Legislator Case Law & Legislation
810/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal withdrawal and remands case due to procedural irregularity in labor contract classification.

Case Number 810/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The appellant withdrew their appeal regarding the dismissal of 164 employees, but the Court rejected this withdrawal as it was made after the debate had commenced. The Court found the lower court erred in classifying indefinite-term employment contracts as fixed-term ones to circumvent termination laws. Consequently, the Court annulled the second-instance judgment and remanded the case for retrial with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure: A withdrawal of an appeal must be made before the debate begins; if made subsequently, it is invalid, and the appeal stands.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal procedural timing labor contract classification indefinite term employment remand for retrial circumvention of law judicial panel composition

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 24 and 24a of the General Telecommunications Law
Article 8 of Law 2112/1920
Article 21 of Law 2190/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 810 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Λ.Κ.

Αριθμός 810/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού. Των αναιρεσιβλήτων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση:αναφέρονται 164 αναιρεσίβλητοι. Οι 42η και 139η αναιρεσίβλητες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος εκπροσώπησε και τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πλην των 17ης, 67ης, 108ης, 113ης και 157ης, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του προσθέτως - παρεμβαίνοντος: Σωματείου με την επωνυμία ".....", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Περπατάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-3-2000 και 15-6-2000 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την ενώπιον του ακροατηρίου προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Σωματείου ".......". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1346/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 6886/2004 και 5498/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 28-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την 67η αναιρεσίβλητη ψ67 και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψη της αιτήσεως και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει με προφορική δήλωση, πριν αρχίσει η συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ψ67 δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναιρέσεως. Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη και συνεπάγεται την κατάργηση της δίκης ως προς την άνω αναιρεσίβλητη και η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ.-

Από τις με επίκληση προσκομιζόμενες ....., ....., ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., ..... και ....., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 2.6.2007 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την 23.1.2007, με κλήση προς συζήτηση, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες, 17η, 67η, 108η, 113η, 157η, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν παρούσες, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτές (άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 24 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, προκύπτει, ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται δια συμβάσεως ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24α του ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την 95917/1989 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εργασίας και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β της 9.10.1989), από την οποία προκύπτει, ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την εκτέλεση έργου οιουδήποτε κλάδου ή ειδικότητας με σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 1), ότι ειδικά για την εκτέλεση έργου των λοιπών κλάδων και ειδικοτήτων (πλην των κλάδων Διοικητικού - Εκμεταλλεύσεως Οικονομικού και Τεχνικού) και για την εκτέλεση ειδικού έργου των εξαιρουμένων κλάδων, εφόσον πρόκειται για κάλυψη πρόσκαιρων ή εποχιακών αναγκών, επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 3).

Για το προσωπικό αυτό, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται και οι διατάξεις της εκτός του κανονισμού κείμενης νομοθεσίας (παρ. 5), ως τέτοια δε νοείται η νομοθεσία η σχετική με τις προσλήψεις που διέπει τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1286/1982, που τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 14 του ν. 2190/1994, στον οποίο υπάγεται και ο ΟΤΕ, η οποία περιλαμβάνεται στον ν. 1735/1987 "προσλήψεις στο δημόσιο τομέα κλπ".

Ειδικότερα το άρθρο 21 του ν. 2190/1994 ορίζει "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το κατά ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).

Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος καθ' άρθρο 259 ΑΚ. 'Αρα, αφού οι συμβάσεις του προσωπικού, που προσλαμβάνονται στο δημόσιο τομέα για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, στο οποίο περιλαμβάνεται και το έκτακτο προσωπικό του ΟΤΕ, (άρθρα 24 και 24α του ΓΚΠ-ΟΤΕ) που προσλήφθηκε μετά την ισχύ των ν. 1735/1987 και 2190/1994, είναι πάντοτε ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή του νόμου, δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 ν. 2112/1920, που προβλέπει ότι σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως για καταστρατήγηση των διατάξεών του, ούτε μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Εξάλλου, σύμφωνα με την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, τα κράτη - μέλη όφειλαν μέχρι στις 10.7.2001 να προσαρμόσουν τις Εθνικές νομοθεσίες τους με τη ρήτρα 5 της οδηγίας, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Η παραπάνω Οδηγία δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτής, λόγω μη έγκαιρης μεταγραφής της στην εθνική έννομη τάξη μέχρι 10.7.2001 και σε κάθε περίπτωση μέχρι 10.7.2002, αφού ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από 19.7.2004.

Ενόψει της προσαρμογής, κατά τα προεκτεθέντα, της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου σε αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 δεν έχει εφαρμογή κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής, κατά το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά και μετά την έναρξη της ισχύος του (ολ ΑΠ 20/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητες - ενάγουσες εκθέτουν στην αγωγή τους ότι προσλήφθηκαν από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος με συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας, που καταρτίστηκαν τα έτη 1981, 1982, 1984, 1985, 1989, 1991, 1992, 1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998 και 1999 και ανανεώνονταν, καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο οποίος έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι μεταξύ αυτών και του αναιρεσείοντος υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής τους και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής :

Οι αναιρεσίβλητες προσλήφθηκαν από τον αναιρεσείοντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους η μεν ψ153 στην μηχανογράφηση, και οι λοιποί ως προσωπικό τηλεφωνικής ανταπόκρισης. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο οποίος από 31.12.1999 μέχρι 9.2.2000 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Οι αναιρεσίβλητες απασχολούνταν 3 1/2 ώρες ημερησίως με συγκεκριμένο ωράριο και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Οι συμβάσεις τους χαρακτηρίζονται από τον αναιρεσείοντα ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, πλην όμως ο οποιοσδήποτε νομικός χαρακτηρισμός δεν δεσμεύει το δικαστήριο.

Συνακόλουθα οι σχέσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων είχαν εξ αρχής τα χαρακτηριστικά συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου. Οι διαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονται από τον αναιρεσείοντα ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογούνται από λόγους αντικειμενικούς και έγιναν καταχρηστικά, προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι η ορισμένη διάρκεια των επίμαχων συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας, ούτε επιβάλλονταν από τις συνθήκες και τις ανάγκες λειτουργίας του αναιρεσείοντος.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε αντίθετα, δέχθηκε την αγωγή και ανεγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητες συνδέονται με τον αναιρεσείοντα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Κρίνοντας έτσι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 και 24α του ΓΚΠ-ΟΤΕ, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 21 του ν. 2190/1994.

Και τούτο, διότι, αφού οι επίδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν υποχρεωτικώς από το νόμο ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας και απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό αυτών σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Περαιτέρω η 1999/70/ΕΚ Οδηγία δεν ήταν εφαρμόσιμη, ως μη έχουσα κατά τα προεκτεθέντα άμεση ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη, ούτε επίσης είχε εφαρμογή το Π.Δ. 164/2004, αφού, κατά το άρθρο 11 της μεταβατικής του διάταξης, οι επίδικες συμβάσεις δεν ήταν ενεργείς κατά την έναρξη της ισχύος του.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη μεταξύ της ψ67 και της αναιρεσείουσας.

Αναιρεί την 5498/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ