Bankruptcy appeal upheld; court ruled cash deficit coverage 2007-2017 illegal under law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the National Bank of Greece's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellants argued for coverage of cash deficits, but the court found this coverage for the years 2007-2017 was prohibited by law. Consequently, the appeal was upheld regarding these specific grounds, while the case was remanded for further proceedings on other issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 179, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must uphold an appeal when the lower court's decision violates mandatory legal prohibitions regarding the coverage of cash deficits in bankruptcy proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 80 / 2026 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 80 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων της Νικολάου Σακκαλή και Γεωργίου Θεοδόση και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Α. του Α. , κατοίκου ... , 2) Α. Κ. του Ι. , κατοίκου ... , 3) Α. Α. του Γ. , κατοίκου ... , 4) Α. Μ. του Α. , κατοίκου ..., λόγω θανάτου του συζύγου της Α. Α. από .../2015, 5) Α. Μ. του Σ. , κατοίκου ... , 6) Α. Ε. του Γ. , κατοίκου ... , 7) Α. Γ. του Σ. , κατοίκου ... , 8) Β. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , 9) Β. Γ. του Ε. , κατοίκου ... , 10) Γ. Κ. του Η. , κατοίκου ... , 11) Γ.
Ε. του Γ. , κατοίκου ... , 12) Γ. Π. του Β. , κατοίκου ... , 13) Γ. Ε. του Α. , κατοίκου ... , 14) Γ. Μ. του Χ. , κατοίκου ... , λόγω θανάτου του συζύγου της Σ. Γ. , από .../2016, 15) Γ. Ε. του Σ. , κατοίκου ... , λόγω θανάτου του συζύγου της Γ. Γ. , από .../2006 , 16) Δ. Α. του Σ. , κατοίκου ... , 17) Δ. Σ. του Ι. , κατοίκου ... , 18) Δ. Φ. του Ν. , κατοίκου ... , 19) Ζ. Ι. του Δ. , κατοίκου ... , 20) Κ.-Μ.
Α. του Κ. , κατοίκου ... , 21) Κ. Α. του Β. , κατοίκου ... , 22) Κ. Ε. του Γ. , κατοίκου ... , 23) Κ. Θ. του Δ. , κατοίκου ... , 24) Κ. Κ. του Δ. , κατοίκου ... , 25) Κ. Μ. του Σ. , κατοίκου ... , 26) Κ. Δ. του Κ. , κατοίκου ... , 27) Κ. Σ. του Γ. , κατοίκου ... , 28) Κ. Ν. του Κ. , κατοίκου ... , 29) Κ. Β. του Ι. , κατοίκου ... , 30) Κ. Λ. του Χ. , κατοίκου ... , λόγω θανάτου του συζύγου της Κ.
Μ. από .../2010 , 31) Λ. Δ. του Λ. , κατοίκου ... , 32) Μ. Σ. του Γ. , κατοίκου ... , 33) Μ. Π. του Ν. , κατοίκου ... , 34) Π. Χ. του Κ. , κατοίκου ... , 35) Π. Ε. του Θ. , κατοίκου ... , 36) Π. Ζ. του Κ. , κατοίκου ... , 37) Π. Ν. του Ι. , κατοίκου ... , 38) Ρ. Τ. του Ν. , κατοίκου ... , 39) Σ. Σ. του Π. , κατοίκου ... , λόγω θανάτου του συζύγου της Σ. Μ. από ...2004, 40) Σ. Μ. του Σ. , κατοίκου ... , 41) Σ.
Σ.-Δ. του Π. , κατοίκου ... , 42) Σ. Α. του Μ. , κατοίκου ... , 43) Σ. Π. του Ν. , κατοίκου ... , 44) Τ. Σ. του Δ. , κατοίκου ... , 45) Τ. Δ. του Θ. , κατοίκου ... , 46) Τ. Σ. του Α. , κατοίκου ... , 47) Τ. Α. του Η. , κατοίκου ... , 48) Τ. Μ. του Γ. , κατοίκου ... , λόγω θανάτου του συζύγου της Τ. Ν. από .../1993, 49) Τ. Α. του Α. , κατοίκου ... , 50) Φ. Θ. του Γ. , κατοίκου ... , 51) Χ.
Β. του Σ. , κατοίκου ... , 52) Χ. Λ. του Χ. , κατοίκου ... , 53) Σ. Μ. του Π. , κατοίκου ..., λόγω θανάτου του συζύγου της Σ. Κ. , από .../2007, εκ των οποίων οι με α/α 1η, 3η, 6η, 9ος, 12ος, 13η, 14η, 16η, 18η, 28ος, 34ος, 35η, 37ος, 38η, 46η, 47ος, 53η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κυριακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 243/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 353/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2022 αίτησή της.
Με την 152/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτήν κανονικά (όπως με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε με τον τύπο που ο νόμος ορίζει), το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αν τη συζήτηση έχει επισπεύσει εγκύρως ο διάδικος που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τον άλλο διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, καθώς επί απλής ομοδικίας, κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1280/2025, 42...024, 814/2023).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1280/2025, 427/2024, 1642/2023, 33/2023, 80/2022).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς τη συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, προκειμένου δε περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγησή της συνεπάγεται τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 101/2025, 873/2021, 954/2020, 676/2020, 711/2019, 356/2019).
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι εάν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 720/2025).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 720/2025, 1775/2024, 456/2024, 1691/2022, 518/2021).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Η επαναλαμβανόμενη, κατά το ανωτέρω άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1280/2025, 818/2024, 572/2024, 197/2024, 1699/2023). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1280/2025, 818/2024, 572/2024, 197/2024). Εάν, όμως, ο διάδικος δεν είχε παραστεί στην αρχική συζήτηση και δεν παρίσταται και στην επαναλαμβανόμενη, δικάζεται ερήμην (ΑΠ 818/2024) και η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, υπό την προϋπόθεση ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση αυτού ή επίσπευσε ο ίδιος εγκύρως τη συζήτηση, άλλως αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1699/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 10.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022, αίτηση αναίρεσης της (ηττηθείσας στην κατ' έφεση δίκη) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας κατά των πενήντα τριών (53) σε αριθμό αναιρεσιβλήτων προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, 353/24.01.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης εισήχθη για συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19ης.09.2023 με επίσπευση όλων των αναιρεσιβλήτων. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ...2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ. , κατόπιν έγγραφης εντολής του δικηγόρου Ιωάννη Κυριακόπουλου (που είχε εκπροσωπήσει όλους τους αναιρεσίβλητους, ως εφεσίβλητους, στο Εφετείο, στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση), ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (19.09.2023), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αρχική αυτή δικάσιμο, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης αυτού, οι 1η, 3η, 6η, 9ος, 12ος, 13η, 14η, 16η, 18η, 28ος, 34ος, 35η, 37ος, 38η, 46η, 47ος και 53η των αναιρεσιβλήτων κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κυριακόπουλο. Όσον αφορά τους παραπάνω απολειπόμενους αναιρεσείοντες, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι, ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Κυριακόπουλος, που, φερόμενος ότι εκπροσωπεί όλους τους αναιρεσίβλητους, έδωσε την έγγραφη παραγγελία στον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου και της κλήσεως για συζήτηση στην αναιρεσείουσα, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους των λοιπών διαδίκων (αναιρεσείουσας ή παρισταμένων αναιρεσιβλήτων), κλήτευση των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα, κατά τα ανωτέρω, αρχική δικάσιμο (19.09.2023). Σημειωτέον ότι δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης για λόγο που ανέκυψε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στην άνω δικάσιμο και αφορούσε στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και ειδικότερα λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ορισθείσας εισηγήτριας της υπόθεσης και με την με την υπ' αριθμόν 152/2024 της 04.07.2024 πράξη της Προέδρου του Β1 πολιτικού τμήματος του Δικαστηρίου τούτου και σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 129/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της ανωτέρω αναίρεσης, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (21.01.2025), κατά την οποία επίσης οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο.
Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, εφόσον οι ως άνω απόντες αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, προκειμένου να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα συζήτηση και δεν παρέστησαν ούτε και κατά τη δικάσιμο της επαναλαμβανόμενης κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτησης της υπόθεσης στην αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και ως προς μεν τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολειπόμενους αναιρεσίβλητους (1η, 3η, 6η, 9ο, 12ο, 13η, 14η, 16η, 18η, 28ο, 34ο, 35η, 37ο, 38η, 46η, 47ο και 53η) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσίβλητους να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.
Η κρινόμενη, από 10.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης ....2022 αίτηση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας κατά των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (2ης, 4ης, 5ης, 7ου, 8ου, 10ου, 11ης, 15ης, 17ης, 19ου, 20ης, 21ης, 22ου, 23ου, 24ου, 25ης, 26ου, 27ης, 29ης, 30ης, 31ου, 32ου, 33ου, 36ης, 39ης, 40ου, 41ου, 42ης, 43ου, 44ης, 45ου, 48ης, 49ης, 50ου, 51ης και 52ου) για αναίρεση της 353/24.01.2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητος ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία" και στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".
Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.
Με τη δεύτερη διάταξη από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κ.λπ. και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ. 3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".
Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ. 3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη" (ΟλΑΠ 9/2012).
Επίσης και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθή ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".
Πριν από την ισχύ των ως άνω νόμων είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κ.λπ.), διότι τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών για ασφαλιστικές παροχές με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946, με την οποία οριζόταν ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισις των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται .....
να συστήση εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν ... σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' άπαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023, 1238/2020). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες, ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023, 1238/2020, ΟλΣτΕ 2197 - 2200/2010).
Ειδικότερα στον τομέα των τραπεζών συστάθηκαν μεταξύ πιστωτικών (τραπεζικών) ιδρυμάτων και του προσωπικού τους αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών), και τα οποία παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023).
Οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους.
Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α.ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023).
Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ., με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και τον χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία νοούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990, ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.
Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ".
Ακόμη, με τον άνω ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι για κύρια ή επικουρική σύνταξη στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.
του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ' όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ιδίου νόμου, με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων", ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.
Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.
Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ. 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Με το ανωτέρω άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2227/1994, ορίζεται ότι "Στον παρόντα νόμο οι παρακάτω όροι σημαίνουν αντίστοιχα: 1. [...]. 2. [...]. 3. [...]. 4.
Φορείς κοινωνικής ασφάλισης: Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ. , οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος. ...".
Με το άρθρο 46 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής , Ελλάδος και Κτηματικής , Εθνικής , Ε.Τ.Β.Α. , Ιονικής – Λαϊκής , του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.
Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11%" και με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ. 1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.
Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1.
Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης. Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992".
Από την τελευταία ως άνω διάταξη προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992 (ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19.07.2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και σύμφωνα με τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19.09.2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 01.01.2005 (ΥΑ 53705/994/2003, ΦΕΚ Β' 1129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ), μεταξύ των οποίων το ΔΛΠ αρ. 19, που επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κ.λπ.), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων.
Ειδικότερα, στις παραγράφους 4, 5 και 6 εδαφ. α' και β' του ανωτέρω Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 19, που φέρει τον τίτλο "Παροχές σε εργαζόμενους" του ως άνω Κανονισμού 1725/2003 ορίζεται ότι: "... 4. Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών.
Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5. Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δεν θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.
Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα ...".
Συνεπώς, με τις ανωτέρω διατάξεις, ενώ δίδεται ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται μόνο εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών.
Με βάση τον ανωτέρω ορισμό, προκειμένου περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών προς το ασφαλιστικό ταμείο, που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως σε ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι η τράπεζα δεν έχει αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχει αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, οπότε ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο.
Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο σε μια τέτοια περίπτωση μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών, που καταβάλλονται από την Τράπεζα - εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες έχουν αναλάβει τη νόμιμη ή την τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.
Σύμφωνα, με όσα προεκτέθηκαν κύρια διαφορά των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.
Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές (ΑΠ 536/2024, 1836/2023). Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΛΠ αρ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.
Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005 στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).
Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).
Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).
Με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση και το οποίο (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α' 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).
Με τις εν λόγω ρυθμίσεις ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 726/2025, 100/2024, 929/2023, 1238/2020, 1243/2019, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010).
Από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών συνταξιοδοτικών παροχών σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις παρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί αυτοί να έχουν συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και ο λογαριασμός στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του λογαριασμού, καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησης του συγκεκριμένου λογαριασμού υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης ειδικής πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα (ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023, 1238/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με τον νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα).
Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Είναι, όμως, ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική (ΑΠ 726/2025, 536/2024, 1836/2023, 287/2022).
Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή, οπότε παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της.
Η ως άνω εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας" ή κάποια άλλη ανάλογη ρήτρα (ΑΠ 1395/2023, 287/2022). Για τη διαμόρφωση επιχειρησιακής συνήθειας πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και είναι ενεργός.
Αν για οποιονδήποτε λόγο η τελευταία έχει λυθεί, ο πρώην εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί επιχειρησιακή συνήθεια, εκτός αν πρόκειται για παροχή του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής, ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός (ΑΠ 1543/2025, 1238/2020).
Ωστόσο, η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ν. 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 726/2025, 536/2024, 1836/2023).
Περαιτέρω, το έτος 1949 συνεστήθη από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός και ο Κανονισμός του, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας, και τέθηκε σε ισχύ από 01.10.1949.
Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε παραπάνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το έτος 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού.
Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται μεταξύ των άλλων τα εξής: Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμειακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.
του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργούμενων καταβολών και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρουμένους (άρθρο 2 παρ. 2).
Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κ.λπ. (άρθρο 5).
Στο άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το με αριθμό ...1995 πρακτικό του Δ.Σ. της ΕΤΕ, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ.Σ.
της Τραπέζης, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ. 2), ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ότι με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά στοιχεία της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).
Με το εικοστό τέταρτο άρθρο του ν. 4618/2019 (Α' 89/10.6.2019) ορίσθηκαν στις παρ. 1 εδαφ. α και 2 τα εξής "1. Από 1.1.2019 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους έως την έναρξη ισχύος του παρόντος σύνταξης του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Πρώην Προσωπικού Εθνικής Ακινήτων Α.Ε. (ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π.
ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1.1.2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως [...]".
Με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 (Α' 72/23.3.2020) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4618/2019 και ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ. 1), ότι η επικουρική σύνταξη, ως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ. 4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1.1.2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ. 7), ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι με τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).
Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στον δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α (ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023).
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, ο ΛΕΠΕΤΕ, συνεστήθη μεν συμβατικά (άρθρο 361 ΑΚ) με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής στους συνταξιούχους, πρώην εργαζόμενους της ΕΤΕ (ήδη αναιρεσίβλητης), πλην, όμως, αντιμετωπίσθηκε από τον νομοθέτη ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, ομόλογος με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, οι σχετικές δε ουσιαστικές ρυθμίσεις του κανονισμού του αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου καθότι έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και ίσχυαν ex lege για όλο το προσωπικό που υπαγόταν (υποχρεωτικά) στην επικουρική ασφάλιση του ΛΕΠΕΤΕ, ανεξαρτήτως της θέλησης αυτού ή του χρόνου πρόσληψης αυτού έως την 01.01.2005 (καθότι, όπως προαναφέρθηκε, από 01.01.2005 προβλέφθηκε με το άρθρο 58 του ν. 3371/2005 η υποχρεωτική υπαγωγή των προσλαμβανόμενων στα πιστωτικά ιδρύματα μισθωτών στο ενιαίο ταμείο επικουρικής ασφάλισης μισθωτών - ΕΤΕΑΜ), με σκοπό κυρίως τη χορήγηση της ως άνω επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής με ομοιόμορφους κανόνες (ΑΠ 726/2025, 99/2024, 1836/2023).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, ΑΠ 100/2024, 1836/2023).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 2/2023, 3/2022, 4/2021).
Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 5/2023, 4/2022, 2/2022).
Εν προκειμένω, με την από 09.01.2019 με αριθμό κατάθεσης .../2019 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι εκ των εναγόντων ήδη παριστάμενοι προσηκόντως αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν ότι, είναι πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα τη Ελλάδος Α.Ε." (ΕΤΕ) και δικαιούχοι της προβλεπόμενης μηνιαίας μισθολογικής μετεργασιακής παροχής (μηνιαίας επικούρησης) του Λογαριασμού Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ("Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε."), ο οποίος ιδρύθηκε το έτος 1949 κατόπιν συμφωνίας των εργαζομένων της εναγομένης και της Διοίκησής της, οπότε και εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας του από το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, και λειτούργησε έκτοτε ως εσωτερική της υπηρεσία.
Ότι ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. συνιστά λογαριασμό συγκέντρωσης περιουσίας, χωρίς νομική προσωπικότητα, διοικούμενο και διαχειριζόμενο κατά τις διατάξεις του Κανονισμού του από Διαχειριστική Επιτροπή, ταυτιζόμενος όμως ουσιαστικά με το νομικό πρόσωπο της εναγομένης, ενώ δεν συνιστά φορέα υποχρεωτικής κοινωνικής (επικουρικής) ασφάλισης.
Ότι κατά τον ως άνω Κανονισμό ως πόροι του Λογαριασμού προβλέπονται (άρθρο 5) οι εισφορές των εργαζομένων σε ποσοστό 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους, η εισφορά της εναγομένης σε ποσοστό 9% επί των ιδίων ως άνω ποσών, ως και οι λοιποί πρόσοδοι που αναφέρονται σε αυτόν, εντούτοις η εναγομένη, πέραν των εισφορών της, ανέλαβε να εγγυάται την επίτευξη του μοναδικού σκοπού του Λογαριασμού, που ήταν εξ αρχής, η καταβολή της μηνιαίας επικούρησης στους συνταξιούχους-πρώην εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι, με την κάλυψη των εκάστοτε οργανικών ελλειμμάτων που τυχόν δημιουργούντο στο λογαριασμό, ώστε να τους καταβάλλονται οι παροχές που δικαιούντο, έχοντας δημιουργήσει σύστημα καθορισμένων παροχών, που αποτέλεσαν όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους.
Ότι η καταβαλλόμενη σ' αυτούς παροχή δεν είναι οικειοθελής εκ μέρους της εναγομένης, αλλά μετεργασιακή αμοιβή, αντάλλαγμα για την εργασία που παρείχαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ότι τα επικαλούμενα ελλείμματα ρευστότητας του Λογαριασμού δημιουργήθηκαν εξαιτίας της πλημμελούς και ζημιογόνου διαχείρισης των αποθεματικών του λογαριασμού από την εναγομένη, των προγραμμάτων αυτής για εθελουσία έξοδο του προσωπικού της από την εργασία καθώς μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι εισφορές των εργαζόμενων προς τον ΛΕΠΕΤΕ και της αιφνίδιας ένταξης των νεοπροσλαμβανόμενων από 01.01.2005 και εφεξής υπαλλήλων της στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, χωρίς επιδότηση του Λογαριασμού από την εναγόμενη για τις απώλειες των εσόδων του από τις ως άνω αιτίες.
Ότι η εναγόμενη επί δέκα τουλάχιστον έτη και μέχρι και το έτος 2017 επιδοτούσε ανελλιπώς τον ως άνω λογαριασμό, καταβάλλοντας πλέον της προβλεπόμενης εισφοράς της τα απαιτούμενα ποσά για την κάλυψη των ταμειακών ελλειμμάτων του, με αποτέλεσμα να καταβάλλονται μέχρι τότε στο ακέραιο στους ενάγοντες οι προβλεπόμενες επικουρήσεις.
Ότι η ως άνω αδιάκοπη επί σειρά δέκα τουλάχιστον ετών καταβολή στους ενάγοντες των προβλεπόμενων μετεργασιακών επικουρήσεων έχει καταστεί επιχειρησιακή συνήθεια στην εκμετάλλευση της εναγομένης, η οποία απετέλεσε όρο των συμβάσεων εργασίας τους. Ότι από το μήνα Δεκέμβριο του 2017 η εναγόμενη διέκοψε μονομερώς και αυθαιρέτως τη χρηματοδότηση του ως άνω λογαριασμού, με συνέπεια την περικοπή των καταβαλλομένων σ' αυτούς μηνιαίων επικουρήσεων.
Ότι, η ως άνω παράλειψη της εναγομένης να συνεχίσει από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017 να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού συνιστά υπαίτια αθέτηση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσής της και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και, επιπρόσθετα, είναι πράξη παράνομη προσέβαλε την προσωπικότητά τους και θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους.
Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι τις διατάξεις περί απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών (288 ΑΚ), υποχρέωσης σε λογοδοσία όποιου έχει τη διαχείριση ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης (303 ΑΚ), εντολής (713 επ. ΑΚ), επικουρικά περί συμβάσεως υπέρ τρίτου (410 επ.
ΑΚ), παρακαταθήκης (822 ΑΚ), μεσεγγύησης (833 ΑΚ), προστασίας της αμοιβής κατά το εργατικό δίκαιο, κοινωνίας δικαιώματος (786 επ. ΑΚ), αδικοπραξίας (914 επ. ΑΚ) ως και εκείνες περί προστασίας της περιουσίας του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ζήτησαν, 1. να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται:
α) να συνεχίσει να τους καταβάλει κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και εντεύθεν εφ' όρου ζωή τους (στο διηνεκές) την καθορισμένη μηνιαία επικουρική παροχή που δικαιούτο και ελάμβανε έκαστος εξ αυτών μέσω του Λογαριασμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2017, καθώς και μια (1) μηνιαία επικούρηση ως δώρο Χριστουγέννων, ...
της μηνιαίας επικούρησης ως δώρο Πάσχα και ... της μηνιαίας επικούρησης ως επίδομα αδείας ετησίως και εις το διηνεκές, β) να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ειδικότερο (ως προς έκαστο) αναφερόμενο ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στη μηνιαία επικούρηση για κάθε μήνα από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2018 και εντεύθεν εφ' όρου ζωή τους (στο διηνεκές), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας που κάθε μηνιαία παροχή είναι απαιτητή, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, 2.
άλλως, επικουρικώς, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να συνεχίσει να καταβάλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό ("Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.") τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για τη συνέχιση της καταβολής σε αυτούς των καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών από τον Ιανουάριο του 2018 (όπως είχαν διαμορφωθεί και τους καταβάλλονταν μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2017) και στο διηνεκές και 3.
να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης που συνιστά και προσβολή της προσωπικότητας τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 243/2020 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των εν προκειμένω διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, αφού απέρριψε:
Ι) ως αόριστα και επομένως απαράδεκτα: 1. το ανωτέρω υπό στοιχείο 2 επικουρικό αίτημα, που αφορά την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στον "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." τα προκύπτοντα χρηματικά ελλείμματα ώστε να δύναται να συνεχιστεί η καταβολή σ' αυτούς των μηνιαίων επικουρικών παροχών και 2. τις επικουρικές αγωγικές βάσεις περί εντολής, σύμβασης υπέρ τρίτου, παρακαταθήκης και μεσεγγύησης
και
ΙΙ) ως μη νόμιμη την αγωγή καθ' ο μέρος επιχειρείτο να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος ως και το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχτηκε κατά τα λοιπά την αγωγή (ήτοι κατά τη βάση με την οποία ζητείτο να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να εξακολουθήσει να καταβάλει στους ενάγοντες τις μηνιαίες επικουρήσεις δυνάμει συμβατικής ευθύνης και βάσει της διαμορφωθείσας επιχειρηματικής συνήθειας) ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει σε έκαστο των ήδη προσηκόντων παρισταμένων αναιρεσιβλήτων - ενάγοντα από το μήνα Ιανουάριο του 2018 και εφεξής, την καθορισμένη από τον κανονισμό του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
αναφερόμενη για τον καθένα μηνιαία επικούρηση πλέον μιας μηνιαίας επικούρησης κατ' έτος ως επίδομα Χριστουγέννων, μισής μηνιαίας επικούρησης κατ' έτος ως επίδομα Πάσχα και μισής μηνιαίας επικούρησης κατ' έτος ως επίδομα αδείας με τον νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα στην απόφαση διαλαμβανόμενα. Επί της, από 23.06.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40475/2925/2020, έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (353/2022) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη και η οποία ως προς τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της δέχθηκε τα ακόλουθα: ""Στην από 12/11/1949 υπ' αριθμόν 13 συνεδρίαση του Δ.Σ.
της εναγομένης συστάθηκε ο Λογαριασμός Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) με ταυτόχρονη έγκριση του Κανονισμού Λειτουργίας του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Κανονισμού του, ο εν λόγω έντοκος ειδικός λογαριασμός ιδρύθηκε με σκοπό την παροχή μηνιαίας επικουρήσεως στους υπαλλήλους της Ε.Τ.Ε.
που είχαν ήδη εξέλθει ή επρόκειτο να εξέλθουν από την ενεργό υπηρεσία, με την πρόβλεψη ότι στον λογαριασμό τούτο θα πιστώνονται οι προβλεπόμενοι από τη διάταξη του άρθρου 3 του Κανονισμού πόροι. Ο ως άνω εξάλλου εγκριθείς από το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης Κανονισμός, που τέθηκε σε ισχύ την .../1949, μετά τη συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με την Τράπεζα Αθηνών, (προκειμένου να εισέλθει στην επικούρηση και το προερχόμενο από την Τράπεζα Αθηνών προσωπικό), τροποποιήθηκε και αναμορφώθηκε από την 1/1/1996, μετονομαζόμενος έκτοτε σε "Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος".
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του νέου Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. , ο τελευταίος συστάθηκε, παρά τη Εθνική Τράπεζα, ως κοινός ειδικός λογαριασμός "επί τω σκοπώ της επικουρήσεως, υπό του Ταμείου Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, των μελών αυτών, εξελθόντων και εξερχομένων της υπηρεσίας της Τραπέζης ταύτης, συμφώνως προς τα εδάφια ε' των άρθρων 2 των Καταστατικών αμφοτέρων των ειρημένων Ταμείων".
Από την παράγραφο δε 2 του άρθρου 1 του νέου Ειδικού Κανονισμού, συνάγεται ότι προϋπόθεση παροχής της μηνιαίας επικουρήσεως στο εξερχόμενο προσωπικό είναι η ιδιότητά του, προ της εξόδου του, ως ασφαλισμένου στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τραπέζης (πρώην) Εθνικής ή το τοιούτο της Τραπέζης (πρώην) Αθηνών και η συνταξιοδότηση του, παρά των Ταμείων αυτών.
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε , όπως αυτός τροποποιήθηκε με υπ' αριθμ. 1359/2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, τον Λογαριασμό διαχειρίζεται οκταμελής Διαχειριστική Επιτροπή, απαρτιζόμενη από: α) Τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας ως Πρόεδρο, β) Δύο υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας εκ των υπηρετούντων στην Αθήνα, με τον βαθμό τουλάχιστον του Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη Διοίκηση της Τράπεζας, γ) Τούς προέδρους των διοικητικών συμβουλίων: 1) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. , 2) του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και 3) του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών, Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), οριζόμενων από τα αντίστοιχα διοικητικά συμβούλια, δ) Ένα μέλος του Δ.Σ.
του Τ.Υ.Π.Ε.Τ.Ε. , οριζόμενο από το Δ.Σ. του εν λόγω Ταμείου ε) Τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ, οριζόμενο από το ΔΙΣ του Συλλόγου. Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 2 του ανωτέρω Ειδικού Κανονισμού "Η Διαχειριστική Επιτροπή διοικεί και διαχειρίζεται την περιουσίαν του Ειδικού Λογαριασμού και μεριμνά δια την επωφελεστέραν τοποθέτησιν των διαθεσίμων κεφαλαίων, απαγορευομένης πάσης χορηγήσεως δανείων, μεριμνά και ελέγχει την κανονικήν είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, ως και των υπ' αυτού ενεργούμενων καταβολών, συμφώνως προς τα δια των σχετικών άρθρων καθοριζόμενα.
Ομοίως αποφασίζει κυριαρχικώς, συμφώνως τω άρθρω 9, εδαφ. 3, περί του ποσού της καταβλητέας εκάστοτε εις τους δικαιούχους επικουρήσεως, αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων του Ειδικού Λογαριασμού, της αποφάσεώς της ισχυούσης καθολικώς δι' άπαντας τους επικουρουμένους, ήτοι τόσον δια τους μέχρι της ισχύος τούτης επικουρουμένους όσον και τους μετ' αυτήν, ή περί επιστροφής γενομένων κρατήσεων εις μη δικαιωθέντας επικουρήσεως, ή περί διακοπής απονεμηθείσης επικουρήσεως και εγκρίνει τους προϋπολογισμούς, ισολογισμούς και απολογισμούς, βάσει του ημερολογιακού έτους".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του Ειδικού Κανονισμού "Η Υπηρεσία του Ειδικού Λογαριασμού εν γένει διεξάγεται υπό υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένων υπό του Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής Διευθύνοντος Συμβούλου της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή, απόντος ή κωλυομένου αυτού, υπό του αναπληρωτού του.
Μεταξύ των υπαλλήλων τούτων ορίζεται υπό της Δ.Ε. ο Διευθυντής και ο αναπληρωτής αυτού ως και ο Προϊστάμενος του Γραφείου", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ειδικού Κανονισμού: "Πόροι (του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) είναι οι κάτωθι: 1) Εισφορά των εν ενεργεία ή διαθεσιμότητα μισθωτών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος 3,5% , επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών ως και τυχόν καταβαλλομένων ποσοστών επί των κερδών της Τραπέζης, 2) Εισφορά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος 9% επί των αυτών ποσών (εφ' ων υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών ως αμέσως ανωτέρω αναφέρεται), 3) Εφ' άπαξ εισφορά των από της ισχύος του παρόντος εις πρώτον γάμον ερχομένων ασφαλισμένων, ίση προς το λόγω γάμου παρεχόμενον υπό της Τραπέζης επίδομα τριών μηνών 4) Εφ' άπαξ εισφορά δι' έκαστον αποκτώμενον τέκνον, ίση προς το λόγω του δηλουμένου τέκνου παρεπόμενον υπό της Τραπέζης επίδομα τριών μηνών 5) Εισφορά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ίση με την καταβαλλομένην τοιαύτην παρά των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων λόγω γάμου και τέκνων, κατά τα εις τα υπ' αριθ. 3 και 4 εδάφια του παρόντος άρθρου αναφερόμενα, 6) Ποσόν εκ των προμηθειών εξ ασφαλιστικών εργασιών, διενεργούμενων μέσω των υπηρεσιών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, καθοριζομένου εκάστοτε υπό της Διοικήσεως της Τραπέζης ταύτης, 7) Οι τόκοι των κεφαλαίων του Ειδικού Λογαριασμού και οι πρόσοδοι εξ επενδύσεων τούτων, 8) Οι πρόσοδοι εξ εκποιήσεως αχρήστου τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος υλικού και 9) Πάσα άλλη πρόσοδος εις δωρεάς, κλπ.
Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ως άνω Ειδικού Κανονισμού, περί των αποθεματικών παροχών του Λογαριασμού: "1. Εκ του συνόλου των ετησίων εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού, καθορίζεται υπό της Διαχειριστικής Επιτροπής το ποσοστό της κρατήσεως βάσει των εκάστοτε λογιστικών δεδομένων, δια τον σχηματισμόν αποθεματικού.
Το απομένον υπόλοιπο χρησιμοποιείται προς εξυπηρέτηση των επικουρήσεων, 2. Η Επικούρηση των δικαιούχων του άρθρου 8 του παρόντος, καθορίζεται σε ποσοστά επί των συνταξίμων αποδοχών, ανάλογα των συνταξίμων ετών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων, όπως παρακάτω. 5. Ως συντάξιμες αποδοχές, με εξαίρεση τις περιπτώσεις της παρ. 6, λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικά και μόνο:
α) Ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που κατείχαν ή κατέχουν οι ασφαλισμένοι ή οι επικουρούμενοι κατά την ημερομηνία κατά την οποία εξήλθαν ή εξέρχονται από την ενεργό υπηρεσία της Τραπέζης β) Τυχόν προσαυξήσεις των βασικών μισθών, εφόσον λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της χορηγούμενης συντάξεως, κατά τις διατάξεις του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων, γ) Το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το οποίο υπολογίζεται επί του βασικού μισθού και των προσαυξήσεων των εδ.
α' και β' της παρούσης, για κάθε συντάξιμο έτος, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του παρόντος, με τα ίδια ποσοστά, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στην ίδια έκταση, όπως κατ' αναλογία χορηγείται κάθε φορά από την Τράπεζα στο εν ενεργεία προσωπικό της, δ) Το επιστημονικό επίδομα το οποίο υπολογίζεται επί του βασικού μισθού και των προσαυξήσεων των εδ.
α' και β' της παρούσης, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στην ίδια έκταση, όπως κατ' αναλογία χορηγείται κάθε φορά από την Τράπεζα στο εν ενεργεία προσωπικό της ε) Το επίδομα του βαθμού, τον οποίο οι ασφαλισμένοι ή επικουρούμενοι κατείχαν κατά την έξοδό τους από την Τράπεζα και το οποίο υπολογίζεται όπως το χορηγεί η Τράπεζα στους εν ενεργεία υπαλλήλους της του αντίστοιχου βαθμού, 8.
Το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ TEAM για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου, 9. Με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τραπέζης, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσεως και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας.
Η Διαχειριστική Επιτροπή, αν βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό.....".
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. συνιστά συμβατικής προέλευσης (ΑΚ 361) ειδικό λογαριασμό συγκέντρωσης περιουσίας, ο οποίος στερείται νομικής προσωπικότητας και έχει ως βασικό σκοπό την μετεργασιακή επικούρηση των αποχωρούντων από την ενεργό υπηρεσία υπαλλήλων της εναγομένης (με τη μορφή της παροχής σε αυτούς εν είδει επικουρικής μηνιαίας σύνταξης).
Πρόκειται επομένως για ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος ιδρύθηκε και διατηρείται επί περίπου εβδομήντα έτη από την εναγόμενη ως εργοδότρια, λειτουργώντας ως εσωτερική υπηρεσία στελεχωμένη από υπαλλήλους της, οι οποίοι ορίζονται κάθε φορά από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του λογαριασμού (βλ.
σχετικά άρθρο 3 του Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.). Συνακόλουθα ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. δεν συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, ενόψει και του ότι ουδέποτε υπήρξε στον εν λόγω λογαριασμό οιαδήποτε κρατική εποπτεία ή παρέμβαση τόσο κατά την ίδρυσή του όσο και κατά τη λειτουργία του και ιδίως τη χρηματοδότησή του (...) οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από την, κατά τα άρθρα 57-64 του ν. 3371/2005 , υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση των προσλαμβανομένων από την 1/1/2005 εργαζομένων της εναγομένης στο επικουρικό κοινωνικοασφαλιστικό ταμείο του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. (Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών) αντί αυτής του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. , δοθέντος ότι ο νομοθέτης δύναται να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικώς σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικώς από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, εφόσον, όμως, τα ταμεία αυτά ούτε διαλύονται με νόμο, ούτε αφαιρείται η περιουσία τους και, ως εκ τούτου, καταλείπεται έδαφος να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα, κατ' αρχήν, με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών (...).
Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών και εφόσον ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. δεν συστάθηκε ούτε λειτούργησε ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης, ουδέποτε η εναγόμενη, μέχρι και το έτος 2017, εφάρμοσε στον λογαριασμό τις κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις του ν. 2084/1992, όπως εκείνη του άρθρου 52 παρ. 2 περί εισφοράς 1 προς 1 ασφαλισμένου και εργοδότη στους πόρους του λογαριασμού, ενώ αντίθετα εξακολούθησε να εφαρμόζει την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.ΠΕ.Τ.Ε.
εισφορά 3,5% από τους ασφαλισμένους επί των πάσης φύσεως μισθολογικών αποδοχών τους προς 9% επί των ως άνω αποδοχών από την ίδια. Το γεγονός δε ότι ο λογαριασμός δεν συνιστά φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά φορέα ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης επιβεβαίωσε ομόφωνα και η Διαχειριστική Επιτροπή του κατά την υπ' αριθμ. ...-1995 συνεδρίαση της, κατά την οποία ρητώς αποδέχθηκε τη συμβατική φύση του λογαριασμού και προσδιόρισε τον κύριο σκοπό του, ως αναγόμενο στην οικονομική ενίσχυση των αποχωρούντων από την υπηρεσία εργαζόμενων της Ε.Τ.Ε., εκ των οποίων συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
μηνιαία επικούρηση δεν έχει τον χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης, αλλά εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που είχε καταστεί περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της εναγομένης. Επιχείρημα υπέρ της θέσεως αυτής προκύπτει και από το γεγονός ότι ήδη από το έτος 1995, με τροποποίηση του άρθρου 9 του Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
και κατόπιν ομόφωνης απόφασης της Διαχειριστικής του Επιτροπής, αποσυνδέθηκε ο υπολογισμός των χορηγούμενων επικουρήσεων του λογαριασμού επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων συντάξιμων αποδοχών των δικαιούχων και πλέον έκτοτε γίνεται επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων μισθολογικών αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων της εναγομένης (βλ.
ιδίως άρθρο 9 παρ. 5 Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., όπως τροποποιήθηκε το έτος 1995, κατά την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ...-1995 συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. ...-1995 συνεδρίασή της). Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι, με την ίδια, από έτους 1995 τροποποίηση του Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., καταργήθηκε η παρ. 3 του άρθρου 9 του εν λόγω κανονισμού, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα μείωσης των χορηγούμενων επικουρήσεων, κατόπιν απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής και έγκρισης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, βάσει της εκάστοτε οικονομικής κατάστασης του λογαριασμού και ως εκ τούτου δεν υπόκειται πλέον στη διακριτική ευχέρεια των οργάνων διαχείρισης του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
η περικοπή του ύψους των καταβαλλόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους του. Ωστόσο, επειδή, από την επισκόπηση του Ειδικού Κανονισμού του λογαριασμού, δεν προκύπτει ότι προβλέπεται από συγκεκριμένη διάταξή του νομική δέσμευση της εναγομένης να καλύπτει, πέραν της προβλεπομένης στο άρθρο 5 εισφοράς της, τα όποια προκύπτοντα χρηματικά ελλείμματα του λογαριασμού, ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτα η καταβολή στους ασφαλισμένους του των προβλεπόμενων μηνιαίων επικουρήσεων, συνάγεται καταρχήν ότι προϋπόθεση καταβολής των επικουρήσεων είναι η οικονομική βιωσιμότητα του λογαριασμού, ο οποίος συνακόλουθα δεν λειτουργεί ρητά ως πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 19 Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο (...).
Ερευνητέον επομένως εάν υφίσταται τεκμαιρόμενη δέσμευση της εναγομένης ως εργοδότριας να καλύπτει τις οικονομικές αδυναμίες του Λογαριασμού για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, βάσει πρακτικής με την μακρόχρονη εις μέρους της κάλυψη των σχετικών ταμειακών ελλειμμάτων, ώστε να προκύπτει η κατάρτιση σιωπηρής συμφωνίας των μερών για τη συνέχιση της πρακτικής αυτής στο διηνεκές.
Όπως εκτίθεται στην υπό κρίση αγωγή και συνομολογείται από την εναγόμενη, η τελευταία προέβαινε, κατά τα τελευταία δέκα τουλάχιστον έτη, σε αδιάλειπτη κάλυψη των ταμειακών -ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. και μάλιστα, παρά τα οριζόμενα στη διάταξη του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 2084/1992, ο οποίος απαγόρευε στους εργοδότες των ασφαλισμένων σε επικουρικούς φορείς κοινωνικής .ασφάλισης (όπως ο ΛΕ.Π.Ε.Τ.Ε.
κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης) να καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα των φορέων αυτών με ποσά που υπερέβαιναν τα καταβληθέντα για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992. Η ανάγκη χρηματοδότησης του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. ανέκυψε επιτακτικά από το 2005, όταν ο λογαριασμός άρχισε να εμφανίζει ταμειακά ελλείμματα, οφειλόμενα αφενός στις αποφασισθείσες αυξήσεις των καταβαλλόμενων επικουρήσεων σε όλους του εξερχόμενους πριν την 1/11/2004 δικαιούχους του και αφετέρου -ιδίως- στην υποχρεωτική, βάσει του ν. 3371/2005, υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων από την 1/1/2005 εργαζομένων της εναγομένης στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ.
και όχι στον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταστεί χρηματοδοτούμενος από κλειστή ομάδα εν ενεργεία εργαζομένων της Ε.Τ.Ε. , που βαίνουν συνεχώς μειούμενοι, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μειώνεται βαθμιαία η τροφοδότηση του λογαριασμού από εισφορές των εργαζομένων και της εναγόμενης και να αναμένεται μελλοντικά η παύση χρηματοδότησης του λογαριασμού από τις πηγές αυτές.
Για τον λόγο δε αυτό και προκειμένου να διασφαλιστεί η ταμειακή επάρκεια του Λογαριασμού, ο οποίος από την ίδρυσή του λειτουργεί ως ομάδα περιουσίας, αποφασίστηκε ομόφωνα, κατά την υπ' αριθμ. ...-2005 συνεδρίαση της Διαχειριστικής του Επιτροπής, η ανασυγκρότηση της επιτροπή επενδύσεών του, έτσι ώστε να μετέχουν σε αυτήν, εκτός από τους Προέδρους των Δ.Σ.
του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. , του Σ.Υ.Ε.Τ.Ε. και του Συλλόγου Συνταξιούχων της Ε.Τ.Ε. , που την συγκροτούσαν μέχρι τότε και δύο υψηλόβαθμα διευθυντικά στελέχη της εναγομένης και συγκεκριμένα ο Γενικός Διευθυντής της Διεθνικής Α.Ε. και ο Διευθυντής Διαχείρισης και Χρηματαγοράς, οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις της χρηματαγοράς και οι οποίοι, κατόπιν ρητής απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
θα συνεργάζονταν υποχρεωτικά με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και Πρόεδρο του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. για θέματα επενδύσεων του αποθεματικού του λογαριασμού (βλ. σχετικά την πέμπτη ομόφωνη απόφαση της υπ' αριθμ. ...-2005 συνεδρίασης της Διαχειριστικής Επιτροπής). Έκτοτε έγινε προσπάθεια οικονομικής ενδυνάμωσης του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
με επενδυτικές κινήσεις, που οδήγησαν μάλιστα την κατηγοριοποίηση του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. σε "επαγγελματία πελάτη" κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3606/2007, όπως άλλωστε επιβεβαιώθηκε ομόφωνα στην υπ' αριθμ. 455/23-2-2010 συνεδρίαση Διαχειριστικής Επιτροπής του.
Πλην όμως, αν και μοναδικός σκοπός της επενδυτικής επιτροπής ήταν η επωφελής τοποθέτηση των διαθεσίμων κεφαλαίων του λογαριασμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ειδικού Κανονισμού του, η επιτροπή, υπό τη νέα διευρυμένη σύνθεσή της, προέβη συστηματικά σε επένδυση των αποθεματικών του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
αποκλειστικά σε μετοχές της Ε.Τ.Ε., με αποτέλεσμα, όταν με την πάροδο των ετών μειώθηκε ραγδαία η αξία των εν λόγω μετοχών, να μειωθούν αναλόγως τα αποθεματικά του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. και να σημειωθούν τα πρώτα ταμειακά του ελλείμματα. Στην οικονομική αποδυνάμωση του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. συνέτειναν περαιτέρω οι επιχειρηματικές αποφάσεις της εναγομένης να εξαγγέλλει, κατά καιρούς, προγράμματα εθελουσίας εξόδου των εργαζομένων της, προκειμένου να πετύχει μείωση των δαπανών της από μισθολογικό κόστος (ενδεικτικά αναφέρονται τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου των ετών 2000, 2001, 2002, 2004, 2006, 2008, 2013, 2016, κατά τη διάρκεια των οποίων αποχώρησαν από την Ε.Τ.Ε.
πάνω από 7.000 εργαζόμενοι). Συγκεκριμένα από την εφαρμογή των διαφόρων προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. αφενός απώλεσε σημαντικό ποσοστό των πόρων του και δη των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, λόγω της αποχώρησης προώρως από την ενεργό υπηρεσία μεγάλου αριθμού εργαζομένων και αφετέρου υποβλήθηκε πολύ νωρίτερα απ' ό,τι αναμενόταν στο κόστος της καταβολής επικουρήσεων στους συμμετέχοντες στις εθελούσιες εξόδους και συνακόλουθα συνταξιοδοτούμενους δικαιούχους.
Ως εκ τούτου με τα προγράμματα εθελούσιας εξόδου της εναγομένης ανατράπηκε η αναλογιστική ισορροπία του λογαριασμού, αφού αποδυναμώθηκε το κεφάλαιό του. Κατόπιν των ανωτέρω, σε όλους τους προϋπολογισμούς του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. , από το έτος 2005 και μετά, τα έξοδα του λογαριασμού (από τις παροχές) άρχισαν να υπερβαίνουν βαθμιαία τα έσοδά του (από τις εισφορές), γεγονός που οδήγησε σε κίνδυνο βιωσιμότητάς του και οξύ πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας, ως προς την απρόσκοπτη καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων στους δικαιούχους του.
Εξάλλου, σε σχέση την κάλυψη από την εναγόμενη των ταμειακών ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. παρατηρείται ότι, από το έτος 2007 μέχρι και το έτος 2017, ακολουθήθηκε η αδιάλειπτη χρηματοδότηση του λογαριασμού εκ μέρους της, με την καταβολή, πέραν της προβλεπόμενης εισφοράς της 9% επί των αποδοχών των εν ενεργεία εργαζομένων της, των απαιτούμενων κάθε φορά ταμειακών ελλειμμάτων του λογαριασμού, ώστε να καθίσταται εφικτή η συνέχιση καταβολής των προβλεπόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του Κανονισμού του.
Ειδικότερα, το έτος 2007, η Ε.Τ.Ε. κατέβαλε στον ΛΕ.Π.Ε.Τ.Ε. το ποσό των 13.631.000 ευρώ, το έτος 2008 τα ποσά των 3.500.000, 3.000.000, 6.100.000 και 3.550.000 ευρώ, το έτος 2009 τα ποσά των 3.500.000, 3.550.000 και 3.600.000 ευρώ, το έτος 2010 το ποσό των 2.260.000 ευρώ, το έτος 2011 το ποσό του 1.565.000 ευρώ, το έτος 2012 το ποσό των 5.350.000 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 3.900.000 ευρώ, το έτος 2014 το ποσό των 6.600.000 ευρώ, το έτος 2015 το ποσό των 7.800.000 ευρώ, το έτος 2016 το ποσό των 6.900.00 ευρώ και το έτος 2017 το ποσό των 12.160.000 ευρώ.
Για όλες τις ανωτέρω καταβολές καταρτίστηκαν μεταξύ της καταβάλλουσας εναγομένης και του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε, εκπροσωπούμενου από τον Διευθυντή της Διαχειριστικής Επιτροπής του, ιδιωτικά συμφωνητικά συμβάσεων δανείων, στα οποία προβλέφθηκε ότι οι χορηγήσεις των αντίστοιχων ποσών συνιστούσαν απλώς έκτακτες ταμειακές διευκολύνσεις, χωρίς να δημιουργούν δέσμευση της εναγομένης για την καταβολή τους στο μέλλον και χωρίς να συνιστούν αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να τις καταβάλλει και ότι, περαιτέρω, ο δανειζόμενος Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέψει στην εναγομένη τις εν λόγω καταβληθείσες ταμειακές διευκολύνσεις, το συντομότερο δυνατόν, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές του. Οι ως άνω ωστόσο επικαλούμενες από την εναγόμενη δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες, καθόσον καταρτίστηκαν εκ μέρους της με αντισυμβαλλόμενο τον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ο οποίος, ως μη αυτοτελές νομικό πρόσωπο ή αναγνωρισμένη από την έννομη τάξη αυτόνομη οντότητα και δη ως ομάδα περιουσίας, δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα ούτε ικανότητα διαδίκου (...) και ως εκ τούτου στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας για την ανάληψη συμβατικής ευθύνης από την κατάρτιση δανείου, ενόψει και του ότι αφίσταται του καταστατικού σκοπού του εν λόγω νομικού μορφώματος η κατάρτιση εκ μέρους του αμφοτεροβαρών συμβάσεων, όπως το -άτοκο έστω- εν προκειμένω δάνειο (...), ως νομικώς αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου συγκεκριμένου σκοπού του δικαιοπραξία (...).
Περαιτέρω, ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. δεν δύνατο να εκπροσωπηθεί δικαιοπρακτικά για την κατάρτιση δανειακών συμβάσεων από την Διαχειριστική του Επιτροπή, καθόσον από καμία διάταξη του Ειδικού Κανονισμού του δεν χορηγείται αρμοδιότητα ανάληψης υποχρεώσεων για τον λογαριασμό από την Επιτροπή αυτή, η οποία και μόνο δύναται να διαχειρίζεται την περιουσία του (βλ.
σχετικά άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού, όπου περιοριστικά αναφέρονται οι αρμοδιότητες της Διαχειριστικής Επιτροπής, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτές η ικανότητά της να δεσμεύει νομικά το λογαριασμό, με την κατάρτιση επαχθών ή μη δικαιοπραξιών στο όνομά του). Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν καταστιστεί νόμιμα μεταξύ της εναγομένης και του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. , προκύπτει αδιαμφισβήτητα από το περιεχόμενό τους ότι επρόκειτο για συμβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν προσχηματικά από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ως δανειακές, καθόσον αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι γνώριζαν εξαρχής ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία επιστροφής των χρημάτων από τον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
στην εναγόμενη εις το διηνεκές, ενόψει της προδιαγεγραμμένης αδυναμίας οικονομικής ανάκαμψης του λογαριασμού στο μέλλον. Επρόκειτο συνεπώς για εικονικές και ως εκ τούτου άκυρες δανειακές συμβάσεις, οι οποίες συνιστούσαν στην πραγματικότητα οικειοθελείς παροχές της εναγομένης προς τους δικαιούχους του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. , με τη μορφή της άνευ νομικής υποχρέωσης διαρκούς χρηματοδότησής του προς επίτευξη της αδιάλειπτης εκ μέρους του παροχής των επικουρήσεων.
Οι ως άνω μάλιστα οικειοθελείς παροχές της εναγομένης έλαβαν χώρα χωρίς διατύπωση ρητής επιφύλαξης διακοπής τους στο μέλλον, καθόσον προϋπόθεση της "επιφύλαξης ελευθεριότητας" της οικειοθελούς παροχής στο μέλλον συνιστά η προηγούμενη γνωστοποίησή της από τον εργοδότη στον εργαζόμενο (...), η οποία ωστόσο (γνωστοποίηση) ουδέποτε υπήρξε στην υπό κρίση περίπτωση, καθόσον δεν προέκυψε ότι το περιεχόμενο των επικαλούμενων από την εναγόμενη ιδιωτικών συμφωνητικών δανείων κατέστη γνωστό στους εργαζόμενους της εναγομένης ή ότι ενημερώθηκαν αυτοί καθοιονδήποτε τρόπο από την εναγόμενη για το ενδεχόμενο διακοπής καταβολής των επικουρήσεων στο μέλλον.
Συνεπώς, ευλόγως δημιουργήθηκε στους δικαιούχους των επικουρήσεων (πρώην και νυν εργαζομένους της Ε.Τ.Ε.), μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες, η πεποίθηση ότι οι επικουρήσεις θα εξακολουθούσαν να καταβάλλονται ανελλιπώς και στο μέλλον, παρά τις όποιες ταμειακές δυσχέρειες του λογαριασμού, δημιουργώντας βάσιμο δικαίωμα προσδοκίας για την παροχή τους.
Ενόψει όλων των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι από την γενική, μακρόχρονη και ομοιόμορφη συμπεριφορά της εναγομένης, που συνίσταται στην κάλυψη, επί έντεκα τουλάχιστον συναπτά έτη, των ταμειακών ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. , ώστε να λαμβάνουν οι δικαιούχοι του τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό του μηνιαίες επικουρήσεις, καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της εναγομένης και αφετέρου των εργαζομένων της -δικαιούχων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.- σιωπηρή, σε συνέχεια της αρχικής, συμφωνία, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη δεσμεύτηκε να χρηματοδοτεί και στο μέλλον τον ανωτέρω λογαριασμό, ώστε να είναι εφικτή η καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων τόσο στο σύνολο των δικαιούχων του λογαριασμού όσο και για το σύνολο των οφειλόμενων παροχών του.
Όταν επομένως τον Δεκέμβριο του 2017 η εναγόμενη διέκοψε την καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων στους ενάγοντες καθώς και στους λοιπούς δικαιούχους του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. , προβαίνοντας ταυτόχρονα σε αιφνίδια διακοπή της χρηματοδότησής του, παραβίασε συμβατική της υποχρέωση. Επομένως η απόφαση της εναγομένης να παύσει μονομερώς τη χορήγηση των επικουρήσεων αποτελεί μη νόμιμη ανάκληση συμβατικής παροχής και ως εκ τούτου συνιστά αυθαίρετη αθέτηση της προαναφερόμενης σιωπηρής συμφωνίας, αφού εκ των ανωτέρω, σαφώς προέκυψε αφενός, ο χαρακτήρας του λογαριασμού ως συνόλου περιουσίας ειδικού σκοπού τηρουμένου από την εναγομένη και ως επί το πλείστον, χρηματοδοτούμενου από την ίδια και αφετέρου ως αποτελούσα υποχρεωτική της εναγομένης παροχή, έναντι των εναγόντων ως επιχειρησιακή συνήθεια."".
Κρίνοντας έτσι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990, 10 παρ. 1 εδ. β' του ν. 1902/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1976/1991, 2 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2084/1992 και 12 του ν. 1405/1983, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, ενόψει του ότι σύμφωνα με όσα δέχθηκε για την ίδρυση και τη λειτουργία του ΛΕΠΕΤΕ, καθώς και τον Κανονισμό που τον διέπει, θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν και στερούμενος νομικής προσωπικότητας, συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης προκαθορισμένων εισφορών, ο οποίος λειτουργεί καθ' υποκατάσταση του κρατικού φορέα επικουρικής σύνταξης και ως ομόλογος αυτού, η δε μηνιαία επικούρηση, που καταβάλλεται από το ταμείο του έχει τον χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης και όχι εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που μπορεί υπό συνθήκες επαναλαμβανόμενης και ανεπιφύλακτης εργοδοτικής πρακτικής, να καταστεί, ως μορφή επιχειρησιακής συνήθειας, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων, όπως εσφαλμένα υπέλαβε, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι δε παροχές της αναιρεσείουσας προς κάλυψη των ελλειμμάτων του λογαριασμού, ανεξαρτήτως της μορφής αυτών, δόθηκαν με σκοπό την ενίσχυση του τελευταίου, συνιστούσαν δηλαδή ενίσχυση του αυτόνομου συνταξιοδοτικού ταμείου και όχι μισθολογική παροχή για την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε συμβατική υποχρέωση με τη μορφή της επιχειρησιακής συνήθειας απέναντι στους αναιρεσιβλήτους.
Επομένως οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδ. γ' του ν. 2084/1992, υποπίπτοντας ομοίως στην παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεχόμενη ότι επιτρεπόταν η κάλυψη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ από την αναιρεσείουσα παρά το ότι η χρηματοδότηση αυτού από την τελευταία έλαβε χώρα μετά το έτος 1992, καθώς έως το έτος αυτό ο ΛΕΠΕΤΕ δεν είχε ανάγκη και δεν έτυχε οποιασδήποτε ενισχύσεως (αφού κατά τις παραδοχές της, ανάγκη χρηματοδότησης αυτού ανέκυψε από το έτος 2005, όταν ο λογαριασμός άρχισε να εμφανίζει ταμειακά ελλείμματα) και επομένως η κάλυψη αυτή, που έλαβε χώρα κατά τα έτη 2007-2017 απαγορευόταν από τον νόμο, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τους ως άνω (1ο, 2ο και 3ο) λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει και τους λοιπούς λόγους, αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από Εφετείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι προσηκόντως παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή η από 23.06.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40475/2925/2020, έφεση της αναιρεσείουσας, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη 243/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθ' ο μέρος δι' αυτής έγινε εν μέρει δεκτή η από 09.01.2019 με αριθμό κατάθεσης .../2019 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να απορριφθεί η εν λόγω αγωγή κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (αναιρεσείουσας και προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων), αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας ως και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της δίκης ως προς τους 1η, 3η, 6η, 9ο, 12ο, 13η, 14η, 16η, 18η, 28ο, 34ο, 35η, 37ο, 38η, 46η, 47ο και 53η των αναιρεσιβλήτων
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 10.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης 7807/865/2022, αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 353/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς (2η, 4η, 5η, 7ο, 8ο, 10ο, 11η, 15η, 17η, 19ο, 20η, 21η, 22ο, 23ο, 24ο, 25η, 26ο, 27η, 29η, 30η, 31ο, 32ο, 33ο, 36η, 39η, 40ο, 41ο, 42η, 43ο, 44η, 45ο, 48η, 49η, 50ο, 51η και 52ο) προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση ως προς αυτούς.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 23.06.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40475/2925/2020, έφεση της αναιρεσείουσας ως προς τους ανωτέρω προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 243/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθ' ο μέρος δι' αυτής έγινε εν μέρει δεκτή η, από 09.01.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019, αγωγή των άνω αναιρεσιβλήτων ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω, από 09.01.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019, αγωγή των προσηκόντων παρισταμένων αναιρεσιβλήτων.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (αναιρεσείουσας και προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων), αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της προκείμενης αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ