Supreme Court allows appeal against appeal dismissal due to statute of limitations error in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's dismissal of his labor claim. The appellant argued the claim was time-barred under a five-year statute, while the lower court incorrectly applied it to a breach of contract case. The Court found the lower court erred by misclassifying the claim as tortious rather than contractual, which would have triggered a twenty-year limitation period instead.
Legislator headnote
AI generatedArticles 937(1) and 249 of the Civil Code; The court must apply the correct limitation period based on whether a claim is contractual or tortious, and an error in this classification invalidates the dismissal if the wrong period has expired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 810 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 810/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6545/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 15-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 247 του ΑΚ, η παραγραφή χωρεί επί αξιώσεων και συνεπώς η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν επιδιώκεται αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή.
Αν όμως παραγράφηκε η αξίωση, την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει τέτοιου είδους αγωγή, λείπει πλέον το για την άσκηση αυτής έννομο συμφέρον και έτσι αυτή καθίσταται απορριπτέα εξαιτίας του λόγου τούτου (ΑΠ 275/1983). Περαιτέρω, με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄1274/25-10-1973 με την 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ.
Με το άρθρο 2 αυτού το προσωπικό διακρίνεται σε τακτικό, που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού, και στο έκτακτο, που είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης. Το άρθρο 4 του Κανονισμού ορίζει ότι το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ορισμένος αριθμός οργανικών θέσεων, κάθε δε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο σε πλήρωση οργανικής θέσεως.
Στο άρθρο 5 παρ. 1, 2, 3 ορίζεται, ότι ουδείς προσλαμβάνεται απευθείας ως τακτικός, ότι η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που μπορεί να ανανεωθεί μέχρι συμπληρώσεως χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό και ότι η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατωτέρας βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του Διοικητή μετά από πρόταση της Ιεραρχίας.
Κατά το άρθρ. 6 του Κανονισμού ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος υπηρεσίας μισθωτού ως εκτάκτου θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο, ο οποίος απαιτείται κατά το άρθρο 22 του Κανονισμού, για την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ως διανυθείς στο μισθολογικό κλιμάκιο της εντάξεως.
Εξάλλου, με την από 5-10-1989 ειδική ΣΣΕ της ΔΕΗ και δη με το άρθρο 9 παρ. 1 αυτής ορίστηκε, ότι "ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που διανύθηκε στην επιχείρηση οποτεδήποτε και με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης εργασίας (συνεχούς ή διακοπτόμενης) προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο.
Δεν προσμετράται ο κατά τα άνω χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στις περιπτώσεις λύσης της σύμβασης εργασίας λόγω αδικαιολόγητης απουσίας, επιβολής ποινής απολύσεως για πειθαρχικά παραπτώματα ή τρίτης στασιμότητας". Επίσης, με την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 9 ορίστηκε ότι "η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους τακτικούς κατά την 1-1-1986 μισθωτούς θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου (μ.κ.) που κατείχαν κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθέμενης αναλόγως και της ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία εν τω μεταξύ έχουν προαχθεί, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των άρθρων 4, 22 και 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ.....
Οι ως άνω υπηρεσιακές μεταβολές θα γίνουν με πράξη του Διευθυντή Προσωπικού, οι δε προκύπτουσες από αυτές οικονομικές συνέπειες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ανατρέξουν σε χρόνο πριν από την 1-1-1986". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι καθιερώθηκε υποχρέωση της ΔΕΗ να προσμετρά για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη των μισθωτών της, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό, τον προ της εντάξεώς τους πραγματικό χρόνο υπηρεσίας τους στην επιχείρησή της, με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης εργασίας και αν διανύθηκε, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, οπότε αποκλείεται η εκ νέου προσμέτρηση, και δεν συντρέχει κάποιος από τους αναφερόμενους λόγους μη συνυπολογισμού, χωρίς να τίθεται καμία άλλη προϋπόθεση.
Εντεύθεν, θεμελιώνεται ενοχικό δικαίωμα του μισθωτού, που πηγάζει από την ανωτέρω ΕΣΣΕ και τον ΚΚΠ/ΔΕΗ για την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας του και αντίστοιχη ενοχική υποχρέωση της ΔΕΗ, η μη εκπλήρωση της οποίας συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 249 του ΑΚ καθιερώνεται ο κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ ορίζεται, ότι όταν η αξίωση προέρχεται από αδικοπραξία, ο χρόνος παραγραφής της είναι πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, και σε κάθε περίπτωση εικοσαετία από την πράξη.
Με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ ", η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 227/1990) έγινε ανακλιμάκωση των μισθολογικών κλιμακίων εξελίξεως του προσωπικού της αναιρεσίβλητης (βλ. σχ. ΑΠ 1648/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι με την ένδικη από 9-3-1999 αγωγή του ο αναιρεσείων εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη από 25-4-1970 στην κατηγορία Ι5 του προϊσχύσαντος Κανονισμού της και τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδεύσεως και Επιμ/σεως Προσωπικού με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 14, απασχοληθείς ως διοικητικός υπάλληλος στη Γραμματεία της Ταχύρυθμης Σχολής Εκπαίδευσης/ΔΕΗ Αθήνας, ότι στις 8-6-1972 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό στην κατηγορία Ι5 του προϊσχύσαντος Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού παραμένοντας στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο 14, δεδομένου ότι αυτό ήταν το εισαγωγικό και καταληκτικό κλιμάκιο της κατηγορίας αυτής, ότι, μετά την ισχύ από 31-12-1973 του νέου Κανονισμού εντάχθηκε στην κατηγορία ΓΥ3 (αντίστοιχη της Ι5) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 13 (εισαγωγικό και καταληκτικό αυτής) ακολούθως δε την 1-1-1974 μετατάχθηκε στην κατηγορία Δ02 - Λοιποί Διοικητικοοικονομικοί - και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 και ότι έκτοτε προαγόταν μισθολογικά ανά 3ετία και ειδικότερα στο μ.
κ. 11 από 1-11977, στο μ.κ. 10 από 1-1-1980, στο μ.κ. 9 από 1-1-1983, στο μ.κ. 8 από 1-1-1996, στο μ.κ. 7 από 1-1-1989, στο μ.κ. 5 από 1-10-1991 (ολοκλήρωση της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ), στο μ.κ. 4 από 1-1-1992, στο μ.κ. 3 από 1-1-1995 και το μ.κ. 2 από 1.1.1998, χωρίς όμως, κατά παράβαση του άρθρου 45 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και του άρθρου 9 παρ. 1 της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ μεταξύ ΔΕΗ και ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, να υπολογιστεί ο χρόνος προϋπηρεσίας του από 24-4-1970 έως 31-12-1973, δηλαδή τόσο αυτός που διανύθηκε στη Γραμματεία της -ταχύρυθμης σχολής εκπαίδευσης ΔΕΗ, όσο και αυτός που διανύθηκε στο μισθολογικό κλιμάκιο 14, με αποτέλεσμα η ένταξη του στα παραπάνω μισθολογικά κλιμάκια να είναι παράνομη και καταχρηστική.
Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων ζήτησε με την προαναφερόμενη αγωγή του: α) να αναγνωριστεί το δικαίωμά του και η αντίστοιχη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τον εντάξει στο μ.κ. 7 από 8-12-1985 με ημερομηνία χορήγησης του μ.κ. 6 από 8-12-1988, του μ.κ. 4 (κατ' εφαρμογή της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ) από 1-10-1991, του μ.κ. 3 από 8-12-1991, του μ.κ. 2 από 8-12-1994 και του μ.κ. 1 από 8-12-1997, προσμετρώντας την τριετή προ της εντάξεώς του στο νέο ΚΚΠΙΔΕΗ προϋπηρεσία του ως υπαλλήλου κατηγορίας ΔΟ2, άλλως και επικουρικά να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να προσμετρήσει τον ως άνω χρόνο προϋπηρεσίας του με μετάθεση είτε της ημερομηνίας πρώτης μετά την ένταξη προαγωγής του, είτε της ημερομηνίας μελλοντικής του κρίσης κατ' άρθρο 9 της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ (μ.κ. 7 από 1-1-1986, μ.κ. 6 από 8-12-1988, μ.κ. 4 (κατ' εφαρμογή της από 28-21990 ΕΣΣΕ) από 1-10-1991, μ.κ. 3 από 8-12-1991, μ.κ. 2 από 8-12-1994 και μ.κ. 1 από 8-12-1997), άλλως και όλως επικουρικά να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να προσμετρήσει τον χρόνο προϋπηρεσίας του κατά τη χορήγηση των επόμενων μισθολογικών κλιμακίων, δηλαδή την αντίστοιχη σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 περ.
β εδ. 4 του ΚΚΠΙΔΕΗ και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει τις διαφορές των αποδοχών του, που από 1-1-1986 θα είχε εισπράξει αν αυτή δεν είχε τελέσει σε βάρος του την ως άνω παράλειψη. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος έχουν ως αντικείμενο αποζημίωση από αδικοπραξία (παρανομία των οργάνων της ΔΕΗ).
Η αδικοπραξία όμως αυτή έλαβε χώρα το αργότερο στις 5-101989, τότε δηλαδή που άρχισε να ισχύει η από 5-10-1989 ΕΣΣΕ, οπότε ο αναιρεσείων έλαβε γνώση του υποχρέου (αναιρεσίβλητης) σε αποζημίωση και άρχισαν να αναδίδονται οι πρώτες επιζήμιες συνέπειες (με τη μη καταβολή των μισθολογικών διαφορών μεταξύ του κλιμακίου στο οποίο είχε ενταχθεί και εκείνου στο οποίο διεκδικεί να προωθηθεί), που εξακολούθησαν (ως συνέπειες των αρχικών) και στο μέλλον (κατά τις επόμενες δηλαδή μισθολογικές προαγωγές) και τις οποίες, ως μέλλουσες κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επακολουθήσουν, μπορούσε ήδη από τότε (5-10-1989) να τις προβλέψει και να επιδιώξει έκτοτε δικαστικώς την αποκατάσταση της από αυτές μελλοντικής του ζημίας.
Επομένως, οι ένδικες μισθολογικές αξιώσεις, τις οποίες προπαρασκευάζει η ως άνω αναγνωριστική αγωγή, υπέκυψαν στην 5ετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ αφού η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 4-6-1999, δηλαδή μετά πάροδο χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της 5ετίας, με αποτέλεσμα η αγωγή του αναιρεσείοντος, ως αναγνωριστική, να ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον, ακριβώς διότι οι αξιώσεις τις οποίες προπαρασκευάζει έχουν ήδη παραγραφεί.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθ. 527/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι επικύρωσε την τελευταία απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ως άνω ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, ως έχουσα ασκηθεί, ως αναγνωριστική, χωρίς έννομο συμφέρον, επειδή οι αξιώσεις τις οποίες προπαρασκεύαζε είχαν ήδη παραγραφεί.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχτεί ότι η ως άνω επίδικη αξίωση του αναιρεσείοντος έχει ως αντικείμενο αποζημίωση από αδικοπραξία (παρανομία των οργάνων της αναιρεσίβλητης) και ως τέτοια υποπέσεις την παραπάνω πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, παραβίασε τόσο την τελευταία διάταξη (με το να μην εφαρμόσει, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα), όσο και εκείνη του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα (με το να μην την εφαρμόσει, παρά το ότι ήταν εφαρμοστέα).
Και αυτό, γιατί η επίδικη αξίωση του αναιρεσείοντος (που δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες μισθολογικές και οικονομικές διαφορές) δεν στηρίζεται, σύμφωνα με τα παραπάνω, σε αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσίβλητης ΔΕΗ ΑΕ (άρθρα 281, 298, 914 ΑΚ), αλλά αποκλειστικά και μόνο σε αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως της τελευταίας, στηριζόμενης στις διατάξεις της ανωτέρω από 5-10-1989 Ε.Σ.Σ.Ε.
και του ισχύ νόμου έχοντος ΚΚΠ/ΔΕΗ και ως εκ τούτου υπόκειται όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, αλλά στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα, ο χρόνος της οποίας, ενόψει του ότι αφετηρία της είναι ο χρόνος ενάρξεως της ισχύος της προαναφερόμενης Ε.Σ.Σ.Ε. (5-10-1989), δεν διέρρευσε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβιάσεως των περί παραγραφής διατάξεων των άρθρων 937 παρ. 1 και 249 του ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 6545/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ