβάλλουν και ότι οι εν ζωή απομένοντες αδελφοί του πατέρα του είχαν παραιτηθεί ατύπως, όπως βεβαιώνει ο θείος τους ΣΤ υπέρ του πατέρα τους.
Η δικαιοπάροχος των εκκαλουσών είχε παραχωρήσει και επομένως παραιτηθεί του κληρονομικού της μεριδίου από την πατρική κληρονομία, γεγονός που επιβεβαιώνει και η ίδια στις προαναφερθείσες επιστολές της, από του έτους 1948 και εν πάση περιπτώσει από τις 17.6.1976. Από της ημερομηνίας αυτής μέχρι της εγέρσεως της αγωγής 30.12.1997 (βλ.
τις ..., ... και .../30.12.1997 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου ...) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών. Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ότι οι εναγόμενοι ασκούσαν πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών και δικό τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ορισμένη την ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσειουσών, αλλά απέρριψε την τελευταία ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, απορρίπτοντας περαιτέρω κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την εν λόγω αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής.
Ειδικότερα, δεν διευκρινίζει το Εφετείο, εάν τα επτά (7) τέκνα του θανόντα χωρίς διαθήκη ΑΑ (απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων) -..., ..., ..., ΒΒ, ..., ΕΕ, ΣΤ- ήταν ανήλικα και άγαμα κατά το χρόνο του θανάτου του (16-8-1929), δηλαδή τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία ((sui) ή εξωτικοί, ώστε να κριθεί, εάν τα εν λόγω τέκνα μπορούσαν νόμιμα να παραιτηθούν σιωπηρά από την πατρική κληρονομία μετά την επαγωγή της σ' αυτά (16-8-1929), αφού, ως sui μεν, απέκτησαν το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους δικαίωμα αυτοδικαίως από το νόμο, χωρίς τη γνώση ή τη βούλησή τους, από το οποίο δεν μπορούσαν μεταγενέστερα να παραιτηθούν, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, ως εξωτικοί δε, δεν υπεισήλθαν ποτέ στην πατρική περιουσία με ανάμιξή τους στην τελευταία, δυνάμενοι, ακολούθως, να παραιτηθούν από κάθε κληρονομικό τους δικαίωμα υπέρ του συγκληρονόμου αδελφού τους ΓΓ.
Το Εφετείο, επίσης, ενώ δέχεται, ότι τα πιο πάνω επτά τέκνα του ΑΑ δεν υπεισήλθαν στην κληρονομία του, ούτε επιλήφθηκαν αυτής "αφήσαντες εν γνώσει των και εκουσίως να διακατέχει, νέμεται και κυριεύσει ταύτην τον εκ των αδελφών των ΓΓ ... από τον θάνατον του πατρός των μέχρι του θανάτου του, επισυμβάντος εν έτει 1948, συνεχώς και αδιαλείπτως ...", δηλαδή δέχεται, ότι τα τέκνα αυτά σιωπηρά παραιτήθηκαν από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους μερίδιο στην πατρική κληρονομία, παραίτησή τους ενέχουσα ισχυρή και οριστική αποποίηση από μέρους τους της επίμαχης κληρονομίας, ανεπίδεκτη κατά νόμο ανάκλησης, περαιτέρω, εντελώς αντιφατικά, δέχεται, ότι το τέκνο μεν ΕΕ εξήλθε της πατρικής κληρονομίας μετά από διανομή της τελευταίας με βάση το .../16-2-1948 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Αστ.
Σγουρού, το τέκνο δε ΒΒ (άμεση δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών γιαγιά τους), με την από 17-6-1976 επιστολή της (απευθυνόμενη σε ποιόν ή ποιούς;) δηλώνει "ότι από σήμερα κάνει πουλητήριο" των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το ανήκον στην ίδια εξ αδιαιρέτου κληρονομικό της μερίδιο στον ανηψιό της Ψ1 (πρωτο αναιρεσίβλητο).
Εξάλλου, το Εφετείο δεν μνημονεύει, ότι το προμνημονευόμενο διανεμητήριο συμβόλαιο μεταγράφηκε νόμιμα, ώστε να κριθεί, εάν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ΑΚ, η ΕΕ, μεταβίβασε νόμιμα το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο σε όλα τα ακίνητα της κληρονομίας και σε ποιον, μεταξύ ποίων συντάχθηκε το εν λόγω συμβόλαιο και εάν σ' αυτό συμμετείχε ο ΓΓ, άμεσος και απώτερος, αντίστοιχα, δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος πέθανε λίγους μήνες μετά, δηλαδή στις 30-6-1948.
Δέχεται, επίσης, το Εφετείο, ότι η άμεση δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών ΒΒ παραιτήθηκε σιωπηρά από την πατρική περιουσία πριν από την επαγωγή της σ' αυτή στις 16-8-1929 υπέρ του συγκληρονόμου αδελφού της ΓΓ, περαιτέρω δε ευτελώς αντιφατικά δέχεται, ότι η ίδια παραιτήθηκε ρητά από το έτος 1948 υπέρ οπωσδήποτε του πιο πάνω συγκληρονόμου αδελφού της, σε κάθε δε περίπτωση από τις 17-6-1976 (ημερομηνία σύνταξης της αμέσως πιο πάνω επιστολής της) υπέρ του ανηψιού της Ψ1 (πρώτου αναιρεσιβλήτου), οπότε παραχώρησε άτυπα το εξ αδιαιρέτου μερίδιό της στην κληρονομιαία πατρική περιουσία, το οποίο, με την προαναφερόμενη επιστολή της, φέρεται ότι τότε της ανήκε - και το οποίο, παρά τη διανομή της εν λόγω περιουσίας του έτους 1948, δεν προσδιορίζεται, - στον τελευταίο.
Τέλος το Εφετείο, μολονότι δέχεται, ότι ο ΓΓ νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα "σε γνώση και εκουσίως" των συγκληρονόμων αδελφών του από το χρόνο θανάτου του πατέρα του (16-8-1929) και μέχρι τον επισυμβάντα, χωρίς διαθήκη, θάνατό του, στις 30-6-1948, εφεξής δε νεμήθηκαν τα πιο πάνω ακίνητα οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, σύζυγός του ΖΖ και τέκνα του Ψ1, ΔΔ, Ψ2 και Ψ3, αντίστοιχα, με τα ίδια πιο πάνω προσόντα, ότι οι εναγόμενοι, - δηλαδή, τα τέκνα του Ψ1, Ψ2 και Ψ3 (τρεις πρώτοι απ' ατούς και ήδη τρεις πρώτοι αναιρεσιβλητοι), καθώς και η Ψ4 και οι Ψ5 και Ψ6, κληρονόμοι του θανόντα το έτος 1989 γιου του ΔΔ και ήδη τρεις τελευταίοι αναιρεσίβλητοι- εκμεταλλεύονταν μέχρι τις 17-6-1976, σε γνώση της ΒΒ, τα ακίνητα αυτά και, τέλος, ότι οι ίδιοι δεν ασκούσαν πράξεις νομής στα εν λόγω ακίνητα για λογαριασμό της άμεσης δικαιοπαρόχου των αντιδίκων τους και δικό τους από τις 17-6-1976 και εφεξής μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (στις 30-12-1997), δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, δεν διευκρινίζει, εάν απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπό κρίση αγωγή, γιατί δεν αποδείχθηκε, ότι η άμεση δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών υπήρξε συγκύρια των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων με παράγωγο τρόπο (κληρονομία) ή πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) ή κατά παραδοχή της ένστασης ίδιας συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία.
Οι συναφείς, επομένως, πρώτος, κατ' ορθή εκτίμησή του, τρίτος, πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι βάσιμοι και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 392/2001 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ